Ο θρυλικός αστυνομικός της Νέας Υόρκης, που πρώτος ξεσκέπασε το διεφθαρμένο κύκλωμα του Σώματος της πόλης του, γεννήθηκε στις 14 Απριλίου 1936 και έγινε ευρύτερα γνωστός το 1973, όταν ενσαρκώθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Αλ Πατσίνο στην ταινία «Serpico».

Οι καταγγελίες του για την ευρεία διαφθορά της αστυνομίας της Νέας Υόρκης τον μετέτρεψαν σε παρία του Σώματος. Το 1971, μια σφαίρα καρφώθηκε στο πρόσωπό του σε μια έφοδο για ναρκωτικά, τα θραύσματα της οποίας παραμένουν ακόμη πάνω του, ενώ έχει χάσει την ακοή από το αριστερό του αυτί. Η κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής Knapp για τους χρηματισμούς και τους εκβιασμούς των συναδέλφων του πυροδότησε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία του αστυνομικού σώματος και οδήγησε σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις αστυνομικών.

Μεγάλωσε από Ιταλούς μετανάστες γονείς στο Μπρούκλιν. Λάτρευε τα αστυνομικά μυθιστορήματα και ως παιδί ονειρευόταν να φορέσει τη στολή του αστυνομικού. Μετά από μια επίσκεψή του στην Ιταλία σε μικρή ηλικία, αγάπησε τον κόσμο και τα ταξίδια. Σε ηλικία 18 ετών εγγράφτηκε στο στρατό, ενώ το 1959 έγινε αστυνομικός του Σώματος της Νέας Υόρκης. Η χίπικη εμφάνισή του και ο ζήλος του να προχωράει σε συλλήψεις ακόμη και εκτός βάρδιας δεν προκάλεσε τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Η αγάπη του για το μπαλέτο και την όπερα δεν ταίριαζαν με το συντηρητικό πρόσωπο του σώματος. Ζούσε μια μποέμικη ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα, ήταν γνωστός ως ο «Πάκο» και έκρυβε το αστυνομικό του σήμα.

Ο ιδεαλιστής αξιωματικός Σέρπικο αντέδρασε από νωρίς στις κλίκες και τα λαδώματα από εγκληματίες, τζογαδόρους και κοινούς εμπόρους. Αρνήθηκε να αποδεχτεί την απληστία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει εχθρούς εντός και εκτός του σώματος.

Το 1967, ο Σέρπικο άρχισε να εξιστορεί τα όσα γνώριζε σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους στο αρχηγείο της αστυνομίας και το δημαρχείο της πόλης. Μιλούσε με ονόματα, ημερομηνίες, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε. Εκνευρισμένος, μαζί με έναν φίλο και συνάδελφό του, αποφάσισε να απευθυνθεί σε έναν ρεπόρτερ των New York Times.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας στις 25 Απριλίου 1970 άσκησε πίεση προς το δήμαρχο John V. Lindsay να συστήσει την επιτροπή Knapp, ενώπιον της οποίας ο Σέρπικο κατέθεσε ότι «δεν υφίσταται ακόμη η κατάσταση όπου ένας τίμιος αστυνομικός να μπορεί να δρα χωρίς φόβο, κοροϊδία ή αντίποινα από τους συναδέλφους του».

Η επιτροπή διενέργησε την ευρύτερη έρευνα στο εσωτερικό της αστυνομίας στην ιστορία της πόλης και αποκάλυψε ένα καθεστώς παγιωμένης διαφθοράς και συγκάλυψης που οδήγησε στην αναμόρφωση του σώματος.

Για το ρόλο του ως ο Φρανκ Σέρπικο, το 1973, ο Αλ Πατσίνο κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Στην ταινία, ο Σέρπικο είναι ο τίμιος αστυνομικός που ματωμένος μεταφέρεται με το όχημα της διμοιρίας του στο νοσοκομείο, όπου μήνες μετά τη θεραπεία του, λαμβάνει κάρτες που του εύχονται «να σαπίσει στην κόλαση». Αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Νέα Υόρκη και να μεταβεί στην Ευρώπη. Στο τέλος της ταινίας αναφερόταν ότι «πλέον ζει κάπου στην Ελβετία».

Χρόνια αργότερα, αφότου ταξίδεψε στο εξωτερικό, γύρω στο 1980 επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου αποφάσισε να ζήσει ως νομάς. Πλέον, ζει ως μοναχός σε ένα μικρό δωμάτιο χτισμένο στο δάσος κοντά στον ποταμό Hudson, δύο ώρες περίπου από τη Νέα Υόρκη. Αποφεύγει τον καταναλωτισμό, τον οποίο αποκαλεί ως «μια άσχημη αμερικανική συνήθεια» και την πλύση εγκεφάλου εκ μέρους των Μέσων. Τρέφεται αποκλειστικά με φυτικές και οργανικές τροφές, μαγειρεύει σε φούρνο που λειτουργεί με ξύλα, ο οποίος ζεσταίνει και το δωμάτιό του και δεν έχει ούτε τηλεόραση ούτε Ίντερνετ. «Αυτή είναι η ζωή μου τώρα», λέει ο ίδιος. «Το δάσος, η φύση και η απομόνωση».