Ήταν ο «εκκεντρικός παλιάνθρωπος» που έπινε, έπαιρνε ναρκωτικά και «κοιμόταν» με όλες τις πόρνες στο Παρίσι. Αλλά τα γυμνά του Μοντιλιάνι -τα γεμάτα θέρμη γυναικεία πορτρέτα του- έφεραν επανάσταση στη ζωγραφική.

«Πολεμάμε το γυμνό», διακήρυτταν οι Ιταλοί Φουτουριστές το 1910. Την εποχή εκείνη το γυμνό ήταν νεκρό. Τα αυτοκίνητα ταχύτητας θεωρούνταν πιο συναρπαστικά από το γυναικείο σώμα. Μέχρι το 1919, οπότε ο Μοντιλιάνι, ανέτρεψε σχεδόν μόνος του, τα δεδομένα.

Δεν επρόκειτο για τη γοητευτική γυμνότητα του Μανέ, με τη γυναίκα που φαίνεται από μακριά, τυλιγμένη στην ομίχλη της αλληγορίας. Ούτε για τη βιαιότητα του Πικάσο, την οποία ο Κένεθ Κλάρκ είδε ως «έναν αγώνα μεταξύ αγάπης και μίσους».

Οι γυναίκες του Μοντιλιάνι ήταν ζεστές, ζωντανές υπάρξεις που ξεχύνονταν από τον καμβά, πλάσματα που έμοιαζαν να γλιστρούν στον ύπνο, ή να ριγούν από ευχαρίστηση. Μετά από αυτό, η γυμνή σάρκα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια στη ζωγραφική.

Κάθε έκθεση και έκδοση για τον Ιταλό ζωγράφο και γλύπτη Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι (1884 - 1920) αφορά τον μύθο του, όπως ακριβώς και η επικείμενη αναδρομική στην Tate Modern του Λονδίνου (εγκαίνια 23 Νοεμβρίου).

Όπως γράφει ο Guardian, κάθε μύθος φέρει εντός του και μία αλήθεια, έστω και ψήγμα της. Οι αφηρημένες φόρμες του φωτογράφου Alfred Stieglitz και τα γυμνά του επίσης, φωτογράφου Edward Weston, δεν θα είχαν συμβεί χωρίς την επιρροή του Μοντιλιάνι. Χωρίς εκείνον, ίσως να είχαν περάσει χρόνια έως ότου το γυμνό γίνει τόσο άμεσα ερωτικό.

Όμως, υπάρχουν και άλλα στοιχεία στην ιστορία του Μοντιλιάνι που είναι (πολύ) δελεαστικά για να λησμονηθούν.

Όπως ο συνδυασμός της πρώιμης λάμψης και του καταδικασμένου σώματός του. Η υγεία του Μοντιλιάνι ήταν εύθραυστη ήδη από τα παιδικά του χρόνια, καθώς είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Στα 18 του και ενώ είχε αρχίσει μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της Τέχνης, ξεκίνησε και η σχέση του με τα ναρκωτικά. Ο Μοντιλιάνι υπήρξε δημοφιλής, μια παρουσία καθηλωτική ακόμη και τώρα, κοντά έναν αιώνα μετά τον θάνατο του.


Μοντιλιάνι, Πικάσο, Αντρέ Σαλμόν

Ήταν το προικισμένο τέκνο της Ιταλίας που έγινε ο αγαπημένος του Παρισιού. Περιδιάβαινε με γοητεία και ματαιότητα από τη μία ερωμένη στην άλλη, παραπαίοντας από το αλκοόλ και αποπλανώντας τις γυναίκες με την ευρυμάθεια, το ταλέντο και την εμφάνιση του, λέγοντας τους από στήθους αποσπάσματα ολόκληρα από έργα του Δάντη. «Πόσο όμορφος ήταν, Θεέ μου, πόσο όμορφος» έλεγε σχεδόν θρηνώντας ένα από τα μοντέλα του.

Αυτή ήταν η μία πλευρά. Γιατί η άλλη, ήταν ο τρόμος της φτώχειας που βασάνιζε τους καλλιτέχνες της Μονμάρτης και του Μονπαρνάς (της γειτονιάς με τα φτηνά ενοίκια) κι ύστερα, ο θάνατος του, το 1920, σε ηλικία μόλις 35 ετών, στον οποίον πολλοί είδαν ένα είδος «φαουστικής αναμέτρησης».

«Ήταν σαν να έπεσε κατάρα σε ένα αγόρι ευγενικής καταγωγής» έγραψε χρόνια αργότερα ο Κοκτώ. «Θάψτε τον σαν πρίγκιπα» έλεγε ο ποιητής Αντρέ Σαλμόν, όπως και έγινε: Δεν υπήρξε καλλιτέχνης στο Παρίσι που να μην ακολουθήσει την κηδεία του στο Κοιμητήριο Père Lachaise. Και για να κλείσει τραγικά η ιστορία, η νεαρή, εγκυμονούσα αγαπημένη του, Jeanne Hébuterne, τον ακολούθησε δύο ημέρες αργότερα, πηδώντας από το παράθυρό της.

Άραγε, τί υπάρχει πέρα από τον μύθο; Κάθε βιογράφος παρουσιάζει και μια νέα προσέγγιση. Η Meryle Secrest, που υπογράφει την πιο πρόσφατη βιογραφία του, υποστηρίζει -χωρίς να πείθει- ότι, εν τέλει, δεν ήταν αλκοολικός ή τοξικομανής, λέγοντας ότι πρόκειται για επινοήσεις που είχαν στόχο να αποσπάσουν την προσοχή από το μυστικό της φυματίωσης.

Οι εκθέσεις ωστόσο, φωτίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιταλικής κληρονομιάς του και του κοινωνικού περιβάλλοντος του.

Όπως και η έκθεση στην Tate, η μεγαλύτερη αναδρομική του Μοντιλιάνι εδώ και δεκαετίες, που δίνει έμφαση στον κοσμοπολιτισμό του δημιουργού, υπενθυμίζοντας ότι ο «Μόντι» ήταν ένας Ιταλός Εβραίος που μεγαλούργησε στο Παρίσι, με έργο τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική, διερευνώντας το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής στην οποία έδρασε.

Η έκθεση επιχειρεί αναφορές στη σχέση του με τον κινηματογράφο και τη σύγχρονη μόδα και προσπαθεί να δώσει βήμα στα γυναικεία μοντέλα του, απορρίπτοντας εντελώς την αφήγηση που θέλει άνδρες καλλιτέχνες να κάνουν πίνακες για άνδρες εμπόρους τέχνης, στους οποίους οι γυναίκες δεν είναι τίποτα παραπάνω από σιωπηλοί αποδέκτες ανδρικών βλεμμάτων.

Όπως αποδεικνύεται από τις σημαντικές ερωτικές σχέσεις της ζωής του, δεν ήταν αυτή η περίπτωση του.

Ο Μοντιλιάνι δεν φοβήθηκε να ερωτευθεί γυναίκες με έντονη προσωπικότητα. Τρεις εξ αυτών αποτελούν δε, πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις.

Η μία είναι η Ρωσίδα ποιήτρια, Άννα Αχμάτοβα (1889-1966), η έτερη η Νοτιοαφρικανικής καταγωγής Βρετανή δημοσιογράφος και συγγραφέας, Μπεατρίς Χάστινγκς (1879-1943), αν μη τι άλλο γνωστές και επαγγελματικά καταξιωμένες όσο και ο ίδιος.

Με την Άννα Αχμάτοβα

Όταν γνώρισε την Αχμάτοβα, το 1910, η ποιήτρια είχε μόλις παντρευτεί. Εκείνος ήταν 26, εκείνη 21. Ήταν ο πρώτος σοβαρός έρωτας του. Η σχέση τους κράτησε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο. Την εποχή εκείνη ο Μοντιλιάνι ήταν ένας άφραγκος γλύπτης που τις νύχτες στοίχειωνε τα εργοτάξια του Παρισιού αναζητώντας ασβεστόλιθο.

«Όλα πάνω στον Μοντιλιάνι έλαμπαν μέσα από ένα σκοτάδι. Μου φαινόταν κυκλωμένος από ένα πυκνό δαχτυλίδι μοναξιάς» θυμόταν η Αχμάτοβα χρόνια αργότερα.

Περπατούσαν στη βροχή και απήγγειλαν ο ένας στον άλλον Πολ Βερλαίν. Την είχε ζωγραφίσει επανειλημμένα, μάλιστα ένα από τα ελάχιστα σχέδια του με μοντέλο την Αχμάτοβα που έχουν διασωθεί παρουσιάζεται στην έκθεση της Tate: Η Αχμάτοβα είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, τα μαλλιά της στολίζει κάτι σαν φωτοστέφανο και το σεντόνι γύρω από τα πόδια της την κάνει να μοιάζει με γοργόνα.

Με την Μπεατρίς Χάστινγκς

Η σχέση με τη Χάστινγκς κράτησε περισσότερο, από το 1914 έως το 1916 και «έδωσε» μερικούς πολύ ιδιαίτερους πίνακες.

Από την πλευρά του Μοντιλιάνι έχουν διασωθεί μόνο λίγες επιστολές, συνεπώς τη ζωή του καλλιτέχνη την περίοδο εκείνη «φωτίζουν» τα άρθρα που έγραφε η Χάστινγκς για ένα περιοδικό του Λονδίνου.

Ήταν τα χρόνια που έφτιαχνε τη φήμη του, αλλά και η εποχή που τον είδε να παραδίνεται στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά και να γίνεται απρόβλεπτα οξύθυμος.

Μετά την πρώτη συνάντηση τους, τον περιέγραψε ως «έναν εκκεντρικό παλιάνθρωπο».

Λίγο αργότερα άρχισε να διαμαρτύρεται ότι ήταν «γουρούνι και μαργαριτάρι»: «Το κακομαθημένο παιδί της γειτονιάς, ένα ‘enfant terrible’ που πάντα συγχωρούσα».

Φεμινίστρια αφοσιωμένη σε μία αντισυμβατική ζωή, η Χάστινγκς κάπνιζε δημόσια και έπινε μαζί με τον εραστή της. Οι διαμάχες και οι καβγάδες τους ήταν παροιμιώδεις. Σε κάθε περίπτωση, ήταν μια σχέση εξαιρετικά δυνατή και εξαιρετικά γόνιμη για τον Μοντιλιάνι.

Πιθανώς, το πιο εντυπωσιακό πορτραίτο της είναι του 1915 στο οποίον την έχει απαθανατίσει ως «Madam Pompadour», μια βρετανική εκδοχή της χαρισματικής ερωμένης του Βασιλιά Λουδοβίκου 15ου, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η ανεπίσημη «πρωθυπουργός της Γαλλίας».

Η Χάστινγκς απεικονίζεται με το πληθωρικό καπέλο της ως γυναίκα του κόσμου. Το πρόσωπο και ο λαιμός της έχουν τη γνωστή επιμήκυνση, χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του.

Ο Μοντιλιάνι είχε φλερτάρει με τον κυβισμό, είχε γοητευθεί από τις βαριές γραμμές του Τουλούζ - Λοτρέκ και τα πορτραίτα της ύστερης περιόδου του Σεζάν, είχε ακολουθήσει τα βήματα των Παριζιάνων της εποχής του και είχε εντρυφήσει στα ναΐφ της Αφρικής και της Ωκεανίας.

Πλέον, είχε κατακτήσει το δικό του στιλ.

Ζαν Εμπιτέρν, το τέλος

Η ερωμένη του Μοντιλιάνι που φιγουράρει στους πίνακες του όσο καμία άλλη από τις ερωμένες του, ήταν η σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν.

Γνωρίστηκαν το 1917, όταν εκείνος ήταν 33 χρονών και εκείνη 19. Την επομένη χρονιά, το 1918 γέννησε το παιδί του και όπως έδειξαν τα γεγονότα, ενώθηκε μαζί του σε μία άνευ όρων δέσμευση, ακόμη και στις πιο σκοτεινές του στιγμές.

Υπήρξε μία πανέμορφη γυναίκα -η ομορφότερη από τις συντρόφους του Μοντιλιάνι- ένα ντροπαλό, μελαγχολικό, πράο κορίτσι.

Παρότι ζωγράφος και η ίδια, δεν πρόλαβε να αφοσιωθεί στην τέχνη της. Η σύντομη ζωή της σημαδεύτηκε από τη γέννηση της κόρης της και έληξε με την αυτοκτονία της. Δεν πρόλαβαν να παντρευτούν. 

Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτραίτα της Ζαν. Τον Ιούνιο του 2005, ένα από αυτά πουλήθηκε έναντι 3,25 εκατ. λιρών.

Στα πορτραίτα της η Ζαν απέκτησε υπό μία έννοια την «ανεξαρτησία» της.

Μεγαλοπρεπής ως εγκυμονούσα, λιτή και αποφασιστική όταν ζωγράφιζε μόνο το κεφάλι της, βυθισμένη σε μια καρέκλα με τα μαλλιά πίσω, η Ζαν έχει τη χαλαρότητα της σύγχρονης γυναίκας.

Στην αναδρομική έκθεση της Tate παρουσιάζονται 17 από τα γυμνά που ζωγράφισε μεταξύ 1916 και 1919, καθώς και ένα προς της τριετίας αυτής, ζωγραφισμένο με ένα σκοτεινό εξπρεσιονιστικό ύφος.

Παρά το γεγονός ότι, τα γυμνά είναι το highlight της έκθεσης, δεν είναι τα μόνα έργα, καθώς περιλαμβάνονται πορτραίτα φίλων του -μεταξύ αυτών ο Κοκτώ- αλλά και την τελευταία αυτοπροσωπογραφία του, όπου τα μάτια του είναι σχεδόν κλειστά από τον πόνο και τη θλίψη.

«Η ευτυχία είναι ένας άγγελος με σοβαρό πρόσωπο», είχε γράψει ο Μοντιλιάνι προτού ζωγραφίσει το πρόσωπο του.