Έχει διαπιστωθεί ότι η ικανοποίηση των ανθρώπων και η ποιότητα της ζωής τους-κατά άλλους ευτυχία, για μας ευζωία -από ένα σημείο και μετά, δεν εξαρτάται από την αύξηση του εισοδήματός τους, αλλά πολύ περισσότερο από άλλους παράγοντες. Οι έρευνες για τους άλλους αυτούς παράγοντες ευζωίας («human well-being» στα αγγλικά, «buen vivir» στα ισπανικά) συνεχίζονται ακόμα, αλλά τα μέχρι τώρα αποτελέσματα είναι πολύ ενδιαφέροντα (βλέπε εδώ).

Η αναγκαιότητα της αλλαγής της κατεύθυνσης της πολιτικής στο ζήτημα της ευζωίας φαίνεται από τις παραπάνω έρευνες και τους νέους δείκτες που διαμορφώνονται, όπως το NWI για τη Γερμανία, ή το GPI στο Μέρυλαντ των ΗΠΑ, ή τον GNHI στο κράτος του Μπουτάν.

Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται ότι για την ευζωία παίζουν μεγαλύτερο ρόλο οι νέοι δείκτες σε σχέση με τον παλιό του ΑΕΠ, οι οποίοι όμως θα πρέπει να κατευθύνουν την πολιτική σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Μπορεί και οι οικονομολόγοι του Συριζα π.χ. να προτείνουν έναν τέτοιο δείκτη για την ευζωία στην ελληνική κοινωνία.

Διακυβέρνηση: η προστασία της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας, των «κοινών» και της βιόσφαιρας. Προώθηση της σχέσης των «κοινών» με την ευζωία

Μέσω των μηχανισμών των αγορών δεν μπορεί να διατηρηθούν οι συνθήκες «καλής ζωής» για πολύ ακόμη, αφού ο κάθε ορθολογικά «δρων» σε αυτές, τις υπονομεύει μέσω της επιδίωξης της βελτίωσης της οικονομικής του θέσης, εκμεταλλευόμενος όσο γίνεται περισσότερο τους συνανθρώπους του και τη βιόσφαιρα. Γι αυτό είναι αναγκαία μια άλλη πολιτική διακυβέρνησης, πράγμα που φαίνεται καθαρά εδώ και 20 τουλάχιστον χρόνια, όπου η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ολοκληρώνεται.  Η κοινωνική προστασία των εργαζομένων π.χ. δεν αρκεί να υπάρχει μόνο σε μία χώρα σαν τη Γερμανία, γιατί το κεφάλαιό της μεταναστεύει σε άλλες περιοχές ελεύθερης εκμετάλλευσης της εργασίας για μεγιστοποίηση κερδών όπως π.χ. στο Μπαγκλαντές στην κλωστοϋφαντουργία. Το ίδιο συμβαίνει με την οικολογική προστασία, όπου στη Γερμανία υποτίθεται ότι είναι σε ικανοποιητικό βαθμό, ενώ οι πολυεθνικές επιχειρήσεις της συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται τους φυσικούς πόρους και να ρυπαίνουν το περιβάλλον, αλλού στον κόσμο.

Υπάρχει σήμερα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού ένας «αθέμιτος ανταγωνισμός» μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση στη φθηνή εργασία και στην ελεύθερη χρήση των «κοινών» και των επιχειρήσεων που λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα των εργαζομένων και προστατεύουν τα κοινά συλλογικά αγαθά στο χώρο τους.

 Θα πρέπει να διεκδικηθεί π.χ. από μια διακυβέρνηση (όπως της αριστεράς που πρόκειται να έρθει στην Ελλάδα), να  βάλει σα στόχο την ευζωία των πολιτών, να επεκτείνει για παράδειγμα το υπάρχον στη χώρα νομικό πλαίσιο, ώστε να θεωρείται «αθέμιτος ανταγωνισμός» η προσφυγή στα συλλογικά-κοινωνικά αγαθά (commons), χωρίς αποζημίωση στις τοπικές κοινότητες που τα διαχειρίζονται. Στην ουσία θα χρειασθεί να αποδοθούν «πραγματικές» τιμές στα «κοινά»(τώρα είτε είναι πολύ φθηνά, είτε είναι εντελώς ελεύθερα), μέσω μιας κοινωνικά δίκαιης οικολογικής φορολογικής μεταρρύθμισης. Το ίδιο θα χρειασθεί να φορολογηθεί και ρύπανση και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Επειδή οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις –ενόσω ισχύουν ακόμα οι καπιταλιστικές σχέσεις-καταλαβαίνουν μόνο από οικονομικά κόστη, μέτρα σαν τα παραπάνω, θα βοηθήσουν μια πολιτική προστασίας των κοινών για την ευζωία, διότι θα τα κάνουν πολύ πιο ακριβά για αυτές. Θα βοηθήσουν επίσης στο να γίνει κατανοητό από τους πολίτες το γεγονός ότι ο αντικαταναλωτικός τρόπος ζωής(οικονομία στη χρήση ενέργειας και πόρων), που στηρίζεται στην ατομική εγκράτεια και τα συλλογικά αγαθά, θα γίνει επιθυμητός και για οικονομικούς λόγους.  Θα είναι στην ουσία πιο φθηνός! Θα βοηθήσει επίσης τη συλλογική ανθρώπινη συνείδηση να καταλάβει ότι βιόσφαιρα, της οποίας είμαστε μέρος, είναι στην ουσία της αντικαπιταλιστική (βλέπε εδώ).

Υποδομές: Στήριξη παλιών και δημιουργία νέων υποδομών που προωθούν την ευζωία, σε τοπικό περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο

Όσα έχουν σχέση με την ευζωία εξαρτώνται σίγουρα από αντίστοιχες υποδομές όπως π.χ. στους τομείς:

Κυκλοφορίας, που να ευνοεί το ποδήλατο και το περπάτημα
Πάρκων και χώρων αναψυχής και άθλησης
Καθαρών ακρογιαλιών
Εγκαταστάσεις-υποδομές εκπαίδευσης-παιδείας
Υποδομές υγείας

Όσες περισσότερες τέτοιες υποδομές υπάρχουν στη διάθεση του καθενός, τόσο καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και ευζωίας χωρίς αυτό να εξαρτάται από το εισόδημα.
Η πολιτική για κοινωνικές υποδομές είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της πολιτικής της ευζωίας. Ιδίως η αποκατάσταση γειτονιών στις πόλεις με ελεύθερους χώρους, καθώς και μολυσμένων ή ρυπαρών μικροπεριοχών- αλσυλίων, ποταμών ή λιμνών-ώστε να μετατρέπονται σε χώρους αναψυχής, θα πρέπει να διεκδικούνται με επιμονή από τις τοπικές εξουσίες. Το ίδιο και η αποκατάσταση των πεπαλαιομένων δικτύων εφοδιασμού νερού ή η διαχείριση των συλλογικών κοινωνικών αγαθών-όπως η ενέργεια(βλέπε «Κοινωνικοποίηση-δημοτικοποίηση της παραγωγής και διανομής ενέργειας - από συνεταιριστικά ή συνεργατικά εγχειρήματα κοινής ωφέλειας. Ή η αποκατάσταση λιμανιών, ώστε να μην είναι απλά διαμετακομιστικοί εμπορικοί χώροι, αλλά και χώροι ευζωίας και αναψυχής.

Όποια νέα υποδομή αποδεικνύεται επιτυχής ως προς τον στόχο της ευζωίας σε μικρή κλίμακα και τοπικά, μπορεί να εφαρμόζεται και αλλού και σε μεγαλύτερη κλίμακα, αρκεί να μελετάται η πολυπλοκότητα των σχέσεων της κάθε φορά τοπικής πραγματικότητας. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο καθήκον για το κίνημα μετάβασης, σε σχέση με τις προτάσεις που κάνει ή πρόκειται να κάνει. Η κλίμακα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από τις ποσότητες των πόρων που υπάρχουν τοπικά και χρονικά και από τις πολιτικές μορφές εξουσίας που τα διαχειρίζονται.

Κοινωνική δικαιοσύνη: Στο δρόμο για μια ευζωϊκή ανακατανομή και διανομή

«Η ισότητα είναι ευτυχία. Γιατί οι δίκαιες για όλους κοινωνίες είναι καλύτερες», είναι ο τίτλος ενός βιβλίου των επιδημιολόγων  Richard Wilkinson και Kate Pickett, οι οποίοι επικέντρωσαν την προσοχή τους σε δείκτες όπως το προσδόκιμο ζωής, η κατάσταση της υγείας, ο βαθμός παχυσαρκίας, η ψυχική υγεία στον πληθυσμό, οι επιδόσεις στην εκπαίδευση, ο βαθμός στη βία, το ποσοστό των δραστών στις φυλακές, ο αριθμός των νεαρών κοριτσιών με ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και σε πολλούς άλλους. Αυτό που διαπίστωσαν ήταν ότι οι δείκτες αυτοί εξαρτώνται, όχι κύρια από τον βαθμό «ευημερίας» στην κοινωνία, αλλά πολύ περισσότερο από το βαθμό ανισότητας σε αυτή: όσο πιο άνιση κατανομή εισοδήματος και πλούτου σε μια χώρα, τόσο χειρότερη ήταν η κατάσταση στον τομέα υγείας, ασφάλειας και των δυνατοτήτων εκπαίδευσης σε αυτή τη χώρα.

Από έρευνες και πειράματα για τη σχετικότητα που υπάρχει στη διαμόρφωση του αισθήματος της φτώχειας, έχει βγει το συμπέρασμα ότι πολύ πιο σημαντικό είναι η σχέση του εισοδήματος του καθένα προς τα εισοδήματα των άλλων, παρά το απόλυτο ατομικό εισόδημα.

Τα παραπάνω δείχνουν για το πόσο σημαντικό ρόλο για την αντίληψη της ευζωίας παίζει η λογική της ισοκατανομής.  Η μέχρι τώρα πολιτική ελίτ παντού πίστευε ότι η ανάπτυξη και το μεγάλωμα της πίτας, για να έχει να μοιράσει περισσότερο, ήταν η προϋπόθεση για να είναι όλοι ευχαριστημένοι, παρά την ανισότητα των κομματιών της πίτας που αντιστοιχούσε στον καθένα. Τώρα διαπιστώνεται ότι όση μεγαλύτερη ανάπτυξη υπάρχει κάπου, τόσο οδηγεί σε μεγαλύτερη ανισότητα, άρα και σε τόσο μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Για μια καλύτερη ζωή λοιπόν θα είναι καλύτερα να στοχεύει κανείς στη πολιτική της δίκαιης κατανομής, παρά στη πολιτική της «ανάπτυξης».

Εδώ μπορεί να βοηθήσει πάλι η φορολογική πολιτική όσον αφορά στα υψηλά εισοδήματα και στα ενοίκια γης και κατοικιών, καθώς και στην υπερκατανάλωση, όπως επίσης η πολιτική για το βασικό κάθε φορά κοινό εισόδημα.

Κοινωνικά αναγκαία εργασία και ισοκατανομή της  

Το ζήτημα της εργασίας είναι και το πιο σημαντικό: από τη μια αφιερώνουμε μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο ίσως μέρος της ζωής μας σε αυτήν, από την άλλη η εργασία που κάνουμε μπορεί να μην έχει νόημα γενικότερα για την κοινωνία-το αντίθετο μάλιστα μπορεί και να στρέφεται ενάντιά της, όπως π.χ. αν παράγουμε τοξικά χημικά, όπλα γενικής καταστροφής ή πυρηνικά), αλλά και το σημαντικότερο, η υπάρχουσα μισθωτή εργασία-με την έννοια ότι εξασφαλίζει τα «προς το ζειν» στους μισθωτούς-δεν κατανέμεται σωστά και δίκαια με αποτέλεσμα, αλλού να έχουμε υπερωρίες και αλλού ανεργία.

Η μείωση του ωραρίου είναι μια καλή στρατηγική για τη μείωση της ανεργίας στον τομέα της αμειβόμενης εργασίας, ενώ το βασικό εισόδημα θα ήταν μια ριζοσπαστικότερη λύση για τη μείωση του χρόνου εργασίας συνολικά στη διάρκεια της ζωής μας.

Είναι φανερό –και αυτό έχει διαπιστωθεί από αντίστοιχες μελέτες- ότι αν γίνει «ξεσκατάρισμα» για το ποιες είναι κοινωνικά αναγκαίες εργασίες και αν δουλεύουμε όλοι εξίσου σε αυτές, τότε θα ελαττωθεί πολύ ο χρόνος που θα ξοδεύουμε στη ζωή μας για την εργασία. Αν δε οι συνθήκες εργασίας είναι ευζωικές, και αν έχουμε την αίσθηση ότι δεν υπάρχει καταναγκασμός, αλλά δημιουργία, τότε μπορεί και η ίδια η εργασία να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών ευζωίας.

Αν για παράδειγμα υπάρχει τέτοια οργάνωση της εργασίας, ώστε να εξασφαλίζει εκτός από την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών και το ξεδίπλωμα των προσωπικών δεξιοτήτων του κάθε εργαζόμενου, τότε αυτός θα έχει την αίσθηση της προσφοράς στο σύνολο και της αναγνώρισης από τους άλλους, πράγμα πολύ σημαντικό για την ευζωία του. Αν το κριτήριο στην οργάνωση αυτή δεν είναι η ποσοτική παραγωγικότητα και απόδοση, αλλά η απλότητα και η καινοτομία στην τεχνολογία παραγωγής-μικρού κόστους- το ποιοτικό και με αντοχή στη διάρκεια προϊόν, καθώς και η δίκαιη διανομή του σε όσους το χρειάζονται, τότε το αίσθημα της ικανοποίησης του εργαζόμενου αυξάνεται από την ύπαρξη νοήματος για τη δουλειά του και από την αίσθηση της συμμετοχής σε αυτό το νόημα.

Η «καλή εργασία», την οποία πρέπει να επιδιώξει με την πολιτική της μια κυβέρνηση ειδικά της αριστεράς, που ανέκαθεν υποτίθεται είχε στόχο τη «προστασία» και την «ηγεμονία» της εργατικής τάξης, θα πρέπει να έχει χαρακτηριστικά σαν τα παρακάτω: 1. αποφυγή ανθυγιεινών συνθηκών στους χώρους εργασίας  2. καθορισμός των συνθηκών και του ωραρίου από τη συνέλευση των εργαζομένων 3. ισότητα στην αντιμετώπιση εργαζομένων των δύο φύλων 4. ισότιμη αντιμετώπιση της μέχρι τώρα μη πληρωμένης εργασίας (οικογενειακή φροντίδα παιδιών και μελών 3ης ηλικίας, εργασία στο νοικοκυριό, κοινωνική εθελοντική εργασία κ.λπ), που όμως παράγει αξίες που δεν φαίνονται στο ΑΕΠ.
 Εφαλτήρας: μια «έξυπνη» και φωτισμένη γεωργία

Η γεωργία και η διατροφή είναι ο τομέας από τον οποίο θα ξεκινήσουμε για την απαραίτητη αλλαγή στο σημερινό κυρίαρχο αναπτυξιακό-καταναλωτικό μοντέλο, το οποίο με αφορμή τη σημερινή συνολική κρίση έδειξε τα όριά του. Μέσα από μια γεωργία «έξυπνη και φωτισμένη» και καλλιέργειες-εκτροφές που θα μπορούν να εκτρέφουν τους ανθρώπους καλά και συνεχώς. Μια γεωργία που χωρίς να καταστρέφει τον υπόλοιπο κόσμο και χωρίς να μπαίνει στον ζουρλομανδύα της μεγιστοποίησης του κέρδους μέσω της αγοράς, θα μπορεί να εξασφαλίζει την «ευζωία» των νέων γενιών των ανθρώπων.

Γιατί η διατροφή έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την ευζωία μας. Είναι σήμερα κατανοητό ότι τα σώματά μας χρειάζονται ενέργεια για την ανάπτυξη και συντήρησή τους. Αλλά όχι μόνο. Oι διατροφολόγοι λένε ότι εκτός από ενέργεια χρειάζονται και «λάδωμα» για τις διάφορες λειτουργίες τους(χρειάζονται π.χ. ουσίες που δρουν σαν μεσάζοντες σε διάφορους μεταβολικούς κύκλους και διαδρομές), καθώς και διάφορα «δομικά υλικά» για να «κτίζουν» ή να «ανακαινίζουν» τη σάρκα μας. Όλα αυτά τα εξασφαλίζουμε από την τροφή. Μια γεωργία λοιπόν που θα στηριχθεί στη εργασία των αγροτικών κοινοτήτων, θα πρέπει να παράγει υγιεινά και πλήρη συστατικών διατροφικά προϊόντα. Έχουν γραφεί χιλιάδες εγχειρίδια για τη σωστή και υγιεινή διατροφή. Όλο το περιεχόμενό τους μπορεί να συμπυκνωθεί στην εξής απλή συμβουλή της γιαγιάς μας: «πολλά χορταρικά, όχι πολύ κρέας, μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία τροφών». Και το ερώτημα και ζήτημα που μας μπαίνει είναι πως θα παράγουμε αυτή την μεγάλη ποικιλία των τροφών που μας χρειάζονται για την ευζωία μας.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σταματήσει η σημερινή επιμονή στην εντατική κτηνοτροφία και η μεγάλη ζήτηση για τα προϊόντα της, ώστε να είναι δυνατόν να διατρέφεται ο παγκόσμιος πληθυσμός πλουσιοπάροχα με σιτηρά και όσπρια. Τα ζώα να είναι ενταγμένα με ισορροπία σε ολοκληρωμένα αγροκτήματα και τα ζωικά προϊόντα να είναι συμπληρωματικά στην ανθρώπινη διατροφή.   Από την άλλη θα χρειασθεί να επανέλθει στην πραχτική των αγροτικών κοινοτήτων η καλλιέργεια των ντόπιων εγκλιματισμένων ποικιλιών-που δεν χρειάζονται πολλές εξωτερικές εισροές και αντέχουν καλύτερα στις ντόπιες συνθήκες κλίματος και εδάφους- καθώς αντίστοιχα  και η εκτροφή των ντόπιων ρατσών ζώων και πουλερικών. Όσον αφορά στα σιτηρά, να επανέλθουν στην καλλιέργεια των «ντυμένων» σιταριών(του μονόκοκκου, δίκοκκου, σπέλτα), που εγκαταλείφθηκαν λόγω της δυσκολίας αποφλοίωσης και των χαμηλότερων αποδόσεων σε σχέση με τα «γυμνά» σιτηρά της εντατικής χημικής γεωργίας.

Όσον αφορά στη χώρα μας δείτε το κείμενο: Η κρίση και το αγροδιατροφικό ζήτημα.

Γιατί όποιος κερδίζει πολλά σήμερα, έχει και την δυνατότητα να ζει στον καθαρό αέρα, στο πράσινο ή την ιδιωτική παραλία ή να έχει ιδιωτική πισίνα και να πηγαίνει τα παιδιά του σε «καλά ιδιωτικά σχολεία», ενώ ταυτόχρονα μπορεί να πηγαίνει κάθε μέρα με το μεγάλο γρήγορο αμάξι του στη δουλειά του στην πόλη, εις βάρος της ποιότητας ζωής των άλλων.
 Το παράδειγμα της Κοπεγχάγης, όπου το λιμάνι στη μέση της πόλης, μετά από επίμονες παρεμβάσεις αποκατάστασης, έχει μετατραπεί π.χ. με 3 θαλάσσιες πισίνες και σε χώρο αναψυχής, μπορεί να εφαρμοσθεί και στον Πειραιά.    

 Στο ερώτημα π.χ. που τίθεται σε αυτά τα πειράματα: «Σε ποια από τις δύο κοινωνίες προτιμάς να ζεις, στην κοινωνία όπου το εισόδημά σου είναι 50.000 ευρώ ετησίως, ενώ ο μέσος όρος εισοδημάτων είναι 25.000 ευρώ ή στην κοινωνία όπου το εισόδημά σου είναι 100.000 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος είναι 200.000;», η μεγάλη πλειοψηφία απαντά ότι προτιμά την πρώτη περίπτωση! Η σχετικότητα της φτώχειας ή του πλούτου και όχι το απόλυτο, κυριαρχεί στη συνείδηση των καταναλωτών- ανθρώπων. Η ικανοποίησή τους εξαρτάται περισσότερο από το τι έχει ο γείτονας και όχι από το τι έχουν στη διάθεσή τους οι ίδιοι.

Για τη Γερμανία π.χ. υπάρχουν μελέτες που προτείνουν τη δυνατότητα για 30ωρο, χωρίς μείωση αποδοχών. (βλέπε πρόταση της attac)

Για την Ελλάδα υπάρχει η πρόταση νόμου του κόμματος τότε του Συνασπισμού το 1999 για 35ωρο (βλέπε εδώ

Βλέπε και το: Μείωση χρόνου εργασίας, μια διεκδίκηση πολλαπλών στόχων και χρήσεων, του ΙΝΕ

 Σε κάθε συγκεκριμένη τοπική οικονομία και κοινωνία μπορεί να καθορισθεί με στατιστικό και αμεσοδημοκρατικό τρόπο-ώστε να είναι αποδεκτό από όλους- το ύψος του μισθού και το ωράριο που είναι αρκετό για την ικανοποίησή τους.  (βλέπε αντίστοιχο κείμενό εδώ)