Να σκοτώσεις μέσα στην Βουλή της Νότιας Αφρικής με τέσσερις μαχαιριές τον πρωθυπουργό - οραματιστή του απαρτχάιντ Εντρικ Φερβούρτ και, όταν πεθάνεις, έγκλειστος σε ψυχιατρείο, να μη βάλουν στον τάφο σου ούτε καν μια πλάκα με τ' όνομά σου, μόνο μία πέτρα ανάμεσα σε δύο «κανονικούς» τάφους για να δηλώνει ότι κι εκεί υπάρχει θαμμένος κάποιος, υπερβαίνει και τον σουρεαλισμό, και την έννοια της αχαριστίας.

Αλλά μάλλον θα έκανε τον εκτελεστή του ρατσιστή πρωθυπουργού να χαμογελάσει ειρωνικά. Τριάντα περίπου χρόνια μετά τη δολοφονία, ασπρομάλλης πια ο Δημήτρης Τσαφέντας, αυτός είναι ο μετέπειτα νεκρός κάτω απ' την πέτρα, φοράει τη ριγέ ρόμπα των τροφίμων στα ψυχιατρεία της Νότιας Αφρικής, φοράει καμπόικο πράσινο καπέλο, κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι, είναι ροδομάγουλος και καλοξυρισμένος, μιλάει άνετα, δείχνει χαρούμενος και με αυτοπεποίθηση και λέει έχοντας σταυρωμένα τα χέρια:  «(Ο Φερβούρτ) ήταν ένας ανήθικος άνθρωπος και αποφάσισα να τον μαχαιρώσω. Και τον σκότωσα». Στα τελευταία λόγια ξεσταυρώνει τα χέρια και αναπαριστά τη μαχαιριά που έδωσε στο στήθος του Φερβούρτ, που καθόταν στην πρωθυπουργική καρέκλα.

Ήταν 6 Σεπτεμβρίου 1966, ο «έγχρωμος» Μίμης Τσαφέντας, γεννημένος το 1918 στη Μοζαμβίκη από τον Μανώλη Τσαφεντάκη και τη Μοζαμβικιανή Αμίλια Βίλιανς, εργαζόταν στη Βουλή ως κλητήρας και είχε εύκολη πρόσβαση. Ηταν η κατάληξη μιας οδύσσειας που άρχισε από τη γέννησή του.

Στην Αλεξάνδρεια Ο πατέρας δεν παντρεύτηκε την υπηρέτρια-μάνα του, αλλά αναγνώρισε τον γιο και τον έστειλε στη γιαγιά, στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε τα καλύτερά του χρόνια, ωσότου η γιαγιά, που του μάθαινε κρητικά τραγούδια, δεν μπορούσε να τον φροντίζει και τον έστειλε πίσω. Εν τω μεταξύ η μάνα του είχε χαθεί, ο πατέρας είχε παντρευτεί Ελληνίδα, κι είχε έναν γιο και μία κόρη. Οι δυσκολίες άρχισαν νωρίς για τον μικρό Μίμη και πολλαπλασιάστηκαν όταν οι γονείς του μετακόμισαν στην Νότια Αφρική, όπου κάθε μιγάς είναι μέχρι σήμερα ανεπιθύμητος από άσπρους και μαύρους.

Ο ψηλός, ευφραδής, παράξενος και ευφυής Δημήτρης Τσαφέντας το κατάλαβε γρήγορα, έγινε ακόμα πιο παράξενος και βρήκε αντίδοτο τα ταξίδια. Ναυτικός. Μίλαγε οχτώ γλώσσες, περιπλανήθηκε μία εικοσαετία σ' όλο τον κόσμο, νοσηλεύθηκε σε νοσοκομεία ή ψυχιατρεία διάφορων χωρών, ήρθε και στην Ελλάδα αλλά δεν ρίζωσε, επέστρεψε στη Νότια Αφρική, όπου τον κήρυξαν ανεπιθύμητο οχτώ φορές, αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να μπαίνει παράνομα, δούλευε όπου μπορούσε, ήταν κομμουνιστής και χριστιανός, αν κι έλεγε πως δεν ήθελε να τον θάψουν ως έλληνα ορθόδοξο, τον κατέδιδαν στην αστυνομία που τον θεωρούσε τρελό, τον απέλαυναν (όπως σε Ευρώπη και Αμερική), ξανάμπαινε, σχετίστηκε σοβαρά με μια Νοτιοαφρικανή, ζήτησε να διαγραφεί από τα μητρώα ως μιγάς και να καταγραφεί ως μαύρος: «Η σημαία μας να είναι ένα μπλε λιβάδι με ουράνιο τόξο». Τότε προσελήφθη ως κλητήρας στη Βουλή και οργάνωσε το μοναχικό του σχέδιο. Αγόρασε πιστόλι από ναυτικούς ενός ελληνικού πλοίου. Το πιστόλι ήταν ψεύτικο και αγόρασε μαχαίρι.

Στις φυλακές Πήγε για δουλειά στη Βουλή, πλησίασε τον ολλανδικής καταγωγής πρωθυπουργό Φερβούρτ, και του έριξε τέσσερις μαχαιριές. Συνελήφθη, αλλά δεν δικάστηκε ποτέ. Ελεγε πως μια ταινία στο στομάχι του του είπε να μαχαιρώσει τον Φερβούρτ κι ο δικαστής δήλωσε πως δεν μπορεί να τον ανακρίνει γιατί δεν μπορεί να ανακρίνει ένα σκυλί. Το σκυλί το μάζεψε ο μπόγιας και το μάντρωσε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Πρετόρια. Ουρούσαν κι έφτυναν μέσα στο φαγητό του, τον βασάνιζαν, αλλά ο Τσαφέντας άντεξε, συχνά τραγούδαγε τα κρητικά τραγούδια της παιδικής του ηλικίας, ενώ βρήκε για λίγο συντροφιά στον έλληνα αντιρατσιστή Αλέξη Μομπούρη, που σύντομα δραπέτευσε με περιπετειώδη τρόπο.

Η ιδιορρυθμία, η ενδεχόμενη «παραφροσύνη», το χρώμα του, συνετέλεσαν ώστε η πράξη του να μη μνημονεύεται, ακόμα και μετά το τέλος του απαρτχάιντ. Τότε μεταφέρθηκε σε ψυχιατρείο εις ένδειξη υποτυπώδους αναγνώρισης που έλαβε όμως υπόψη ότι ο Τσαφέντας δεν ανήκε πουθενά. Ούτε στους λευκούς ούτε στους μαύρους. Αφού μπορούσε να αποφύγει τα δεινά του ρατσισμού, γιατί σκότωσε; Κανείς δεν τόνισε ποτέ τον ρόλο που, εξ αντικειμένου, έπαιξε η δολοφονία του Φερβούρτ.

Πληρώνοντας την αυτονομία του και την έλλειψη σαφούς πολιτικού λόγου, ο Τσαφέντας αντιμετωπίστηκε ως παρείσακτος, σαν να τους έκλεβε τη δόξα της κατάργησης του ρατσισμού. ―Οσα δεν έκανε η απελευθερωθείσα Νότια Αφρική έκαναν όσοι έμαθαν ή θυμόντουσαν τον παράξενο Ελληνα από μαύρη μάνα που μαχαίρωσε το απαρτχάιντ κι έλιωνε στη φυλακή και στο ψυχιατρείο, ξεχασμένος κι από αυτούς που του όφειλαν ξεροκόμματα, έστω, ηθικής ανταμοιβής. Πέθανε στις 10 Οκτωβρίου 1999. Δεν υπήρξε καμία επίσημη εκπροσώπηση στην κηδεία. Η ζωή του έγινε βιβλίο («Αναπαράσταση μιας δολοφονίας», Ενκ βαν Βούρντεν, εκδ. «Κέδρος»), ντοκιμαντέρ (Μανώλη Δημελλά: Live and let live, Οδοιπορικό στην ταραχώδη ζωή του Δημήτρη Τσαφέντα), θεατρικό έργο (Αντονι Σερ: «Δελτίο Ταυτότητας») κ.ά. Τα μαύρα σκυλιά γαβγίζουν απ' τον τάφο τους τους επιλήσμονες.

Μπορείτε να διαβάσετε σχετικά: «Φυλακές και καταπίεση» του Πιοτρ Κροπότκιν