Τα κατοικίδια ζώα, από τον σκύλο και τη γάτα μέχρι και τα μικρά γουρούνια φαίνεται να γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλή σε όλο τον κόσμο. Και όχι άδικα, καθώς έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι μπορούν να ανταποδώσουν την αγάπη που δέχονται από το αφεντικό τους. Άλλες φορές πάλι είναι η μόδα που μας επιτάσσει να έχουμε σκύλο ή γάτα στο σπίτι για να θεωρούμαστε αρεστοί. Ωστόσο, δεν είναι όλοι το ίδιο δεκτικοί στην ιδέα απόκτησης ενός κατοικίδιου. Και αυτό εξηγείται γονιδιακά σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Πολλοί είναι αυτοί που λατρεύουν τα κατοικίδια, ενώ άλλοι απλά αδιαφορούν ή έχουν απέχθεια προς αυτά. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Είναι πολύ πιθανό, η ανάγκη της συντροφικότητας των ζώων να βρίσκεται χιλιάδες χρόνια πίσω και να έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή μας. Αν όντως είναι έτσι, τότε η γενετική μπορεί να εξηγήσει γιατί σε μερικούς ανθρώπους δεν τους αρέσουν τα ζώα.

Στην Βρετανία περίπου τα μισά νοικοκυριά έχουν κάποιου είδους κατοικίδιο ζώο. Ειδικότερα περίπου δέκα εκατομμύρια από αυτά είναι σκύλοι και άλλα δέκα εκατομμύρια γάτες. Και φυσικά δεν είναι απλή απλή υπόθεση η συμβίωση με ένα ζώο. Απαιτεί άφθονο ελεύθερο χρόνο και χρήμα, καθώς η φροντίδα τους περιλαμβάνει μεγάλες βόλτες, παιχνίδι, φαγητό, φάρμακα, εμβόλια και πολλά άλλα.

Παρά την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων, τα έξοδα για τα κατοικίδια παρέμειναν σχεδόν ανεπηρέαστα, γεγονός που δηλώνει ότι για τους περισσότερους φιλόζωους τα κατοικίδια δεν είναι μία πολυτέλεια αλλά μία βαθιά και ολοκληρωμένη αγάπη που αφορά ένα ακόμη μέλος της οικογένειας.

Υγεία και ζώα

Τον τελευταίο καιρό, έχει δοθεί πολύ προσοχή στην ιδέα ότι η κατοχή ενός σκύλου ή μιας γάτας, μπορεί να ωφελήσει την υγεία του ιδιοκτήτη με πολλούς τρόπους. Σύμφωνα με έρευνες ένα κατοικίδιο μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρδιακών νόσων, να καταπολεμήσει την μοναξιά και την κατάθλιψη και να μειώσει τα συμπτώματα της άνοιας και του Αλτσχάιμερ.

Παρόλο αυτά, υπάρχουν δύο προβλήματα με αυτούς τους ισχυρισμούς. Από τη μία έχουν βγει αντίστοιχες έρευνες που αποδεικνύουν ότι τα κατοικίδια δεν έχουν κανένα θετικό αντίκτυπο στην υγεία και από την άλλη οι ιδιοκτήτες των σκυλιών δε φαίνεται να ζουν περισσότερο απ΄ αυτούς που δεν έχουν ζώα.

Η έντονη επιθυμία να φέρνουμε ζώα στο σπίτι είναι τόσο διαδεδομένη που σίγουρα θα μπορούσαν κάποιοι να σκεφτούν ότι πρόκειται για ένα καθολικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο σε όλες τις κοινωνίες. Ακόμη και στη Δύση υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν αισθάνονται κοντά με τα ζώα είτε είναι κατοικίδια, είτε βρίσκονται στην άγρια φύση.

Πολλοί πιστεύουν ότι η αγάπη στα ζώα είναι κάτι που το μαθαίνουμε μέσα στην οικογένεια. Υπάρχουν πολλά παιδιά που μιμούνται τον τρόπο ζωής των γονιών τους με βάση τα βιώματα που έχουν. Παρόλο αυτά, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι πιθανότατα αυτό να έχει και μία γενετική βάση. Μερικοί άνθρωποι, ανεξάρτητα από την ανατροφή τους, φαίνονται προδιατεθειμένοι να αναζητήσουν τη συντροφιά των ζώων περισσότερο από κάποιους άλλους.

Συνεπώς, τα γονίδια που δημιουργούν το αίσθημα της αγάπης για τα ζώα μπορεί να είναι μοναδικά γα τον κάθε άνθρωπο αλλά δεν είναι καθολικά. Άλλωστε δεν επηρεάζονται όλοι το ίδιο θετικά από το ενστικτώδες δέσιμο με ένα κατοικίδιο. 

Το DNA των κατοικιδίων

Το DNA των σημερινών εξημερωμένων ζώων αποκαλύπτει ότι αποκόπηκαν από την άγρια φύση πριν από περίπου 5.000 με 15.000 χρόνια, στα τέλη της Παλαιολιθικής και στις αρχές της Νεολιθικής περιόδου. Ήταν η εποχή που ξεκίνησε και η εκτροφή των ζώων, αλλά δε μπορούμε να ξέρουμε πως επιτεύχθηκε, εφόσον τα πρώτα σκυλιά, οι γάτες, τα γουρούνια και οι αγελάδες, αντιμετωπίστηκαν σαν εμπόρευμα - προϊόν. 

Εκείνη την εποχή, οι διαθέσιμες τεχνολογίες θα ήταν ανεπαρκείς για να αποτρέψουν την ανεπιθύμητη διασταύρωση των κατοικίδιων και άγριων ζώων, τα οποία αρχικά θα είχαν άμεση πρόσβαση το ένα στο άλλο. Με αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε ”αλλοίωση” των γονιδίων και συνεπώς θα επιβραδυνόταν η περαιτέρω εξημέρωση και αντίστροφα. Επίσης, οι σκληρές περίοδοι πείνας, ανάγκασαν πολλές φορές τους ανθρώπους να σφάζουν τα ζώα με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η εκτροφή και να εξαλείφονται τα “εξημερωμένα “ γονίδια.

Με την πάροδο των χρόνων κάποια ζώα άρχισαν να αντιμετωπίζονται σαν κατοικίδια, που σημαίνει ότι ο φυσικός περιορισμός στα σπίτια θα τα εμπόδιζε να ζευγαρώσουν με τα ζώα της άγριας φύσης. Απομονωμένα λοιπόν τα νέα ημι-εξημερωμένα ζώα θα μπορούσαν να εξελιχθούν μακριά από τους άγριους τρόπους των προγόνων τους και να γίνουν τα ζώα που γνωρίζουμε σήμερα.

Οι ειδικοί κατέληξαν ότι τα γονίδια που οδήγησαν αυτούς τους πρώτους αγρότες να αναλάβουν την ευθύνη μιας γάτας ή ενός σκύλου, είναι τα ίδια με εκείνα που έχουν οι άνθρωποι σήμερα. Αντίθετα τα άτομα που είχαν μία εμπάθεια για τα ζώα, ήταν αυτά που συνέχιζαν το κυνήγι με απώτερο σκοπό να του πάρουν το κρέας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η αγάπη για τα κατοικίδια ζώα έχει επίσης άμεση σχέση με την ανάγκη του ανθρώπου να έρθει πιο κοντά στον φυσικό κόσμο. Ειδικότερα φαίνεται ότι οι άνθρωποι μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που που αγαπούν τα ζώα και το περιβάλλον και αυτούς που προτιμούν να μένουν μακριά από τα κατοικίδια και είναι ικανοποιημένοι από τη σημερινή αστικοποιημένη κοινωνία.

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι τα κατοικίδια ζώα μπορούν να μας βοηθήσουν να επανασυνδεθούμε με τον κόσμο της φύσης από τον οποίο ξεκίνησε η εξέλιξή μας.