Είχαμε τη χαρά σε παλαιότερο χρόνο να μελετήσουμε τις προηγούμενες συλλογές του Ιάσονα Λειδινού.
Ο Ιάσων Λειδινός μολονότι πρώτη φορά εκδίδεται το 1980, που αποτελεί και χρονικό μεταίχμιο δύο γενεών, δύσκολα εντάσσεται σε αυτό που ο Κεφάλας  αποκάλεσε «γενιά του ιδιωτικού οράματος», έναν όρο που πρωτοχρησιμοποίησε C. M. Bowra για την ευρωπαϊκή ποίηση από το 1920 έως το 1965.

Η μεγάλη χρονική απόσταση από την πρώτη εκείνη ποιητική συλλογή τον φέρνει πλησιέστερα στην «ποίηση της αγανάκτησης», παρά στους συνομηλίκους του, παρά τις διαφορετικές κοινωνικές κι ιδεολογικές εμπειρίες. Άλλωστε, η «ποίηση της αγανάκτησης» συγκεντρώνει δημιουργούς τριών γενεών, ένα σύνολο δημιουργών που εγκαταλείπει προηγούμενες ποιητικές διαδρομές και στρέφεται πιο βαθιά στην κοινωνία και όσα λαμβάνουν χώρα γύρω τους. Πολλοί εξ αυτών είχαν απομακρυνθεί για δεκαετίες κι επέστρεψαν στην ποίηση μέσα στην αδηφάγα κρίση της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα τούτου. Και μαζί με τον Ιάσονα Λειδινό έχουμε τις ανάλογες περιπτώσεις του Χάρη Μελιτά, Θοδωρή Σαρηγκιόλη και άλλων που έρχονται ξανά στο προσκήνιο πλάι σε συνομηλίκους τους που πρωτοεμφανίστηκαν μέσα στην κρίση (Μαρία Σκουρολιάκου κ.ά.) ή μεσήλικες (όπως ο γράφων) που εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα σε πιο προχωρημένη ηλικία.

Βέβαια, ο Ιάσων Λειδινός δεν είχε "εξαφανιστεί". Απείχε από την ποίηση, αλλά όχι από τα γράμματα και την Τέχνη. Παρά την ποιητική σιωπή του, η ετερώνυμη μεταφραστική περσόνα του Αλέξη Εμμανουήλ και η μουσική του Θέμη Δημητρακόπουλου ήταν διαρκώς παρούσες. Η κρίση και τα αδιέξοδα που αυτή έφερε (εσωτερικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά) έφεραν τον ώριμο πια Λειδινό δίπλα στη νεότερη «ποίηση της αγανάκτησης».

Ο δημιουργός, όπως φαίνεται στη νέα του ποιητική συλλογή, «ο νεκρός ερωδιός χαίρει άκρας υγείας» (Εύμαρος, 2017), έχει κατακτήσει το δικό του προσωπικό ύφος, αναγνωρίσιμο σε κάθε πτυχή της ποιητικής του. Ο θρυμματισμένος στίχος με στοιχεία "αρρυθμίας", μα με μία σπάνια εσωτερική αρμονία, και η εγγενής ειρωνεία που παραλλάσσεται άλλοτε σε σαρκασμό και άλλες φορές σε παρωδία είναι τα κύρια συστατικά του ύφους του, που το καθιστά διακριτό.

Η ποιητική του κινείται ανάμεσα στο μεταμοντέρνο, τον σουρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό με έντονο το λυρικό στοιχείο. Η γραφή του είναι λιτή κι απέριττη με ελεγχόμενη χρήση επιθέτων κι απόλυτη κυριαρχία ρημάτων κι ουσιαστικών. Εμμένοντας μόνο στα βασικά σημεία του λόγου, με εικόνες υπερρεαλιστικής πνοής και αρνούμενος τον μεγάλο στίχο, ορίζει τον δρόμο του ανάμεσα στην απλότητα του στίχου και της λέξης και τη θραυσματική μα πλούσια συναισθηματικά ποιητική γραφή.

Ωμός κι απότομος ο στίχος του με σαφή προσανατολισμό είναι αφιερωμένος στον σύγχρονο άνθρωπο. Με απλό, καθημερινό, λόγο δίνει μία προφορική διάσταση, με στίχους που σπάνε απότομα και εικόνες που θρυμματίζονται μπροστά στην πυκνότητα του λόγου. Παύσεις και μοναχικά ουσιαστικά προσδίδουν ιδιαίτερη έμφαση σε πρόσωπα συμβολικά και καταστάσεις.

Χαρακτηριστικό στην εκφραστική του από την άλλη είναι το συχνό α' ενικό πρόσωπο. Μα το πρωτοενικό υποκείμενο δεν είναι παρά ένας σκηνικός αφηγητής που δεν ταυτίζεται με τον ποιητή, όπως έθεσε Genete. Μοιάζει με έναν αριστοτελικό σκηνικό χαρακτήρα ως υποκείμενο δράσης, ένα ποιητικό αίτιο, (αυτό που ονόμασε ο φιλόσοφος πράξη) με αυτονομία (στο λεγόμενο αριστοτελικό ήθος) ως χαρακτήρας που απομακρύνεται από τον συγγραφέα. Άλλωστε, και ο Thomas Docherty αφήνει μακριά από τον ποιητή το ποιητικό εγώ και ο Wayne Booth τον βλέπει ως μυθοπλαστικό χαρακτήρα που απλά υπόκειται στην υποκειμενική σύλληψη της πραγματικότητας του δημιουργού.

Έτσι, στην πραγματικότητα για να επανέλθουμε στο έργο τούτο ο στιχουργικός αφηγητής είναι ένας υποκριτής και ως τέτοιος επιστρατεύεται για να συνομιλήσει πιο εύκολα με το κοινό∙ αποφεύγει έτσι τον όποιο ποιητικό εγωκεντρισμό μέσω του προσωπείου του ποιητικού εγώ.

Ας σημειώσουμε πως ο Λειδινός όχι λίγες φορές αξιοποιεί παρωδώντας τους αρχαίους μύθους. Η παρωδία ως διακειμενικό σχόλιο βέβαια είναι μία μορφή ποιητικής ειρωνείας. Αν και η παρωδία θεωρητικά έχει ταυτιστεί με το γέλιο/κωμικότητα, στον μεταμοντερνισμό αποτελεί κατά τον Γιώργο Παναγιωτίδη  και την Καλλιόπη Κωστίου μια αυτοαναφορική τέχνη που αναδεικνύει την κειμενικότητα ενεργοποιώντας ένα παλιότερο κείμενο και επεμβαίνοντας στην παράδοση. Μεταμορφώνει τα όρια των ειδών και τα επαναπροσδιορίζει επεκτείνοντας την παράδοση. Εμπεριέχει κι εσωτερικεύει τα κείμενα που κρίνει ή θαυμάζει.

Έτσι και ο Λειδινός αντλεί από το πλούσιο μυθολογικό οπλοστάσιο, υλικό με προστιθέμενο στους αιώνες συναισθηματικού βάρους που έχει εγγραφεί πια στη λαϊκή κουλτούρα και άρα είναι έτοιμο και εύληπτο ώστε εύπλαστα το προσαρμόζει στις δικές του ποιητικές αναζητήσεις. Συνδιαλέγεται με την επική μυθολογία με απότοκο λυρικές συνθέσεις, άλλοτε ειρωνικές, άλλοτε συμβολικές και θέτει το μυθολογικό λογοτεχνικό υλικό στις αγωνίες του παρόντος.

Ας μην προσπεράσουμε όμως την ιδιαίτερη ανατρεπτική ειρωνεία που εντοπίζεται στην έκφρασή του. Μία ειρωνεία που ισορροπεί μεταξύ αρνήσεων, αντιθέσεων, μεταφορών και υπερρεαλιστικής ανοικείωσης και ανατροπής της ποιητικής πλοκής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες συνθέσεις της συλλογής έχουν τουλάχιστον μία άρνηση ή αντίθεση. Οι αρνήσεις κι οι αντιθέσεις τούτες άλλοτε εκφράζονται με το δεν+οριστική και το μην+υποτακτική και άλλοτε με προθέσεις κι επιρρήμματα (δίχως, χωρίς) ή αντιθετικά σχήματα (όχι, αλλά, μηδέ/μήτε, ωστόσο, ούτε) ή λέξεις με στερητικό α–. Την ίδια στιγμή διαμορφώνουν ένα συναισθηματικό πεδίο διαρκών εσωτερικών συγκρούσεων κι ανατροπών, κάτι που εκφραστικά εντείνει και αισθητοποιεί με τις σουρεαλιστικές εικόνες που διεισδύουν στην "πλοκή" των συνθέσεων.

Συχνά η ανατροπή αυτή της “πλοκής” εκδηλώνει ακριβώς μία ειρωνική αντιμετώπιση της καταθλιπτικής πραγματικότητας των διαρκών αρνήσεων και κοινωνικών αντιθέσεων. Απέναντι στην πεζότητα και τον κυνισμό της εποχής, ο Ιάσων Λειδινός επιστρατεύει την ειρωνεία, το ανοίκειο και το ξάφνιασμα. Τα μετατρέπει σε όπλα για να αντιμετωπίσει τον κανιβαλισμό που νιώθει να τον πνίγει. Μα την ίδια στιγμή η ποιητική ειρωνεία αποτελεί μία εκφραστική διέξοδο τόσο για τη συναισθηματική εξισορρόπηση με τον εικονοποιητικό του λόγο όσο και με μία βαθιά στοχαστική διαδρομή στην οποία συχνά οδηγεί τον ακροατή/αναγνώστη.

Και τούτες οι στοχαστικές διαδρομές συνδέονται βεβαίως και με την κοινωνική αγωνία του και με τις οικολογικές του ανησυχίες. Την ίδια στιγμή όμως οι προαναφερόμενες αντιθέσεις κι αρνήσεις αποκτούν και έναν υπαρξιακό χαρακτήρα, καθώς πολύ συχνά συνυπάρχουν με τον θάνατο.

Και είναι αναγκαίο να τονίσουμε εδώ την συχνή του θανάτου παρουσία στην ποίηση του Λειδινού. Νεκροί, σφαγεία και κυνήγι ή εικόνες βίας αιματοβαμμένες συνδέονται σουρεαλιστικά με την απόγνωση του ποιητή μπροστά σε ανατροπές της ζωής, τη μοναξιά και τη φθορά, αισθητοποιώντας τη βία που εισπράττει από τον περίγυρό του. Άλλωστε, όπως λέει κι ο Flusser «οι ποιητές είναι τα αντιληπτικά μας όργανα. Βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε και οσφραινόμαστε βάση μοντέλων, με τα οποία μας εφοδιάζουν οι ποιητές».

Το παράλογο μέσα στη κίνηση του στίχου εισβάλει με έναν σπάνιο δυναμισμό ξαφνιάζοντας με την ανοικείωση το κοινό (35, 34, 40). Υπερρεαλιστικές επιρροές λειτουργούν ως άμυνα μπροστά στον φόβο του θανάτου (45, 41). Έτσι, διαμορφώνει ένα πολυκεντρικό ποιητικό ύφος καθώς πολλές συνθέσεις μέσα από την υπερρεαλιστική μεταβολή της θεματικής τους αποκτούν ένα νέο νοηματικό και συναισθηματικό πυρήνα.

Μέσα στο πλούσιο κάδρο του εικόνες, με ρίζες στον σουρεαλισμό, αποτυπώνουν συναισθηματικά τις στοχαστικές αναζητήσεις του δημιουργού. Για όποιον έχει παρακολουθήσει την ποιητική πορεία του Ιάσονα Λειδινού μέσα στον ΚΑ’ αιώνα, σίγουρα δεν τον ξαφνιάζουν οι έντονες αυτές σουρεαλιστικές πινελιές, μια και ήδη εντοπίστηκαν στον «Κάλχα». Εικόνες φύσης πλάι σε εικονοπλασία κοινωνική δημιουργούν ένα πολυδαίδαλο απεικονιστικά ποιητικό κάδρο, γεμάτο κίνηση και χρώμα. Η λυρικότητα συνδέεται με το επικό στοιχείο, το μεταμοντέρνο με τον υπερρεαλισμό και την κοινωνική ποίηση.

Ο σουρεαλισμός στην ποιητική του με τη συνειρμική συνοχή που επιφέρει διατηρεί έναν σπάνιο αυθορμητισμό. Το παράλογο φαντάζει λογικό και αυτό ήδη το μάθαμε πολύ καλά στη νέα χιλιετία. Αφήνει την πικρή γεύση μιας βαθιάς ειρωνείας που προκαλεί άλγος με τους ήπιους συμβολισμούς και τις στοχαστικές απολήξεις της. Και αυτό σε συνδυασμό με τις σκληρές εικόνες ή το αυτοαναφορικό υποκείμενο φέρνει πιο κοντά τον ποιητικό αφηγητή στον ακροατή.

Μα η εικονοποιία του δεν αποτελεί απλά μία εκφραστική διέξοδο ακριβώς για να καταδείξει το παράλογο που μας πνίγει. Με την ανατρεπτική σουρεαλιστική διείσδυση αποτυπώνονται κοινωνικές παραστάσεις∙ παιδιά, ζώα, αρχαίοι ήρωες και νεκροί ιχνογραφούν παραστάσεις του χώρου γύρω από το ποιητικό έργο με μία έκδηλη κοινωνική αγωνία.

Η ποίηση όμως του Λειδινού δεν είναι κοινωνικής αναζήτησης. Δεν αναζητά μία πολιτική ουτοπία, αλλά μία συναισθηματική δραπέτευση με κοινωνικές απολήξεις. Εκφράζει με ενάργεια μία αγωνία για την κοινωνία με μία υπαρξιακή διάσταση.

Μα θα ήταν λάθος να μην κάνουμε μία αναφορά στη δεύτερη και την τρίτη ενότητα του ποιητικού βιβλίου, παραβλέποντας τα ερωτικά ποιήματα και βεβαίως το ορατόριο. Μόλο που στα ερωτικά το ύφος παραμένει ίδιο, ο ποιητικός λόγος είναι πιο τρυφερός, πιο γλυκός. Όμορφες μεταφορές που ισορροπούν μεταξύ ανοικείωσης και υπερρεαλισμού μεταθέτουν εικαστικά το συναισθηματικό κέντρο βάρους.
Μα και στο ίδιο το ορατόριο ο σουρεαλισμός είναι διαρκώς παρών με αναφορές στη φύση τόσο με το ξάφνιασμα του εξπρεσιονιστικού παραλόγου όσο και με την υπερρεαλιστική συνειρμικότητα.

Επιτρέψτε μου προς το τέλος τούτης της εισήγησης-παρουσίασης μία αναφορά στους τίτλους των συνθέσεων. Ας μην ξεχνάμε πως ο τίτλος κατέχει λειτουργική θέση την ποίηση. Και στην περίπτωση του «νεκρού ερωδιού» τούτο επιβεβαιώνεται από κάθε οπτική. Οι στίχοι δεν συνδέονται άμεσα με τις συνθέσεις, δεν επαναλαμβάνουν κάποιο στίχο. Αν τις εξετάσουμε ως λέξεις αποσπασματικά, θα παρατηρήσουμε ότι μένουν "μετέωρες" ως προς το λεξιλόγιο του ποιήματος.

Μα στη συνειρμική κίνηση της στιχουργικής του είναι εκείνοι που ξεκλειδώνουν την εγγενή ειρωνεία της ποιητικής του Λειδινού. Άλλοτε μονολεκτικά (σπάνια έναρθροι) και άλλοτε επιμήκεις –ως ξεχωριστός στίχος– αφήνουν μία αχλή ειρωνείας και ανατροπής να καλύψει τις συνθέσεις και συχνά μεταλλάσσοντας το μήνυμα. Και τούτο είναι πιο έκδηλο στα ερωτικά. Άλλωστε μία τέτοια ειρωνεία, που εκφράζεται με αντιθετικό νόημα, έχουμε και στον τίτλο της συλλογής.

Επιλογικά, η τελευταία αυτή ποιητική συλλογή του Ιάσονα Λειδινού βρίσκεται στο κέντρο της αέναης διελκυστίνδας μεταξύ έρωτα και θανάτου. Εκφράζει αναζητήσεις υπαρξιακής φύσης –μακριά από τις προηγούμενες συλλογές του– πάνω στο υπεραιώνιο ερώτημα του έρωτα που αντιστέκεται στον θάνατο μια και –όπως συνηθίζω να λέω– ο έρωτας είναι ο θάνατος του ίδιου του θανάτου. Ο Λειδινός αναδεικνύει σκοτεινές πλευρές της ατέρμονης ετούτης μονομαχίας μέσα σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου πρωταγωνιστούν οι νεκροί ως βουβοί υποκριτικοί χαρακτήρες και ο προσωποποιημένος θάνατος απέναντι στον έρωτα. Πρόκειται για μία στιχουργική πινακοθήκη γεμάτη αντιθέσεις κι αρνήσεις που συμβολοποιούν ακριβώς αυτή τη σύγκρουση ως οδοδείκτες μίας ριζοσπαστικής ποιητικής γραφής γεμάτης ζωντάνια συνθέτοντας μια ανθρωπογεωγραφία σε έναν υπερρεαλιστικό καμβά.