Buried: Όλος ο κόσμος σ’ ένα φέρετρο, του Β. Κεχαγιά
Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Κορτές. Παίζουν: Ράιαν Ρέινολντς
Ο Πολ Κόνροϊ δεν είναι έτοιμος να πεθάνει. Όταν, όμως, ξυπνάει 2 μέτρα κάτω από τη γη, χωρίς ιδέα για το ποιος ή γιατί τον έκλεισε εκεί, η ζωή του γίνεται μονομιάς, μάχη για επιβίωση. Θαμμένος, μόνο μ' ένα μόνο κινητό τηλέφωνο κι έναν αναπτήρα, η επαφή του με τον έξω κόσμο και η ικανότητα του να συνδέσει τα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να ανακαλύψει το μέρος που βρίσκεται, είναι εξοργιστικά περιορισμένες. Το κακό σήμα, η μπαταρία που τελειώνει, το οξυγόνο που ελαττώνεται γίνονται οι μεγαλύτεροι εχθροί του σε μια στενόχωρη μάχη με το χρόνο. Σε κατάσταση πανικού, απόγνωσης, παραληρήματος, ο Πολ έχει μόνο 90 λεπτά για να μπορέσει να σωθεί, πριν ο χειρότερος εφιάλτης του γίνει πραγματικότητα.
Όλος ο κόσμος σ’ ένα φέρετρο, Του Βασίλη Κεχαγιά
Ως τις αρχές του 2010 θα πίστευε κανείς ότι οι τανίες του Ίγκμαρ Μπέργκμαν, με την κάμερα να κινείται στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ήταν αυτές που εξαντλούσαν το οξυγόνο ενός κλειστού χώρου. Ήταν τότε που εμφανίστηκε ο «Λίβανος» του Σαμουέλ Μαόζ, που στρίμωχνε τέσσερις ανθρώπους και μια κάμερα μέσα στον ασφυκτικό χώρο ενός τανκ και δημιουργούσε μια μικροκοινωνία σε δέκα τετραγωνικά μέτρα. Ώσπου ήρθε ο Ροντρίγκο Κορτές, ένας Χιλιανός σκηνοθέτης σε μια ανεξάρτητη αμερικανική παραγωγή, να συμπιέσει έναν ολόκληρο πλανήτη στο εσωτερικό ενός φέρετρου. Και μόνον αυτό το εγχείρημα, όταν ολοκληρώνεται με επιτυχία αρκεί για να σε εγγράψει στα κατάστιχα της παγκόσμιας κινηματογραφικής ανθολογίας. Κάπως σαν τον τρόπο του Χατζηπαναγή, που όπως έλεγαν οι παλιοί μπορούσε να ντριπλάρει μέσα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο, ο σκηνοθέτης με την κάμερα στα χέρια ντριπλάρει περίτεχνα κάθε συμβατική γωνία λήψης και κάνει το φέρετρο, στο οποίο είναι έγκλειστος ο πρωταγωνιστής του, να γίνεται απειροεκτατό όσο να συναντήσει ολόκληρο τον κόσμο.
Ένας Αμερικανός οδηγός φορτηγού συλλαμβάνεται από Ιρακινούς «τρομοκράτες» και κρατείται ως όμηρος στο εσωτερικό ενός νεκροκόφινου, με απαίτηση καταβολής λύτρων για την απελευθέρωσή του. Μόνα του όπλα στον πόλεμο αυτόν ένας αναπτήρας και ένα κινητό τηλέφωνο, να εκπροσωπούν το φως της ζωής που τρεμοσβήνει και την ανθρώπινη ανάγκη της επικοινωνίας. Σε μια σειρά από «αντιπροσωπευτικές» συνομιλίες (με τη σύζυγό του, την ερωμένη του, το αφεντικό του, το FBI, το υπουργείο εξωτερικών, τον αρχηγό της ομάδας διάσωσης των ομήρων στο Ιράκ και τον απαγωγέα του) πρωταγωνιστής και θεατής συνειδητοποιούν ταυτόχρονα ότι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σ’ ένα λαβύρινθο, όπου ενώ χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία η επικοινωνία και η πληροφορία περισσεύουν, η ουσιαστική επαφή βρίσκεται σε ανεπάρκεια. Εκεί, στο εσωτερικό του φέρετρου αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι αυτό που η πατρίδα του ονομάζει «τρομοκρατία» πολλές φορές δεν είναι παρά υπεράσπιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανάγκη επιβίωσης, ενώ μέσα από τις τηλεφωνικές του επικοινωνίες βασανιστικά διαπιστώνει ότι το κράτος που υποτίθεται ότι ήταν ο φύλακας άγγελός του δεν είναι παρά ένας μηχανισμός που κατάντησε τους ανθρώπους νεκρούς, ευρισκόμενους εν ζωή. Με άλλα λόγια στην απελπισμένη προσπάθειά του να αποσπάσει βοήθεια από την προστάτιδα – μητέρα πατρίδα – Αμερική, έχει απέναντί του άτομα έγκλειστα στο κιβούρι της γραφειοκρατίας και της στέρησης πρωτοβουλιών.
Όλα, λοιπόν, είναι θέμα γωνίας λήψης, όπως ακριβώς και στο σινεμά. Ο Ροντρίγκο Κορτές εκμεταλλεύεται κάθε δυνατή θέση του εικονοληπτικού του εργαλείου και καθεμιά από αυτές ισοδυναμεί με μία διαφορετική κοσμοθεώρηση, μια διαφορετική αντίληψη του κόσμου, πάντα όμως ειδωμένη από τα μάτια του τρόμου. Ένας πολίτης της Δύσης μακριά από τη θεωρητική θαλπωρή του σπιτιού του και την επίσης θεωρητική ασφάλεια του κράτους του, πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μεγάλο Τρομοκράτη, τον θάνατο. Αυτόν δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει και όσο το φως στερεύει, τόσο το άτομο σκοτεινιάζει από τη ματαιότητα του βίου του. Εκείνο που λείπει από τον έξοχο στα πρωταγωνιστικά του καθήκοντα Ράιαν Ρέινολντς (μοναδικό ηθοποιό της ταινίας) είναι η αξιοπρέπεια για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου άδοξου φινάλε. Του τη στέρησαν από καιρό, κρατώντας τον όμηρο σ’ ένα κοινωνικό φέρετρο γεμάτο κάμερες παρακολούθησης και κινητά άψυχης επικοινωνίας, όπου το φως ολοένα και λιγοστεύει.


















