«Η σάλτσα...έκοψε», του Β. Κεχαγιά
Τίτλος ταινίας: «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΕΣ»
Αν ασχολούμαστε με τη συγκριμένη ταινία, το κάνουμε όχι επειδή μας προκαλεί για οποιαδήποτε μεμονωμένη κριτική αντιμετώπιση, ούτε επειδή ως ελληνική δημιουργία αξίζει μιας συστηματικής ή διεξοδικής μελέτης. Οι «Επικίνδυνες μαγειρικές» και ο σκηνοθέτης τους αποτελούν εύκολο στόχο: μια διαφημιστικής καταγωγής ταινία ερωτισμού, βασισμένη στο ασυνταίριαστο με το φιλμ κείμενο του Ανδρέα Στάικου, με την εξαίσια σάρκινη μορφή της Κάτιας Ζυγούλη να τη χαϊδεύει ερεθιστικά ο φακός, όχι όμως και τις ανύπαρκτες υποκριτικές της δυνατότητες- για τις οποίες η κάμερα δεν μπορεί να κάνει τίποτα- και δύο εγνωσμένης αξίας ηθοποιούς(τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και το Γιώργο Χωραφά) να προσπαθούν να την υποστηρίξουν.
Η ταινία αυτή, ωστόσο, αποτελεί ένα σύμπτωμα και ως τέτοιο θα άξιζε να το παρατηρήσουμε προσεκτικότερα. Ενταγμένο στη γενικότερη ομάδα εγχώριων ταινιών με προσανατολισμό στην κωμωδία, την ερωτική πλοκή ή και τα δύο, έρχεται να εκφράσει τις απορίες του (το σύμπτωμα) για την προέλευσή του και τη χρησιμότητά του.
«I love Karditsa», «Κληρονόμοι», «Νήσος», «Σούλα έλα ξανά» κλπ, κλπ, έχουν δημιουργήσει μια διακριτή σχολή στο ελληνικό σινεμά, την οποία είναι εύκολο να βαφτίσεις «χαμηλής αισθητικής», «τηλεοπτικής καταγωγής» ή «εμπορικής κατεύθυνσης». Ωστόσο, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο , αναγνωρίζοντάς την ταυτόχρονα ως κυρίαρχη σχολή, να τη συνδέσει με τους χώρους και τους τρόπους παραγωγής της, όπως επίσης και με τις πρόσφατες, σεισμικού τύπου εξελίξεις στο εντόπιο κινηματογραφικό πεδίο(βλέπε τους περίφημους «Ομιχληστές»).
Ναι, το ελληνικό σινεμά δεν είναι μόνον Λάνθιμος και «Κυνόδοντας, ούτε Τσίτος και «Ακαδημία Πλάτωνος». Μια λίγο προσεκτικότερη παρατήρηση θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι όλος αυτό ο συρφετός ερωτικών κωμωδιών προέρχονται από τα ίδια εφαλτήρια που δίνουν ώθηση σε νέους και αδιαμφισβήτητα ικανούς δημιουργούς.
Εάν, μάλιστα, σκεφτεί κάποιος ότι οι παραγωγοί και ταυτόχρονα διανομείς είναι μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι στάθηκαν συμπαραστάτες στους «Κινηματογραφιστές στην ομίχλη» και στις επαναστατικές τους διεκδικήσεις, μοιραία αναρωτιέσαι για το είδος του κινηματογράφου, το οποίο θα μπορούσε να βγει ευνοημένο από μια τέτοια σύμπραξη.
Πιο πρακτικά: Εάν κάποτε, με το καλό, αρχίσει ν’ αποδίδεται το περίφημο 1,5% των ακαθαρίστων εσόδων από τα τηλεοπτικά κανάλια, προς όφελος της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής, τότε σε ποιο «κινηματογραφικό κανάλι» θα επενδυθεί αυτό; Εάν, πάλι, κατατεθεί ένα σωστού προσανατολισμού νομοσχέδιο για το σινεμά που προβλέπει επιστροφή φόρου, τότε ποιοι θα βγουν κερδισμένοι από αυτήν την επιστροφή και σε ποιες ταινίες θα επενδυθούν τα κέρδη αυτά; Όχι σε ταινίες, όπως οι «Επικίνδυνες μαγειρικές», που αυγατίζουν αυτά τα χρήματα; Εάν, τέλος, το κριτήριο αυτών των επενδύσεων είναι εισπρακτικού τύπου, τότε απέχουμε πολύ από το να δημιουργηθεί ένα νέο κύμα σεξοκωμωδιών, όπως αυτό των αρχών του ΄80, το οποίο τόσες και τόσες επικρίσεις έχει γνωρίσει;
Στις ρητορικές αυτές ερωτήσεις ένα μόνον πράγμα αλλάζει: Η τεχνολογία των εποχών. Όχι οι διαχειριστές της.


















