Δεν υπάρχει αμφιβολία στο ότι ο κόσμος του ποδοσφαίρου εδώ και αρκετά πλέον χρόνια έχει αλλάξει, με γνώμονα όχι την υγιή διεξαγωγή του παιχνιδιού, το fair play και τους φιλάθλους, αλλά την καπιταλιστική οικονομία. Όμως για κάποιες ομάδες, η απόκτηση ενός παίκτη με αντάλλαγμα μερικών δεκάδων εκατομμυρίων φαίνεται να μην είναι αρκετή.

Η Manchester City, τα τελευταία τέσσερα χρόνια ακολουθεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τακτική, που εκτός από το ότι την έχει καταστήσει σε μια από της κορυφαίες ποδοσφαιρικές ομάδες του κόσμου, δημιουργεί παράλληλα προβληματισμό σε ολόκληρη τη βιομηχανία του αθλητισμού και το φιλοθεάμον κοινό. 

Η Manchester City ανήκει στον όμιλο City Football Club (CFG), ο οποίος ταυτόχρονα έχει τα διακαιώματα 6 ακόμη ομάδων σε 4 διαφορετικές ηπείρους (ΗΠΑ, Ισπανία, Αγγλία, Ιαπωνία, Ουρουγουάη, Αυστραλία) και προβλέπεται να αναπτυχθεί περαιτέρω. Η στρατηγική του ομίλου είναι να λειτουργεί σαν πολυεθνική εταιρία και κάνει πολλούς να αναφέρονται σε αυτόν σαν την "Coca-Cola του ποδοσφαίρου", θέλοντας να τονίσουν τη δύναμη και φυσικά τα χρήματα που διαχειρίζεται αυτός.

Όμως η ιδέα για τη στρατηγική αυτή δεν προέκυψε από τους, Mansour bin Zayed al-Nahyan, μέλους της βασιλικής οικογένειας του Άμπου Ντάμπι, ή του Khaldoon al-Mubarak, στελέχους και συμβούλου της οικογένειας, που είναι σήμερα οι βασικοί μέτοχοι του ομίλου. Η όλη σύλληψη ανήκε σε ένα πρώην στέλεχος της Barcelona FC, το Ferran Soriano.

Ο Soriano, με καταγωγή από την εργατική συνοικία της Βαρκελώνης, Poblenou, και γιος ενός φτωχού κομμωτή, είχε καταφέρει να γίνει ένας από τους κορυφαίους συμβούλους της Καταλανικής ομάδας. Η δουλειά του εκεί, από το 2003 μέχρι και το 2008, είχε συμβάλει για πολλούς στο να φτάσει η Barcelona να γίνει μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου. Αυτό που έκανε ο Soriano ήταν να επιβλέπει τα οικονομικά της ομάδας, τρέχοντας παράλληλα μια καμπάνια σε αμερικανικό στυλ, ώστε να ενισχυθούν εκλογικά μια σειρά από στελέχη για το νέο διοικητικό συμβούλιο του 2003, που θα άλλαζε ριζικά την πολιτική της ακολουθώντας ένα "δημιουργικό business management".  

Η ιδιαιτερότητα όμως της Barcelona, οι μετοχές της οποίας ανήκουν στους 143.000 φιλάθλους της με έδρα την πόλη της Βαρκελώνης και την Καταλωνία γενικότερα, και η πιο παραδοσιακή της λειτουργία μακρυά από τις σκληρές επιταγές της αγοράς, σύντομα έκαναν το Soriano να παραιτηθεί. Η στρατηγική του ωστόσο έμελλε να ακολουθηθεί από τον παντοδύναμο πλέον όμιλο CFG, που βρήκε τότε την ευκαιρία να τον απορροφήσει.

Όταν η Manchester City κέρδισε το 2012 τον τίτλο της Premier League, πολλοί κατηγόρησαν το Mansour ότι είχε επί της ουσίας ''αγοράσει'' τον τίτλο για ένα δισεκατομμύριο λίρες, τις οποίες είχε επενδύσει στην ομάδα τα τέσσερα χρόνια στα οποία ήταν μέτοχος. Άλλωστε αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος της Manchester City εδώ και 44 χρόνια, ενώ η επίδοση της ομάδας σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε μέχρι τότε να συγκριθεί με μεγαθήρια όπως η Manchester United, η Real Μαδρίτης ή η Barcelona.

Η φιλοδοξία του ομίλου ήταν πέρα από ποδοσφαιρικούς τίτλους, να κερδίσει έδαφος όσον αφορά στις οικονομικές συναλλαγές. Το παράδοξο όμως μέχρι τότε στοιχείο των οικονομικών γύρω από τον κλάδο του ποδοσφαίρου ήταν το ότι παρά το γεγονός ότι κάθε χρόνο γνώριζε το λιγότερο 10% ανάπτυξη, ελάχιστες μόλις ομάδες έβγαζαν πραγματικά κέρδη. Για την ακρίβεια, οι ομάδες της Premier League, τις 3 από τις 5 τελευταίες σεζόν είχαν ανακοινώσει απώλειες χωρίς καν να λαμβάνονται υπόψη οι φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Παρ' όλα αυτά, η αξία των ποδοσφαιρικών ομάδων συνεχίζει να αυξάνεται ραγδαία, με το Mansour μάλιστα να έχει δαπανίσει σχεδόν τα διπλάσια χρήματα για την αγορά της Manchester City σε σχέση με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, τον πρωθυπουργό της Ταϋλάνδης, Thaksin Shinawatra.

Πώς όμως δικαιολογούνται όλα αυτά τα χρήματα από την πλευρά της CFG και ποια είναι η στρατηγική που εν τέλει ακολουθεί;

Ο όμιλος διαχειρίζεται τα συμβόλαια 240 ανδρών ποδοσφαιριστών και 24 γυναικών, ενώ διαθέτει στο δυναμικό του μερικές εκατοντάδες εφήβους και παιδιά, διαλεγμένους από έμπειρους σκάουτερς, που προσδοκούν μια μέρα να παίξουν επαγγελματικά σε κάποια από τις ομάδες του. Για την ακρίβεια, η CFG διατηρεί δεκάδες ακαδημίες και υπερσύγχρονες αθλητικές εγκαταστάσεις όπου, αφού βρει τα νεαρά αυτά ταλέντα από κάθε γωνιά του κόσμου, τα εκπαιδεύει είτε για να τα πουλήσει σε άλλες ομάδες, είτε για να τα διοχετεύσει σε μια από της δικές της.

Καθώς οι ομάδες της Premier League δεν επιτρέπεται να διατηρούν δεύτερες ομάδες, ο βασικός τρόπος που επιλέγουν να αναπτύξουν τις ικανότητες των δυνατών νεαρών παικτών τους, που όμως δεν είναι έτοιμοι να διαγωνιστούν σε αυτή την κατηγορία, είναι να τους δανείζουν σε ομάδες μικρότερων κατηγοριών. Για παράδειγμα, η Manchester City αυτή τη στιγμή έχει δανείσει σχεδόν 20 παίκτες της. Κατά το Soriano, τα ποδοσφαιρικά franchises λειτουργούν σε τόσο ανταγωνιστικά πλαίσια, που αναγκάζονται σε συνεχή επανεπένδυση κερδών, εννοώντας πως οι ιδιωκτήτες τους βγάζουν χρήματα με την πώληση ή ενοικίαση παικτών. Αυτό συμβαίνει μάλιστα και λόγω του πρόσφατου περιορισμού επενδύσεων από την Uefa.

Με το δανεισμό όμως αυτών των παικτών η  ''μητέρα'' ομάδα χάνει επί της ουσίας τον έλεγχο που θα ασκούσε στην ανάπτυξη του ταλέντου ενός παίκτη. Αυτό που έχει καταφέρει η Manchester City, με το τεράστιο δίκτυο ομάδων που ανήκουν στον όμιλό της, είναι να μοιράζει αναμετάξυ της επί της ουσίας τους παίκτες της, ώστε να διατηρείται το συγκεκριμένο στυλ παιξίματος που ακολουθεί η ίδια. Το είδος προπόνησης παραμένει το ίδιο, οι ποδοσφαιριστές ενστερνίζονται ένα συγκεκριμένο είδος ποδοσφαίρου και ο όμιλος ετοιμάζει τους παίκτες του, επενδύοντας στο μέλλον με το μικρότερο κόστος.

Ο Soriano προβλέπει πως το άθλημα του ποδοσφαίρου θα γίνει το πιο διαδεδομένο στον κόσμο και χτίζει τη στρατηγική του ομίλου με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να επενδύει στην αγορά όλο και περισσότερων ομάδων, σε Κίνα, Νότια Αφρική και άλλα μέρη.

Ένας άλλος όμως τρόπος που η CFG επιλέγει να επενδύσει είναι στους φιλάθλους. Αναγνωρίζοντας πως το άθλημα του ποδοσφαίρου στηρίζεται κατά πολύ τόσο οικονομικά, όσο και από άποψη θεάματος σε αυτούς, η CFG αναζητεί τρόπους να τους πολλαπλασιάζει και να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον τους πολλαπλασιάσει. Έτσι, με το άνοιγμα μιας μπουτίκ με τα αυθεντικά ρούχα της Manchester City σε μια πόλη όπως για παράδειγμα η Ρώμη, αυτό που καταφέρνει ο όμιλος είναι να αποκτήσει η ομάδα σταδιακά περισσότερους φιλάθλους και εκτός της πραγματικής της βάσης.

Ακολουθώντας την πρακτική του λεγόμενου ''glocalisation'', του να εγκαθιστούν δηλαδή ένα "διεθνές" προϊόν σε τοπικές αγορές, λύνεται και άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα που αφορά τους νεαρότερους παίκτες του ομίλου. Οι αγώνες που διεξάγονται εκτός έδρας γίνονται σε στάδια γεματα με ξένους φιλάθλους, οι οποίοι προσδίδουν σε αυτούς το ανταγωνιστικό πνεύμα και την ψυχολογική στήριξη που χρειάζεται ένας νεαρός ποδοσφαιριστής στα 17 και στα 18 του για να αναπτύξει το ταλέντο του. Μάλιστα πολλοί θεωρούν πως η κακή επίδοση της εθνικής Αγγλίας αιτιολογείται εξαιτίας του γεγονότος ότι οι αγώνες της διεξάγονται μπροστά από πολύ περιορισμένο κοινό.

Η ομάδα της Manchester City ιδρύθηκε το 1880 από την Anna Connell, κόρη ενός εφημέριου στην Αγγλία, για να κρατήσει τους εργαζόμενους άντρες μακρυά από το ποτό και τους καβγάδες. Σήμερα η αναπτυξιακή πορεία της ομάδας και κατά συνέπεια του ομίλου στον οποίο ανήκει φαίνεται πως ξεπερνά κάθε φαντασία. Το κατά πόσο είναι ηθική όμως η λειτουργία ενός ομίλου που ελέγχει ομάδες σχεδόν σε κάθε ήπειρο, έχοντας γνώμονα το κέρδος πάνω από το ίδιο το άθλημα του ποδοσφαίρου, φαίνεται να προβληματίζει ιδιαίτερα όσους ασχολούνται με αυτό παρακολουθώντας το, αλλά και ολόκληρη τη βιομηχανία του αθλητισμού.