Τα θαύματα τα κάνουν οι άνθρωποι, του Βασίλη Κεχαγιά

tvxs.gr/node/35228

ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ : ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗ ΛΟΥΡΔΗ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζέσικα Χάουσνερ

ΠΑΙΖΟΥΝ: Σιλβί Τεστίντ, Μάρτιν Τόμας Πεσλ, Λία Σεντού, Ζιλέτ Μπαρμπιέρ, Γκέραρντ Λίμπμαν, Ελίνα Λέβενσον

Η Κριστίν έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της πάνω σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Όταν αποφασίζει να επισκεφτεί τη Λούρδη, θρυλικό τόπο προσκυνήματος,, το κάνει περισσότερο για να ξεφύγει απ' την απομόνωσή της, παρά από πίστη σ' ένα θαύμα. Ένα πρωί, όμως, ξυπνάει θεραπευμένη, μπορεί ξανά να περπατήσει. Κι ενώ το θαύμα προκαλεί ζήλια και θαυμασμό, η Κριστίν προσπαθεί να επωφεληθεί απ' αυτή την απρόσμενη τύχη.

ΤΙΤΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ: ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Υπάρχει ένα ανέκδοτο, ευρέως διαδεδομένο στη Δύση, που ακούγεται και στην ταινία : ο Χριστός ρωτάει την Παναγία «Πού θα πάμε διακοπές φέτος ;». « Πάμε στην Ιερουσαλήμ», προτείνει η Παναγία. «Μπα, έχω πάει εκεί και πέρασα άθλια. Πάμε καλύτερα στη Λούρδη !», αντιπροτείνει ο Χριστός. «Α, ωραία ! Δεν έχω πάει ποτέ εκεί». Σαρκάζεται έτσι η θεωρητικά συχνή παρουσία της Παναγίας στη Λούρδη (την πόλη της Νότιας Γαλλίας, κάτι σαν την ελληνική Τήνο), όπου υποτίθεται ότι εμφανίζεται συχνά η Παναγία και πραγματοποιεί συχνά θαύματα. Ακριβώς πάνω σε αυτόν τον καμβά, η Αυστριακή Τζέσικα Χάουσνερ κεντάει το δικό της μικρό θαύμα, με τρόπο που μόνον η βελόνα της τέχνης μπορεί να καταφέρει.

Η σκηνοθέτις παίρνει τα ψυχρά χρώματα του νέον, το τετραγωνισμένο περιβάλλον του θρησκευτικού τουρισμού και την εικαστική αφαίρεση, όπως την έχει μεταφέρει ήδη στον κινηματογράφο ο Ρομπέρ Μπρεσόν και οι όμοιοί του και περιμένει από το θεατή να προσθέσει το δικό του συναίσθημα, για να ζεστάνει το σκηνικό. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι το πώς θα αντληθεί μέσα από αυτήν την παγωμένη φιλμική έκταση η θέρμη των αισθημάτων. Το έργο της μετάγγισης αναλαμβάνει η εξαιρετική πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Σιλβί Τεστίντ. Καθηλωμένη στην αναπηρική καρέκλα, αναζητά το θαύμα, παρακολουθεί με συνέπεια το «θρησκευτικό πρωτόκολλο» και ποτίζει με το υγρό της βλέμμα (το μόνο ουσιαστικά ζωντανό στοιχείο τα ταινίας) την ξεραΐλα του τοπίου. Δίπλα της μια καταπιεστική μητέρα, απελπισμένη θεούσα, αστυνόμοι που φλερτάρουν με την πνευματική νέκρωση και ένα σωρό θρησκευτικά σουβενίρ που κινούνται στα όρια της γελοιότητας.

Ακυρώνοντας, λοιπόν, την όποια μεταφυσική διάσταση του όλου περιστατικού, κινηματογραφώντας το πλήθος με τη μορφή αγέλης, τα θρησκευτικά σύμβολα με τη μορφή εμπορικών προϊόντων και τους διαχειριστές της χριστιανικής ιδεολογίας (παπάδες και λοιποί) με τη μορφή αχρείων, εμπορικών μεταναστών, η Χάουσνερ καταφέρνει ακριβώς αυτό το μικρό θαύμα για το οποίο μιλήσαμε : εγκαθιστά τη μεταφυσική αγωνία στο εσωτερικό του ατόμου και αναδεικνύει το «πρόσωπο» ως μοναδικό αξιόπιστο φορέα της αγάπης, άρα και της όποιας υπερκόσμιας δυνατότητας διαθέτει. Ουσιαστικά, την ίδια στιγμή, η σκηνοθέτις πραγματοποιεί ένα σχόλιο πάνω στην ίδια τη φύση της τέχνης της, όπου το εντυπωσιακό και φωτεινό είναι ουσιαστικά νεκρό και σκοτεινό, ενώ το πραγματικό φως - η αληθινή κινητήρια δύναμη των θαυμάτων – βρίσκεται σ’ αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «ψυχή», αυτό δηλαδή που διαθέτει το ευρωπαϊκό σινεμά απέναντι στο φωταγωγημένο Χόλιγουντ.

Όλα τα παραπάνω διαθέτουν έναν άψογο εσωτερικό ρυθμό, συγχρονισμένο με την εσωτερικότητα της πρωταγωνίστριας, πλην όμως αργό, σχεδόν σερνάμενο σαν τους προσκυνητές. Απαιτούνται, ως εκ τούτου, θεατές με την υπομονή των πιστών ενός σινεμά δυσεύρετου, όπως τα θαύματα, αλλά και χαρισματικά καθαρτήριου.

See video