Πριν 6.000 χρόνια ο Πειραιάς ήταν... νησί, επιβεβαιώνει μια νέα ελληνο-γαλλική έρευνα που επαληθεύει τα γραπτά του αρχαίου Έλληνα ιστορικού και γεωγράφου Στράβωνα, ο οποίος είχε γράψει, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., ότι ο Πειραιάς ήταν κατά το παρελθόν του νησί απέναντι από την ηπειρωτική Αττική.

Η νέα έρευνα Ελλήνων και Γάλλων γεωλόγων και αρχαιολόγων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πράγματι πριν από περίπου 6.000 χρόνια ο Πειραιάς χωριζόταν από την ξηρά με μια υδάτινη έκταση.

Οι επιστήμονες επιβεβαίωσαν την υπόθεση του Στράβωνα, συνδυάζοντας την ανάλυση ιστορικών και χαρτογραφικών δεδομένων με παλαιοπεριβαλλοντολογικά στοιχεία και χρονολόγηση με τη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα των γεωλογικών δειγμάτων που ελήφθησαν από γεωτρήσεις στην περιοχή του Κηφισού, νοτιοδυτικά της Αθήνας.

Τα πορίσματα αυτής της διεπιστημονικής γεωαρχαιολογικής έρευνας δείχνουν ότι όντως ο Πειραιάς ήταν κάποτε νησί. Στην αρχή της Ολοκαίνου Εποχής, ο βραχώδης λόφος του Πειραιά συνδεόταν με την ξηρά της Αττικής με στενή λωρίδα γης με τη μορφή χερσονήσου. Στη διάρκεια της ύστερης Νεολιθικής Περιόδου (4850 - 3450 π.Χ.) ο Πειραιάς μετατράπηκε σε νησί, εξαιτίας μιας ανόδου των υδάτων. Μεταξύ των ετών 2850 και 1550 π.Χ., στην πρώιμη και μέση Εποχή του Χαλκού, ο Πειραιάς ήταν χωρισμένος από τη στεριά με μια όλο και πιο ρηχή λιμνοθάλασσα, καθώς οι συνεχείς προσχώσεις ιζημάτων από τα ποτάμια έκαναν ολοένα πιο αβαθή την υδάτινη περιοχή, ώσπου τελικά η περιοχή απέκτησε χαρακτηριστικά βάλτου.

Τον 5ο αι. π.Χ., ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων και μετά ο Περικλής συνέδεσαν τον Πειραιά με την Αθήνα μέσω δύο "μακρών τειχών", τα οποία εν μέρει κατασκευάστηκαν πάνω στο παράκτιο έλος (αλίπεδο), το οποίο είχε απομείνει μετά την μερική απόσυρση των υδάτων.

Η μελέτη αποκαλύπτει, έτσι, ότι υπήρξε μια εντυπωσιακή εξέλιξη του τοπίου του Πειραιά στο παρελθόν, ενώ ερώτημα παραμένει πώς ο Στράβων υπέθεσε σωστά ότι κάποτε ήταν νησί.

Η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο γεωλογικό περιοδικό «Geology», έγινε από τον Κοσμά Παυλόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Γεωμορφολογίας στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, τη Μαρία Τριανταφύλλου, λέκτορα στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και τους Ζαν-Φιλίπ Γκουαράν, Ερίκ Φουάς και Ρολάν Ετιέν του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) και του Πανεπιστημίου του Παρισιού.