Γνωστός στην Ελλάδα ως «Καπετάν Κεμάλ», η ιστορική μορφή της τουρκικής Αριστεράς Μιχρί Μπελλί έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών.

Γεννημένος το 1916 στη Συληβρία της Ανατολικής Θράκης, βαθιά διεθνιστής και συνειδητός μαρξιστής, ο Μιχρί Μπελλί συμμετείχε ή πρωτοστάτησε στις τραγικές περιπέτειες της κοινωνικής επανάστασης στη πατρίδα του, αλλά και τη δική μας, ή και όπου αλλού βρέθηκε ως διανοούμενος, αγωνιστής και εξόριστος.

Κατατάχθηκε εθελοντικά τον Απρίλιο του 1947 στο Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας, «όταν Έλληνες σύντροφοι από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη άρχισαν να ψάχνουν απεγνωσμένα για έναν Τούρκο, επαρκώς καταρτισμένο για πολιτική καθοδήγηση σ' αυτές τις περιοχές». Στη θητεία του αυτή τραυματίστηκε σοβαρά δύο φορές και, τέλος επέστρεψε στην πατρίδα του το καλοκαίρι του '49, όπου ακολούθησαν πολλά χρόνια διώξεων και φυλακίσεων από το τουρκικό καθεστώς.

Εγκατέλειψε την Τουρκία όταν επιβλήθηκε η Χούντα του στρατηγού Εβρέν. Επέστρεψε το 1992. Ο Μιχρί Μπαλλί πέρασε συνολικά 11 χρόνια στις φυλακές και 18 χρόνια στην εξορία.

Ένα από τα γνωστά του βιβλία τιτλοφορείται «Τα λόγια του Ρήγα». Η εφημερίδα «Μιλλιέτ» στο σχετικό άρθρο τιτλοφορεί: « Η Αριστερά έχασε το σύμβολο της».

O Μιχρί Κεμάλ είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου «Καπετάν Κεμάλ, Αναμνήσεις από τον ελληνικό εμφύλιο». Αποσπάσματα από το βιβλίο:

«Η γη που πότισε ο Δημοκρατικός Στρατός

Όσα κι αν είναι τα λάθη που έγιναν, ο ελληνικός εμφύλιος, με τα θετικά του και τα αρνητικά του, είναι κομμάτι του αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, που δίνει, αιώνες τώρα, όχι μόνο ο ελληνικός λαός αλλά ολόκληρη η προοδευτική ανθρωπότητα. Αυτοί που είχαν κάνει τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στο ιμπεριαλιστικό μέτωπο, αντιστέκονταν τώρα στην απόπειρα ενός άλλου ιμπεριαλιστικού μετώπου, που είχε έρθει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις φορώντας τη μάσκα του συμμάχου για να επιβάλει τη κηδεμονία του, με την υποστήριξη των πλέον αντιδραστικών και προδοτικών δυνάμεων. Έτσι, για χρόνια, η καρδιά της παγκόσμιας επανάστασης χτυπούσε στα ελληνικά βουνά. Δεν χάθηκαν μάταια τόσοι άνθρωποι. Ο Μπαλζάκ λέει κάπου: «δεν υπάρχει πιο γόνιμο έδαφος απ' αυτό που έχει ποτιστεί με το αίμα των ανθρώπων που έπεσαν για να το υπερασπιστούν». Αυτό ισχύει και σήμερα στην Ελλάδα. Αν σήμερα υπάρχει δημοκρατία στην Ελλάδα, αν, για να πάμε λίγο πιο πίσω, στην περίοδο της δικτατορίας, η ελληνική χούντα που εκτελούσε χρέη χωροφύλακα των ίδιων αποικιοκρατικών δυνάμεων, δεν άπλωσε την τυραννία της, στο βαθμό που το έκανε η χούντα της Άγκυρας, αν αναγκάστηκε να καλύψει έστω και λίγο τη δουλικότητά της στον ιμπεριαλισμό και δεν τον υπηρέτησε όσο εκείνη στην Τουρκία, αυτό οφείλεται στις θυσίες του ελληνικού λαού, στη θύμηση εκείνων που χάθηκαν για την ελευθερία. Όσοι πολέμησαν στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, τίμησαν το Ελληνικό Έθνος. Κι εγώ, ως Τούρκος, νιώθω περήφανος και ευτυχής που συμμετείχα σ' αυτό τον λαμπρό αγώνα, εκτελώντας ένα ταπεινό καθήκον, που πολέμησα σ' έναν δίκαιο αγώνα, δίπλα στα πιο τίμια, τα πιο γενναία παλικάρια του ελληνικού λαού. Είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα, την περίοδο εκείνη, υπήρξε ένα μέτωπο όπου ο ψυχρός πόλεμος είχε μετατραπεί σε θερμό».

«Τα σύνορα

Με τον Λασσάνη ξανασυναντήθηκα ελάχιστες φορές. Δεν είχαμε τα ίδια καθήκοντα. Εκείνος, ως διοικητής, βρισκόταν πιο πολύ στην Ανατολική Μακεδονία, ενώ εγώ στη Θράκη. Τον πρώτο καιρό ξαναβρεθήκαμε μαζί σε μια πορεία, αυτή τη φορά με μια μεγάλη ομάδα ανταρτών. Τη μέρα είχε ήλιο και έκανε ζέστη. Τη νύχτα φύσαγε παγωμένο αγιάζι. Φορούσα τα πολιτικά ρούχα και δεν με ζέσταιναν. Ο Λασσάνης φορούσε χοντρή στρατιωτική στολή και χλαίνη. Ήρθε η ώρα να κοιμηθούμε. «Ελαφρά είσαι ντυμένος» είπε, «να κοιμηθούμε πλάτη με πλάτη, η χλαίνη φτάνει και για τους δύο». Έτσι κάναμε. Το «πλάτη με πλάτη» είχε κάποιο αποτέλεσμα, αλλά τι να σου κάνει μία χλαίνη, δεν έφτανε να σκεπαστούν καλά δύο άνθρωποι. Το κρύο δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Σηκώθηκα κι έκοβα βόλτες. Ο Λασσάνης τον είχε πάρει. Έσκυψα και άγγιξα τον γύψο στο χέρι του. Ήταν παγωμένος. Τον σκέπασα καλά με την χλαίνη. Ξάπλωσα ξανά με την πλάτη μου στην πλάτη του. Μια-δυο φορές που με πήρε λίγο ο ύπνος και ξύπνησα, είδα τη χλαίνη πάνω μου. Την έριξα με τρόπο πάνω του. Αυτό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές. Τον σκέπαζα με την χλαίνη και, μόλις το 'παιρνε είδηση, την έριχνε στη δική μου πλάτη. Στο τέλος υπερίσχυσα εγώ ή, τουλάχιστον, έτσι νόμισα. Η χλαίνη, πάντως, δεν ήταν πάνω μου. Χάραξε η μέρα. Σηκωθήκαμε. Είδα τη χλαίνη: ένα κουβάρι ανάμεσά μας. «Σε κάτι χρησίμεψε, δεν μπορείς να πεις, χάραξε τα σύνορα ανάμεσά μας» είπε γελώντας ο Λασσάνης
».

«Παραγωγικές σχέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία

Το οθωμανικό κράτος ήταν θεοκρατικό. Η κυρίαρχη τάξη ήταν μουσουλμάνοι, όπως και οι περισσότεροι χωρικοί σε εκτεταμένες περιοχές της Ανατολίας και της Ρούμελης. Στην κορυφή η μουσουλμανική φεουδαρχική εξουσία, στη βάση οι χωρικοί, οι περισσότεροι μουσουλμάνοι, κι ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο οι κάτοικοι των πόλεων, η αστική τάξη, στην πλειονότητά τους χριστιανοί. Επαγγέλματα όπως του εμπόρου, του βιοτέχνη, του σαράφη, που η κυρίαρχη φεουδαρχική αντίληψη τα περιφρονούσε και τα θεωρούσε ταπεινά, ήταν ελεύθερα για τους χριστιανούς, οι οποίοι αποκλείονταν από άλλους τομείς, όπως η γαιοκτησία, η κρατική διοίκηση, ή ο στρατός [...]

Η φεουδαρχία είχε τη δυνατότητα να κάμψει την αντίσταση της αστικής τάξης που δυνάμωνε όσο κυλούσε ο τροχός της ιστορίας, καλλιεργώντας στις μάζες την έχθρα για τους «γκιαούρηδες» και απομονώνοντάς την από την αγροτική τάξη. Από την άλλη πλευρά η αγροτιά, που σε καμιά χώρα δεν μπόρεσε να κάνει μια πετυχημένη επανάσταση για τα δικά της ταξικά συμφέροντα ως ανεξάρτητη δύναμη κι έπαιζε παντού δευτερεύοντα ρόλο, ήταν φυσικό να παραμείνει εγκλωβισμένη στα ίδια όρια και μέσα στην οθωμανική κοινωνία. Το γεγονός μάλιστα ότι οι αγροτικές μάζες δεν είχαν θρησκευτική ομοιογένεια, απέβαινε προς όφελος των συντηρητικών δυνάμεων που εκμεταλλεύονταν και εδώ τις θρησκευτικές διαφορές.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτά είναι ότι όπως σε όλες τις χώρες έτσι και στη χώρα των Οθωμανών καλλιεργήθηκε ο διαχωρισμός χριστιανών και μουσουλμάνων, και υποκινήθηκε η μία πλευρά εναντίον της άλλης».