Ένα σύγχρονο «Κουτί» της Πανδώρας, Του Βασίλη Κεχαγιά
ΤΙΤΛΟΣ: Το Κουτί (The Box)
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ : Ρίτσαρντ Κέλι
ΠΑΙΖΟΥΝ: Κάμερον Ντίαζ, Τζέιμς Μάρσντεν, Φρανκ Λαγκέλα
Κεντρικοί ήρωες είναι οι Άρθουρ και Νόρμα Λιούις, γονείς ενός μικρού παιδιού, οι οποίοι λαμβάνουν ανώνυμα ένα μυστηριώδες δώρο: ένα μικρό ξύλινο κουτί που χαρίζει στον ιδιοκτήτη του 1.000.000 € με το πάτημα ενός κουμπιού. Το πάτημα του κουμπιού όμως οδηγεί στο θάνατο έναν άνθρωπο κάπου στον κόσμο, κάποιον που το ζευγάρι δεν γνωρίζει. Έχοντας το κουτί στα χέρια τους μόνο για ένα 24ωρο, η Νόρμα και ο Άρθουρ έρχονται αντιμέτωποι με ένα τρομακτικό δίλημμα.
ΤΙΤΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ : Ένα σύγχρονο «Κουτί» της Πανδώρας, Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΕΧΑΓΙΑ
Μια προσεκτική παρατήρηση στην τελευταία σοδειά της αμερικανικής παραγωγής, θα στεκόταν σίγουρα στο γεγονός μιας έντονα διακριτής αλλαγής στο μέσο όρο της αισθητικής και θεματολογικής χροιάς της. Ταινίες, όπως ας πούμε το «Στον αέρα», δε διαθέτουν κάποια πρωτοτυπία στο ύφος τους, αλλά η επιλογή του θέματος από τα ράφια των σύγχρονων γεγονότων (ανεργία, απολύσεις, χρέη) τις κάνει να φαντάζουν αποστασιοποιημένες από ένα γεμάτο αναιτιολόγητη ευφορία παρελθόν. Κάπως ανάλογα και το «Κουτί» αλιεύει το θέμα του από τους καιρούς μας και το ντύνει με τα γνώριμα ρούχα της αμερικάνικης αφήγησης, στην έκταση του μεταφυσικού θρίλερ, με ένα τέλος που για μια ακόμα φορά (όπως και στο Up in the air) μόνο σαν αμερικάνικη σαβούρα δε θα μπορούσε να χρεωθεί.
Ο κεντρικός πυρήνας του θέματος (ένας άγνωστος προσφέρει σε μια κλασσική μεσοαστική οικογένεια, με οικονομικά προβλήματα, μια βαλίτσα ενός εκατομμυρίου ευρώ, υπό τον όρο ότι από την πλευρά τους θα πατήσουν το κουμπί ενός κουτιού και αμέσως κάπου, κάποιος άγνωστος θα χάσει τη ζωή του) ούτε πρωτότυπος είναι ούτε κινηματογραφικά ελκυστικός. Μυρίζει θέατρο, μυρίζει έντονος και εύκολα αναγνωρίσιμος συμβολισμός, μυρίζει ανερμάτιστη μεταφυσική, ακόμη και φτηνή φιλοσοφία δανεισμένη από τον υπαρξισμό του Ζαν Πωλ Σαρτρ, όπως αναφέρεται. Τα ηθικά διλήμματα δύο ατόμων και η ανάγκη ανάπτυξης του κλειστού οικιακού περιβάλλοντος σε ρόλο κουτιού ακυρώνουν πολλές από τις κινηματογραφικές δυνατότητες της ταινίας. Με δεδομένο ότι ο σκηνοθέτης του έργου, ο Ρίτσαρντ Κέλι, δεν είναι Μπέργκμαν, του στέκεται αδύνατο να σπάσει τους διαλόγους και το χώρο με τέτοιο τρόπο που να αναδεικνύουν τη σχέση τους και να ξεθάβουν τη σύνδεση λόγου και κινηματογραφικού κάδρου. Με αναπηρία από τα παιδικά της χρόνια η πρωταγωνίστρια (Κάμερον Ντίαζ), με αναπηρία ο άγνωστος επισκέπτης (Φρανκ Λαγκέλα) εύκολα αναγνωρίζονται ως συμβολικοί εκπρόσωποι του κοινωνικού ευνουχισμού της σύγχρονης.
Μιας Αμερικής που ξεπουλιέται για ένα εκατομμύριο δολάρια, όπως της το έμαθαν και οι κινηματογραφικοί πρόγονοί της. Πορνεία πλέον καθημερινή και όχι κατά περίπτωση (όπως αυτή της «Ανήθικης πρότασης»), που οδηγεί μαθηματικά στην εξόντωση όχι μόνο της ηθικής, αλλά και των ίδιων των φυσικών προσώπων. Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να θεωρηθούν διδακτικά ή και ανούσια αν δεν τα αξιοποιούσε ένας σκηνοθέτης με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και τη δυνατότητα να διαποτίζει το φιλμ μ’ αυτήν τόσο που να καθηλώνεσαι και να την παρακολουθείς εναγωνίως, ως την κορύφωσή της, η οποία δικαιώνει όλη την ενδεχόμενη επιλογή του θεατή να συναντηθεί με την ταινία.


















