Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο της ακτιβιστικής Έρευνας για την Κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη -από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι σήμερα- ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του ιατρού και συγγραφέα Ευάγγελου Μαυρουδή.

         Η κατάσταση είναι σοβαρή. Μα και παλιότερα ήταν, μόνο που δε θέλαμε να το δούμε. Ανέκαθεν το παρελθόν μάς φαινόταν καλύτερο. Πάντα μιλούσαμε για τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. Πότε όμως τα λουκάνικα έκαναν καλό στην υγεία; Η κυριότερη αιτία της επιδείνωσης βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου στο γεγονός, ότι η κοινωνία μας είναι διαβητική: όσο έτρωγε, τόσο πεινούσε. Έτσι, καταβροχθίζοντας αχόρταγα τα αποθέματά της, δίψαγε ακόρεστα και κατανάλωνε τόσο νερό ώστε έχει φτάσει πια να κατουριέται απάνω της.

Η δοκιμασία γλυκόζης -παλιά και δοκιμασμένη εξέταση- ανιχνεύει το διαβήτη πριν εκδηλωθεί: δίνουμε γλυκόζη διαλυμένη σε νερό και ελέγχουμε ξανά το σάκχαρο στο αίμα ύστερα από μισή, μία και δύο ώρες. Αν οι τιμές αυξηθούν περισσότερο από όσο πρέπει, η προδιάθεση για διαβήτη αποκαλύπτεται. Πριν πολλά χρόνια, ως ειδικευόμενος παθολόγος, είχα αναλάβει αυτή την εξέταση για μια γιαγιά που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Την είχα γράψει με ευανάγνωστα γράμματα συμπληρώνοντας όσα στοιχεία απαιτούσε η λογιστική και η εργαστηριακή γραφειοκρατία. Αλλά η εξέταση δε γινόταν. Μετά από τρεις αλλεπάλληλες ακυρώσεις και καθώς οι αναβολές κρατούσαν την άρρωστη άδικα, κατέβηκα στα εργαστήρια όπου πληροφορήθηκα ότι το πρόβλημα οφειλόταν στην έλλειψη γλυκόζης. Με παρέπεμψαν στην επιμελητεία κι από κει στο λογιστήριο.

Το ζήτημα είχε δημιουργηθεί επειδή η γλυκόζη δεν ήταν φάρμακο και δε διέθετε κωδικό στον προϋπολογισμό. Την προμηθεύονταν από τα έξοδα δεξιώσεων του προέδρου του νοσοκομείου αλλά το κονδύλι είχε ξοδευτεί. Συνέστησαν να δώσουμε εξιτήριο στην ασθενή με οδηγία να επανέλθει τον καινούργιο χρόνο. Ρώτησα από πού προμηθεύονται γλυκόζη και μου έδειξαν το φούρνο απέναντι. Ψώνισα ένα βάζο και το πήγα στο εργαστήριο. Στοίχισε ένα κατοστάρικο τότε, δηλαδή (σήμερα) 30 λεπτά. Η καθυστέρηση των 15 ημερών της γιαγιάς (η έλλειψη γλυκόζης) έχει ήδη πληρωθεί απ' το κράτος (δηλαδή απ' όλους μας, υπολογίζοντας το ημερήσιο κόστος του κρεβατιού) ένα εκατομμύριο δραχμές, κάπου 3.000 ευρώ περίπου, χώρια οι τόκοι.  

Από διαβήτη βέβαια πάσχει γενικότερα ο καπιταλισμός. Ωστόσο κάπου διάβασα ότι το ακριβότερο γεύμα που καταναλώθηκε ποτέ ήταν ένα κρεμμύδι. Το έφαγε -κατά λάθος- ένας πεινασμένος ναύτης στο Άμστερνταμ κατά τη νηπιακή ηλικία της κοινωνίας μας. Δεν επρόκειτο για κρεμμύδι αλλά για βολβό τουλίπας που στοίχιζε τότε (εποχή της τουλιπομανίας) ένα ολόκληρο σπίτι, δηλαδή όσο σήμερα 100.000 ευρώ. Η οικονομία, αυτό το ανθρώπινο δημιούργημα, αρρωσταίνει εδώ και αιώνες από διαβήτη και από άλλες παθήσεις (μανίες, φούσκες κλπ) που προκαλούνται από το πολύ φαΐ και από τα πανάκριβα γεύματα μαζί ή χώρια.

Η θεραπεία βρίσκεται στη δίαιτα, ακόμη και τώρα που, παρά τη νηστεία, φτάσαμε στην ανάγκη της ινσουλίνης. Φυσικά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν από μέρα σε μέρα γι' αυτό και σε κάθε καινούργια κατάσταση αναζητούμε τη συνέχιση της παλιάς.

Πάρτε παράδειγμα τα παιδιά: είναι σκληρά και άπονα μεταξύ τους, ζηλεύουν το ένα το άλλο, παρασύρονται εύκολα από ένστικτα και συναισθήματα, είναι ατίθασα και φυγόπονα, τους αρέσει το καθισιό, ξοδεύουν σπάταλα και, εκτός από ρούχα, αλλάζουν εύκολα γνώμη. Για να μη γίνουν σαν και εμάς όταν μεγαλώσουν, χρειάζονται πραγματική (όχι πασαλειμματική) παιδεία στο σχολείο, οικογενειακή (όχι μόνο χρηματική) φροντίδα στο σπίτι και επιμορφωτική (όχι παραμορφωτική) κουλτούρα στον ελεύθερο χρόνο τους.  Μόνο τότε θα έχουμε μέλλον.-