Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας έδωσαν χρώμα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. «Σμίλεψαν» τον αγώνα για λευτεριά, «χάραξαν» τα όνειρά μας για μια Ελλάδα σοσιαλιστική. Μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, αγωνίστηκαν μαζί με το λαό, γράφοντας λαμπρές σελίδες μνήμης και ιστορίας. Στο πλάι του Κόμματος, εμπνεύστηκαν από τους αγώνες του και τα ιδανικά του.

Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης, η δημιουργία του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της τέχνης. Την περίοδο αυτή για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία. Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, αυτή την περίοδο έγινε η κύρια κατεύθυνση.

Γύρω της συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών και δημιουργήθηκαν πολλά έργα, που έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με τον πολιτικό αγώνα. Παλιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, ανώνυμοι και επώνυμοι, εξέφρασαν, με τα «όπλα» που διέθεταν, τη δυστυχία και τον πόνο, τον αγώνα, αλλά και την πίστη τους για ένα καλύτερο αύριο.

Οι Γιώργος Φαρσακίδης, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, Μέμος Μακρής, Λουκία Μαγγιώρου, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Βάλιας Σεμερτζίδης, Α. Τάσσος, Κώστας Γραμματόπουλος, Αννα Κινδύνη, Γιάννης Στεφανίδης, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Γιώργος Σικελιώτης, Γ. Βελισσαρίσης και πολλοί άλλοι ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του. Ξεχωριστή θέση κατέχει η δημιουργία του Αντώνη Πρωτοπάτση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σκιτσάρει για το «Ριζοσπάστη» τη «Μάχη» και την «Ελεύθερη Ελλάδα». Τα σχέδιά του αυτά αποτύπωσαν φιγούρες και γεγονότα σημαντικά όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για τη δραματική περίοδο αυτού του τόπου, που συνοδεύτηκε με τις εκτοπίσεις και την εξόντωση των αγωνιστών της Αντίστασης από το μετεμφυλιακό κράτος (και παρακράτος) της Δεξιάς.

Το «σχολειό» του Κεφαλληνού

Πιστός στις αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Τάσσος Αλεβίζος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική, πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στο «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές – λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού.

Μέσα σ’ αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του ’30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».

Σε διαφορετικό ύφος κινείται η δημιουργία της Βάσως Κατράκη. Μαθήτρια και εκείνη του Γ. Κεφαλληνού, δημιουργεί τα πρώτα της έργα κάτω από την επίδραση του δασκάλου της. Είναι ειδυλλιακά – λυρικά τοπία, απλοί καθημερινοί άνθρωποι των παιδικών της χρόνων. Γενικά, στο εργαστήρι του Κεφαλληνού έπνεε αέρας δημοκρατικής ελευθερίας και η συμβολή του εργαστηρίου του στάθηκε πατριωτική στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα.

Οραματιστής κι αγωνιστής ο Γ. Κεφαλληνός, φιλοτέχνησε και εκείνος δεκάδες έργα, πλημμυρισμένα από το βαθύ ανθρώπινο πόνο, από τον πύρινο ποταμό της Κατοχής. Μερικά, μάλιστα, από το μαρτυρολόγιο που τ’ ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942), καταστράφηκαν από τους Γερμανούς.

Τα χρόνια της Αντίστασης έδωσαν νέα πνοή στη δημιουργία της Β. Κατράκη. Η εμφάνιση των Γερμανών, τα βασανιστήρια, οι πένθιμες νεκρικές πομπές, το λαϊκό δικαστήριο, γυναίκες και παιδιά, είναι μερικές από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου. Με τραγικότητα και εκφραστικότητα η Β. Κατράκη δεν προσπαθεί να πετύχει την ακριβή απεικόνιση των μορφών, στους τόπους εξορίας όπου κρατείται. Γι’ αυτήν ο άνθρωπος, η μητέρα, το παιδί, μετατρέπεται σε μια οικουμενική μορφή, που ενσαρκώνει όλο το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας και συμπόνιας.

Ο ζωγράφος των αγώνων

Τα χρόνια του πολέμου και το κίνημα της Αντίστασης έβαλαν τη σφραγίδα τους και στο έργο του Β. Σεμερτζίδη. Ο εθνικός ρομαντισμός και η διακοσμητικότητα, που χαρακτηρίζουν τη δουλιά του καλλιτέχνη στη δεκαετία του ’30, δίνουν τη θέση τους στην άμεση αίσθηση της πραγματικότητας. «Τα παιδιά της πείνας» (ολόκληρη σειρά 1941 – 1943), «1941», «Χειμώνας 1941», είναι μερικά από τα έργα αυτής της περιόδου. Τα περισσότερα είναι σειρές σχεδίων εκ του φυσικού. Βασικό για τον Β. Σεμερτζίδη είναι ένα έργο – ντοκουμέντο, ένα ευρύ πανόραμα της ίδιας της ζωής, μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και στα δεινά του, ενάντια στο θάνατο και στην καταστροφή. Μπορούμε να πούμε ότι ο Β. Σεμερτζίδης εγκαινίασε μια νέα ιδεολογική -καλλιτεχνική κίνηση. Μια κίνηση που στηρίχτηκε στην πείρα της Αντίστασης και αποτέλεσε την επαναστατική δημοκρατική κατεύθυνση στην ελληνική τέχνη των μεταπολεμικών χρόνων.

Οι εικαστικοί του ΕΑΜ

Η δικτατορία του Μεταξά βρίσκει τον Χρ. Δαγκλή σπουδαστή, να συμμετέχει στην παράνομη δουλιά για την ανατροπή της. Ο δάσκαλός του, Γ. Κεφαλληνός, οργανώνει το εργαστήρι για τις παράνομες αφίσες. Μαζί του και ο Χρήστος Δαγκλής. Με την κήρυξη του πολέμου βρίσκεται στρατιώτης στην Κέρκυρα και φεύγει για τα Γιάννενα, όπου συμμετείχε στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ και στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Αγωνιστής». Το 1942, ο Χρ. Δαγκλής φεύγει για την Αθήνα. Ολο αυτό το διάστημα, αποσπασμένος στην ΕΠΟΝ, εργάζεται παράνομα στα οργανωτικά και παράλληλα χαράσσει ένσημα και άλλο παράνομο υλικό. Το Μάη του 1944 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο «κελί των μελλοθανάτων» στο Γουδί.

Ακολουθούν τέσσερις μήνες βαρβαρότητας και κτηνωδίας. Ο Δεκέμβρης του ’44 τον βρίσκει στη διαφώτιση της ΚΕ του ΕΑΜ. Το Μάη του 1946 και πάλι συλλαμβάνεται για «αντεθνική δράση» και ακολουθούν (έως τα τέλη του ’56), τα χρόνια της εξορίας. Στα σχέδιά του και στα χαρακτικά του μένει περισσότερο πιστός στην ανθρώπινη μορφή και στις σκηνές από τα βιώματα και τη ζωή των εξορίστων.

Στη Μακρόνησο και τον Αϊ – Στράτη ο ΕΠΟΝίτης Γ. Φαρσακίδης διδάχθηκε από τον Χρήστο Δαγκλή τα «μυστικά» της χαρακτικής τέχνης. Η χαρακτική του Γ. Φαρσακίδη απεικονίζει με λιτό και ωμό ρεαλιστικό ιδίωμα τα βιώματά του από τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του κατακτητή, αλλά και τις σκληρές συνθήκες της εξορίας. Τα θέματα των έργων του αντλούνται από τη ζωή και την αντίστασή του στο βουνό, στην πόλη και στην εξορία.

Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης βγήκε ο Δημήτρης Γιολδάσης στο βουνό και δούλευε στη διαφώτιση και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ΕΛΑΣ. Παράλληλα ζωγράφιζε και εικονογραφούσε μια αντιστασιακή σατιρική εφημερίδα. Μαζί με άλλους ζωγράφους, έκανε τοιχογραφίες με τους ήρωες του ’21 (δε σώθηκαν), στο κτίριο του Εθνοσυμβουλίου στις Κορυσχάδες. Μετά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη, αλλά γρήγορα αποφυλακίστηκε. Από το 1966 ο Δ. Γιολδάσης εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καρδίτσα και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το τοπίο του Θεσσαλικού κάμπου και τις δραστηριότητες του ανθρώπου.

Αταλάντευτα «στρατευμένοι»

Τέκνο μιας γενιάς σημαδεμένης, ο Μέμος Μακρής χαρακτηρίστηκε σαν ο σημαντικότερος από τους παραστατικούς Ελληνες γλύπτες. Ποιητής της ύλης, διεθνιστής καλλιτέχνης, μεγάλος δημιουργός, ακούραστος αγωνιστής της ειρήνης. Τα γλυπτά του κλείνουν μέσα τους την καρδιά και τις ελπίδες μας. Τα έργα του Μ. Μακρή, παραμένουν σύμβολα, όχι ενός ανθρώπου, αλλά μιας κοινωνικής δύναμης, του ήρωα λαού, που έχει μνήμη και ιδανικά, που μένει πιστός στο νόημα της αντίστασης στη φασιστική βαρβαρότητα και την καταπίεση κάθε παλιάς και νέας μορφής. Μέλος του Κόμματος, έλεγε χαρακτηριστικά «Δε μετανιώνω και δε λυπάμαι για τίποτα, απ’ όσα έκανα και πέρασα».

Ζωγράφος και χαράκτης, ο Δ. Μεγαλίδης, ύμνησε στα έργα του τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο αγωνιστή της λευτεριάς, τον άνθρωπο της βιοπάλης, που μοχθεί για την καθημερινή του επιβίωση στις σκληρές συνθήκες της σύγχρονης πραγματικότητας. Από πολύ νωρίς στρατεύτηκε στα ιδανικά της Αντίστασης και του αγώνα. Μαζί με τους δεκάδες καλλιτέχνες, που πάλεψαν με τα δικά τους όπλα τον κατακτητή και έγραψαν λαμπρές και ηρωικές σελίδες, ο Δ. Μεγαλίδης συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Καρπός αυτής της προσφοράς το μνημειώδες για τη νεότερη ελληνική ιστορία «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945» με προσωπογραφίες αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και συνθέσεις από την καθημερινή ζωή τους.

Αγέρωχη, γελαστή, ευαίσθητη και αδάμαστη. Η Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, ήταν η αγωνίστρια, που σ’ όλη της τη ζωή, ακούραστα, πάλεψε πλάι στο λαό μας, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, για ένα καλύτερο αύριο. Η γυναίκα, που ένωσε τη φωνή της με τις εκατοντάδες συνεξόριστές της στα κολαστήρια της Χίου, του Τρίκερι, της Μακρονήσου. Η ζωγράφος, που φώτισε με το χρωστήρα της μορφές του αγώνα, μορφές του έπους της Εθνικής Αντίστασης. Ο άνθρωπος, που το ήθος και η σεμνότητά της θα μείνει πολύτιμη κληρονομιά στους νεότερους.

Πρωτομάστορας και ποιητής της τέχνης της φωτογραφίας, ο Σπ. Μελετζής χαρακτηρίστηκε ως «φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης». Το έργο του τεράστιο, «μουσείο της εργατιάς, της αγροτιάς, των αγώνων του λαού, όλης της Ελλάδας». Κατέγραψε με το φακό του τα όνειρα, τις ελπίδες, τους αγώνες, τους καημούς και τις προσδοκίες των Ρωμιών, διασώζοντας μέχρι τις μέρες μας, σε άσπρο και μαύρο, μια Ελλάδα με πολλά χρώματα.

Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ [Αναδημοσίευση από το blog http://erodotos.wordpress.com/]