Σαν σήμερα, 5 Δεκεμβρίου του 1933, καταργείται η Ποτοαπαγόρευση που είχε επιβληθεί στις ΗΠΑ το 1920 και η οποία έμεινε στην ιστορία ως επί το πλείστον για τον «πόλεμο των χημικών», μια από τις πιο παράξενες και θανατηφόρες αποφάσεις στην επιβολή του αμερικανικού δικαίου.

Η Ποτοαπαγόρευση ξεκίνησε με την επικύρωση της 18ης τροπολογίας, η οποία απαγόρευσε την παραγωγή, την πώληση ή τη μεταφορά των αλκοολούχων ποτών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι οργανισμοί εναντίον του αλκοόλ έδωσαν ώθηση στην τροποποίηση, το 1919, παίζοντας με το φόβο για την ηθική παρακμή μίας χώρας που μόλις βγήκε από τον πόλεμο. Ο νόμος Volstead, καθόρισε τους κανόνες επιβολής της απαγόρευσης που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1920.

Η απαγόρευση γύρισε μπούμερανγκ. Ο κόσμος συνέχισε να πίνει και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες. Οι τιμές του αλκοόλ εκτοξεύθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Μάλιστα, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσδιόρισαν την αύξηση σε 300%. Τα μαγαζιά που πουλούσαν παράνομα αλκοόλ ξεφύτρωναν το ένα πίσω από το άλλο. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, περίπου 30.000 υπήρχαν μόνο στην πόλη της Νέας Υόρκης. Συμμορίες του δρόμου εξελίχθηκαν σε αυτοκρατορίες που επιδίδονταν σε κλοπές, ληστείες και παράνομη παρασκευή αλκοόλ. Η προκλητική απάντηση των ανθρώπων της χώρας στη νέα νομοθετική ρύθμιση συγκλόνισε όσους ειλικρινά και αφελώς πίστεψαν ότι η τροπολογία θα εγκαινιάσει μία νέα εποχή ορθής συμπεριφοράς.

Από τη μια μεριά η αυστηρή επιβολή κατάφερε να επιβραδύνει το λαθρεμπόριο αλκοόλ στον Καναδά αλλά και σε άλλες χώρες. Από την άλλη, τα συνδικάτα του εγκλήματος απάντησαν με κλοπές μαζικής ποσότητας αλκοόλ που χρησιμοποιούνταν για την βιομηχανική παραγωγή βαφών και καυσίμων. Αυτό το αλκοόλ επαναδιυλιζόταν προκειμένου να μετατραπεί σε πόσιμο.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ άρχισε να απαιτεί αυτή τη διαδικασία μετουσίωσης το 1906 για τους παρασκευαστές που ήθελαν να αποφύγουν τους φόρους που επιβάλλονταν στα οινοπνευματώδη ποτά. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, επιφορτισμένο με την εποπτεία εφαρμογής της τροπολογίας για το αλκοόλ, εκτίμησε ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, εκλάπησαν περίπου 60 εκατομμύρια γαλόνια βιομηχανικής αλκοόλης για να ικανοποιηθούν οι πότες της χώρας.

Το 1926, η κυβέρνηση του Προέδρου Calvin Coolidge αποφάσισε να στραφεί στη χημεία ως εργαλείο επιβολής με την προσθήκη δηλητηριώδους μεθανόλης στο μίγμα αλλά και ενώσεων με πικρή γεύση που ήταν λιγότερο θανατηφόρες και αποσκοπούσαν στο να αλλοιώσουν τη γεύση τόσο ώστε οι άνθρωποι να μη μπορούν να τα καταναλώσουν.

Μέχρι τα μέσα του 1927, οι νέες φόρμουλες μετουσίωσης περιλάμβαναν ορισμένα πασίγνωστα δηλητήρια όπως κηροζίνη, βενζίνη, βενζόλιο, κάδμιο, ιώδιο, ψευδάργυρο, υδράργυρο, νικοτίνη, αιθέρα, φορμαλδεΰδη, χλωροφόρμιο, καμφορά, φαινικό οξύ, κινίνη, ακετόνη και ένα αλκαλοειδές που συνδέεται στενά με τη στρυχνίνη. Το Υπουργείο Οικονομικών είχε ζητήσει να προστεθεί περισσότερη μεθυλική αλκοόλη – αποτελώντας το 10% του συνολικού προϊόντος.

Η μεθυλική αλκοόλη ήταν τελικά αυτή που αποδείχτηκε η πιο θανατηφόρα. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα, αρχής γενομένης με τις τρομακτικές διακοπές της αργίας των Χριστουγέννων το 1926. Οι δημόσιοι υπάλληλοι υγείας δήλωναν σοκαρισμένοι. Το 1926, στη Νέα Υόρκη, 1.200 προσβλήθηκαν από δηλητηριασμένο αλκοόλ, ενώ 400 πέθαναν. Αντίστοιχοι ήταν οι αριθμοί θανάτων και στις άλλες πόλεις των ΗΠΑ.

Το επόμενο έτος, οι θάνατοι αυξήθηκαν σε 700. «Πρακτικά κάθε αλκοολούχο ποτό που πωλείται σήμερα στη Νέα Υόρκη, είναι τοξικό» έγραφαν οι εφημερίδες το 1928. Ο Charles Norris, ο επικεφαλής ιατρικός εξεταστής της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, υποστήριζε ότι επρόκειτο για ένα «εθνικό πείραμα εξόντωσης».

«Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι δεν σταματά την κατανάλωση του αλκοόλ βάζοντας μέσα δηλητήριο» δήλωνε. «Συνεχίζει τη διαδικασία δηλητηρίασης, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο λαός είναι αποφασισμένος να πίνει καθημερινά αυτό το δηλητήριο. Γνωρίζοντας ότι αυτό είναι αλήθεια, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να χρεωθεί την ηθική ευθύνη για τους θανάτους που προκαλεί το δηλητηριασμένο αλκοόλ παρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνη».

Οι υπάλληλοι δημόσιας υγείας σε εθνικό επίπεδο άρχισαν να αντιδρούν έντονα. Εξαγριωμένοι εναντίον της απαγόρευσης και οι νομοθέτες άρχισαν να πιέζουν για να σταματήσει η χρήση των θανατηφόρων χημικών. Το ειδικό πρόγραμμα μετουσίωσης έληξε μόνο όταν η 18η τροπολογία καταργήθηκε τον Δεκέμβριο του 1933. Ο «χημικός πόλεμος» τελείωσε πολύ αργότερα αλλά όταν το καθαρό ποτό επανεμφανίστηκε, ο χημικός πόλεμος ήταν σα να μη συνέβη ποτέ.