Hurt Locker, ένα όσκαρ εντός έδρας, του Βασίλη Κεχαγιά

tvxs.gr/node/33460

Τίτλος ταινίας : The Hurt Locker
Σκηνοθεσία : Κάθριν Μπίγκελοου
Παίζουν : Τζέρεμι Ρένερ, Άντονι Μακί, Μπράιαν Γκέραρτι, Ραλφ Φάινς, Γκάι Πιρς, Ντέιβιντ Μορς

Η Βαγδάτη έχει γίνει μια πόλη -παγίδα γεμάτη από βόμβες και ανθρώπους καμικάζι που θυσιάζουν την ζωή τους. Περίπου κάθε δεκαπέντε λεπτά γίνεται έκρηξη από έναν αυτοσχέδιο μηχανισμό με θανατηφόρες επιπτώσεις. Η Β- Company είναι η μοναδική ομάδα που έχει εκπαιδευτεί να αφοπλίζει αυτές τις θανατηφόρες βόμβες. Ο λοχίας Σάνμπορν, ένας πρώην καταδρομέας, και ο λοχίας Έλτριτζ, ένας νέος που φιλοσοφεί την ζωή, έχουν μόνο 38 μέρες να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Αναγκάζονται να συνεργαστούν με τον καινούριο αρχηγό της ομάδας, Γουίλιαμ Τζέιμς, ο οποίος εφαρμόζει περίεργες τεχνικές και δείχνει να απολαμβάνει το παιχνίδι με τον θάνατο, κάτι που τρομάζει τους υπόλοιπους στρατιώτες.

Ένα όσκαρ εντός έδρας

Ένα – ένα : από τη μια η σκηνοθεσία της Κάθλιν Μπίγκελοου, πραγματικό κομψοτέχνημα, κεντάει το χρόνο, δηλαδή τον κινητήριο μηχανισμό μιας ταινίας, με βελονάκι την κάμερα και νήμα το μοντάζ. Παρά το γεγονός ότι ο τρόπος άρθρωσης της αφήγησης δεν είναι πρωτότυπος, είναι ωστόσο τελειοποιημένος. Όταν πριν από 25 χρόνια ο Όλιβερ Στόουν με το «Πλατούν» παρουσίαζε τον πόλεμο μέσα από υποκειμενικά πλάνα και κάμερα στο χέρι και απαντούσε στην προηγηθείσα φιλοσοφική διάθεση του Κόπολα και της «Αποκάλυψης» , ίσως λίγοι θα φαντάζονταν ότι αυτή η μέθοδος κινηματογράφησης από πρωτοπορία θα γινόταν κάποτε κοινός τόπος. Πάνω σ’ αυτήν την πεπατημένη γραμμή βάδισε η Μπίγκελοου, προσθέτοντας τον παράγοντα «χρόνος». Από τον μακροσκοπικό χρόνο (η ταινία μετράει αντίστροφα τις μέρες παρουσίας της διμοιρίας στο Ιράκ που απομένουν) ως τον μικροσκοπικό, των κλασματικών δευτερολέπτων που μεσολαβούν για την αποσύνδεση ενός εκρηκτικού μηχανισμού, ο θεατής βιώνει καθηλωμένος την αγωνία και την ένταση των στρατιωτών.

Ο πυροτεχνουργός στη μέση ενός γηπέδου, αγωνίζεται για τη νίκη της ομάδας του, πάνω από έναν εκρηκτικό μηχανισμό σα να είναι να χτυπήσει ένα πέναλτι. Γύρω του, στα μπαλκόνια, οι φίλαθλοι της αντιπάλου ομάδας, Άραβες, με δεδομένα τα αισθήματά τους για την εξέλιξη του αγώνα. Ο Αμερικανός πυροτεχνουργός εκτός έδρας…Ο πρώτος χάνει το πέναλτι και σκοτώνεται. Ο αντικαταστάτης του, πιο θρασύς, αντιμετωπίζει τη μάχη σχεδόν κυριολεκτικά σαν παιχνίδι και κατορθώνει να επιβιώσει. Ένα μικρό παιδάκι από τη γειτονιά αυτοχρίζεται «Μπέκαμ», πουλάει πορνό αντί πέντε δολαρίων και γίνεται φίλος με τους αντιπάλους. Επιλέγοντας κι αυτός να αγωνιστεί εκτός έδρας (υιοθετεί όλα τα δόγματα της αμερικανικής αγοράς, ζώντας στο Ιράκ) θα χάσει τη ζωή του. Παίζοντας εκτός έδρας, πάντα χάνεις. Ιδίως όταν έχεις αποκτήσει εξάρτηση από το «παιχνίδι» κι όταν η οθόνη γράφει GAME OVER, εσύ ξαναρίχνεις κέρμα και ξαναρχίζεις…

Μια ολόκληρη Αμερική παίζει συνέχεια εκτός έδρας, της έχει γίνει συνήθεια, της έχει γίνει ναρκωτικό. Στα γήπεδα, όμως, που επιλέγει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης (από το Βιετνάμ ως το Ιράκ) η ατμόσφαιρα είναι εχθρική, η σκόνη και η υγρασία της αρένας, όπως έξοχα κινηματογραφείται, ιδιαίτερα ανθυγιεινή και οι αντίπαλοι σκληρά καρύδια. Αργά ή γρήγορα το ματς θα χαθεί, μοιάζει να λέει η Μπίγκελοου, αφού μάλιστα τα γεμάτα στομάχια αντιμετωπίζουν ομάδες με πρόβλημα επιβίωσης, σε γήπεδα όπου και μια σταγόνα νερό αποκτά αξία χρυσού.

Στο άλλο σκέλος, παρ’ όλα αυτά, η σκηνοθέτις αποφεύγει να μπει στα αποδυτήρια των αντιπάλων, έχοντας ως δικαιολογία την απόλυτα υποκειμενική κινηματογράφηση κι έτσι όλο το φιλμ παίρνει μια μορφή ψυχολογικής ανάλυσης, παρά πολιτικής ή ό,τι άλλο. Με τον τρόπο αυτό η Μπίγκελοου πραγματοποιεί τη δική της ντρίπλα, ξεφεύγει από τα δύσκολα, καταφεύγει σε αντιστικτικά κλισέ του είδους «αμερικανικός καταναλωτικός πληθωρισμός – τριτοκοσμική φτώχεια και ανέχεια», πλατειάζει στο τέλος, αλλά φέρνει το παιχνίδι στο δικό της γήπεδο. Μέσα στην έδρα σου πάντα κερδίζεις, ακόμη και το Όσκαρ, ακόμη και με αντίπαλο τον πρώην σύζυγό σου !

See video