The lovely bones - Παραδεισένια οστά
Τέρατα και έφηβες: αυτές είναι οι δύο κατηγορίες χαρακτήρων στις οποίες φαίνεται να ειδικεύεται ο Πίτερ Τζάκσον. Του πήρε αρκετό καιρό και διάφορες άλλες κινηματογραφικές περιπέτειες, όπως το ξεκοίλιασμα πολλών, πολλών Ορκς και η ανάσταση του Κινγκ Κονγκ, αλλά 16 χρόνια μετά το εξαιρετικό «Ουράνια πλάσματα», επιστρέφει με πρωταγωνίστρια μια έφηβη κοπέλα - αυτή τη φορά όμως η πρωταγωνίστρια είναι στο ρόλο του θύματος, κι όχι του θύτη. Της Χριστίνας Λιάπη
Βασισμένο στο γνωστό μυθιστόρημα της Άλις Σίμπολντ, το «Παραδεισένια οστά» έχει ως αφηγήτρια τη 14χρονη Σούζι Σάλμον, η οποία μας ανακοινώνει στα πρώτα κιόλας λεπτά ότι πρόκειται να δολοφονηθεί. Ζούμε μαζί της τις τελευταίες της μέρες και μαθαίνουμε για τα χόμπι της, γνωρίζουμε την οικογένειά της, τις φίλες της, τον σχολικό της έρωτα, όπως και τον αλλόκοτο γείτονα, Τζορτζ Χάρβι. Όταν η ζωή της στη Γη διακοπεί βίαια, η Σούζι μεταφέρεται σε έναν άλλο, παράλληλο κόσμο (ή «ενδιάμεσο» όπως επιμένει η ταινία, μάλλον για να αποφύγει χαρακτηρισμούς τύπου «παράδεισος», που η ελληνική μετάφραση τονίζει) και παρακολουθεί από μακριά την οικογένειά της, ενώ προσπαθεί να καταλάβει τον νέο, σουρεαλιστικό κόσμο γύρω της.
Παρόλο που θεωρητικά αυτές είναι οι σκηνές που θα περίμενε κανείς να χειριστεί καλύτερα ο Τζάκσον του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και λοιπών άλλων ταινιών φαντασίας, ο παράλληλος κόσμος στον οποίο καταλήγει η Σούζι είναι οπτικά εντυπωσιακός αλλά στερείται ουσίας. Στην προσπάθειά του να μην δώσει θρησκευτικές πτυχές στην απεικόνιση του (κι ευτυχώς δηλαδή), ο Τζάκσον δημιουργεί ένα περιβάλλον που μοιάζει περισσότερο με βουτιά στο υποσυνείδητο της κοπέλας, παρά μια πραγματικά φρέσκια προσέγγιση στην έννοια της ύπαρξης ενός τέτοιου κόσμου. Αναμνήσεις από τη γήινη ζωή της, φαντασμαγορικές εικόνες και χρώματα, και διασκέδαση αλά δεκαετία ’70 φτιάχνουν ενίοτε εμπνευσμένες εικόνες (όπως η παραλία με τα καράβια-μινιατούρες του πατέρα της, το κιόσκι που γίνεται το καταφύγιο της), και η ερμηνεία της Σέρσε Ρόναν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων (έχοντας μάλιστα αρκετές δύσκολες σκηνές με ελάχιστους διαλόγους), αλλά ο χρόνος που περνάμε εκεί δεν προσθέτει ιδιαίτερα ούτε στους χαρακτήρες ούτε στην πλοκή, και καταλήγει να κουράζει, ενώ οι συνδετικές σκηνές που μεταφέρουν τη δράση πότε στον ένα κόσμο και πότε στον άλλο είναι μάλλον κακοφτιαγμένες και προφανείς.
Το άλλο μισό της ιστορίας, δηλαδή η οικογένεια που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της, είναι αυτό που τελικά κρατά το ενδιαφέρον. Οι Ρέιτσελ Βάις και Μαρκ Γουόλμπεργκ (αναμενόμενα καλή η πρώτη αλλά έκπληξη ο δεύτερος) συγκινούν χωρίς υστερίες και ευκολίες, ενώ ο πάντα αξιόπιστος Στάνλεϊ Τούτσι στο ρόλο του γείτονα-δολοφόνου πραγματικά απογειώνει τις σκηνές στις οποίες εμφανίζεται. Σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας φαίνεται να ταιριάζει περισσότερο και ο Τζάκσον, ο οποίος δείχνει σημάδια από τη μαεστρία που τον καθιέρωσαν· οι αναλαμπές είναι λίγες (π.χ. όταν η μικρή αδερφή της Σούζι μπαίνει στο σπίτι του δολοφόνου για στοιχεία και βρίσκεται τετ-α-τετ μαζί του ή στη μινιμαλιστική αλλά ανατριχιαστική σκηνή του φόνου) αλλά δίνουν μιαν άλλη πνοή στο σύνολο και ανανεώνουν το ενδιαφέρον – μέχρι να έρθει η επόμενη σκηνή στο «ενδιάμεσο» κόσμο και να μας γειώσει πάλι. Ακούγεται περίεργο, αλλά το κομμάτι της μετά θάνατον αφήγησης για το οποίο είναι πιο γνωστό το βιβλίο (και το πιο ελκυστικό όσον αφορά την πρωτοτυπία του ίσως) είναι αυτό που ο Τζάκσον επενδύει με τη λιγότερη φαντασία και αυτό που τελικά καταδικάζει την ταινία στη μετριότητα.


















