Στις 9 Απριλίου 1870 γράφτηκε μια σκοτεινή σελίδα στην νεότερη ελληνική Ιστορία, με τους ληστές Αρβανιτάκηδες να εκτελούν ομάδα Άγγλων και Ιταλών περιηγητών στην Σκάλα Ωρωπού, τους οποίους είχαν λάβει ομήρους, ύστερα από τον ατυχή χειρισμό της υπόθεσης από την ελληνική κυβέρνηση. Ο αντίκτυπος της υπόθεσης ήταν σημαντικός στις ελληνοβρετανικές διπλωματικές σχέσεις, ενώ οδήγησε στην παραίτηση του υπουργού Στρατιωτικών αρχικά και ολόκληρης της κυβέρνησης Ζαΐμη αργότερα.

Η ιστορία ξεκίνησε στις 30 Μαρτίου του 1870, παραμονές του Πάσχα, όταν μια ομάδα Άγγλων και Ιταλών περιηγητών ξεκινά για να επισκεφτεί τον Μαραθώνα, με σκοπό να δουν το πεδίο της μεγάλης μάχης. Επρόκειτο για τον λόρδο και τη λαίδη Μάνκαστερ, τον νεαρό φίλο τους Φρέντερικ Βάινερ, τον δικηγόρο Έντουαρντ Λόιντ, τον τρίτο γραμματέα της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα Έντουαρντ Χέρμπερτ και τον γραμματέα της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα, κόμη Αλμπέρτο ντε Μπόιλ.

Η εκδρομή εξελίχθηκε αρχικά όπως είχε προγραμματιστεί, όμως στον δρόμο της επιστροφής οι περιηγητές έπεσαν στην ενέδρα που είχε στήσει η πολυπληθής συμμορία των αδελφών Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη, κοντά στο Πικέρμι – την εποχή εκείνη στην μετεπαναστατική Ελλάδα ανθούσαν οι συμμορίες των ληστών παρά τις προσπάθειες της εκάστοτε κυβέρνησης για εξουδετέρωσής τους. Οι συνοδοί χωροφύλακες εξουδετερώθηκαν εύκολα και η ομάδα των περιηγητών βρέθηκε δέσμια στα χέρια των Αρβανιτάκηδων. Ο αρχηγός της συμμορίας, Τάκος Αρβανιτάκης, διαμήνυσε στην κυβέρνηση του Θρασύβουλου Ζαΐμη τις απαιτήσεις των ληστών, για λύτρα 50.000 λιρών και χορήγηση αμνηστίας.

Η αγγλική πρεσβεία δέχθηκε τους όρους των απαγωγέων άμεσα όμως η κυβέρνηση στάθηκε αντίθετη, με τον υπουργό Στρατιωτικών Σκαρλάτο Σούτσο να υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε υποχώρηση στις αξιώσεις των συμμοριτών θα αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό της χώρας. Οι απαγωγείς εξοργίζονται από την καθυστέρηση εκ μέρους της κυβέρνησης στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους και ο λόρδος Μάνκαστερ καταφέρνει να του επιτρέψουν να πάει ο ίδιος στην Αθήνα για να συγκεντρώσει τα λύτρα.

Η ελληνική κυβέρνηση όμως παραμένει ανυποχώρητη και ως απάντηση μάλιστα, στέλνει στρατιωτικό απόσπασμα για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των Αρβανιτάκηδων και των συντρόφων τους. Οι ληστές απελευθέρωσαν τις γυναίκες και κατέφυγαν στον Ωρωπό, όπου διαμήνυσαν ότι αν η κυβέρνηση συνεχίσει την καταδίωξή τους, θα σκότωναν τους αιχμαλώτους. Ο υπουργός Στρατιωτικών Σούτσος συζητούσε όμως πλέον μόνο την άνευ όρων απελευθέρωση των ομήρων και την ευνοϊκή μεταχείριση των ληστών γι’ αυτό. Παράλληλα, δυνάμεις του στρατού εξακολουθούσαν να επιχειρούν εγκλωβισμό των ληστών στην Αττική, για να μην περάσουν τα ελληνοτουρκικά σύνορα που τότε βρισκόταν λίγο πάνω από τη Λαμία.

Στις 9 του Απρίλη ο στρατός βρίσκεται αντιμέτωπος με τους ληστές στο Δήλεσι και ξεσπά μάχη. Οι ληστές εξαγριωμένοι σκοτώνουν τους τέσσερις ομήρους αλλά μετά πέφτουν νεκροί 20 από αυτούς, 9 συλλαμβάνονται – για να δικαστούν και εκτελεστούν αργότερα - ενώ διαφεύγει στα βουνά ο αρχηγός της συμμορίας, Τάκος Αρβανιτάκης με μερικούς συντρόφους του.

Ο ευρωπαϊκός Τύπος σοκάρεται και χαρακτηρίζει την Ελλάδα «φωλεά ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων», «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Επιπλέον, σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Η αγγλική κυβέρνηση χαρακτήρισε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Σε μια προσπάθεια επανόρθωσης, η Ελλάδα δίνει σε καθεμία από τις οικογένειες των θυμάτων αποζημίωση 22.000 χρυσών λιρών. Όταν γίνεται γνωστό ότι στα κτήματα του υπουργού Στρατιωτικών Σκαρλάτου Σούτσου, στο Τατόι, έβρισκαν καταφύγιο οι διαβόητοι Αρβανιτάκηδες, ο υπουργός υποβάλλει την παραίτησή του, ενώ αργότερα παραιτείται όλη η κυβέρνηση Ζαΐμη.

«...Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ’ ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές – εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: “Στον τόπο !” που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη – έτσι, καθώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ’ απ’ την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη…»

Με αυτόν τον τρόπο ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο έργο του «Ο Δρόμος» περιγράφει τα γεγονότα εκείνα που συγκλόνισαν την εποχή. O Μ. Καραγάτσης, με αφορμή το τραγικό συμβάν έγραψε το 1952 ένα μυθιστόρημα σε μορφή συνεχειών σε καθημερινή εφημερίδα, με τον τίτλο «Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών». Τα σκίτσα για το βιβλίο που κυκλοφόρησε κατόπιν φιλοτέχνησε ο Αλέκος Φασιανός.