Το Νησί των Χριστουγέννων: χίλια μίλια μακριά από την Αυστραλία

tvxs.gr/node/26530

Χωμένο μέσα στην ζούγκλα, στην άλλη άκρη του νησιού από εκεί που μένουν οι κάτοικοι, βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του IDC για τους αιτούντες αλλά και για το διοικητικό προσωπικό. Το Κέντρο ολοκληρώθηκε το 2007, με χωρητικότητα 800 κλινών. Από την αρχή του έτους, ο αριθμός των αιτούντων σημειώνει σταθερή αύξηση, ξεπερνώντας πλέον τον συνολικό πληθυσμό των κατοίκων (περίπου 1.100).

Το κέντρο κράτησης όμως, έχει φέρει ξανά εύκολο και γρήγορο χρήμα στο νησί που την τελευταία δεκαετία είχε σημαντικές ελλείψεις στα έσοδά του. Αξιωματούχοι, φρουροί, διερμηνείς και άλλοι καταφθάνουν από την Αυστραλία για να παραμείνουν αρκετό καιρό τη φορά, δίνοντας οικονομική ώθηση εκ νέου στις περιορισμένες δυνατότητες του νησιού. Οι κρατήσεις στα ξενοδοχεία πραγματοποιούνται εβδομάδες νωρίτερα, τα ενοίκια έχουν διπλασιαστεί ενώ τα εστιατόρια διώχνουν πελάτες που δεν έχουν κάνει κρατήσεις.

Αυτή η νέα άνοιξη για την οικονομία του τόπου προκαλεί ωστόσο και ανησυχία στους κατοίκους του, αφού η ιστορία του Νησιού των Χριστουγέννων έχει δείξει ότι μετά από κάθε άνθιση, ακολουθεί η εγκατάλειψη.

Χίλια μίλια μακριά από την Αυστραλία

Το Νησί των Χριστουγέννων ονομάστηκε έτσι από τον καπετάνιο William Mynors της Βρετανικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών, όταν το σκάφος του Royal Mary έφτασε εκεί την 25η Δεκεμβρίου του 1643. Το νησί εμφανίζεται ωστόσο σε χάρτες προγενέστερους τόσο Βρετανών όσο και Ολλανδών εξερευνητών.

Παρέμεινε ακατοίκητο μέχρι πριν από έναν αιώνα, ώσπου ο εντοπισμός κοιτασμάτων φωσφορικού ασβεστίου τράβηξε την προσοχή των Βρετανών, οι οποίοι προσάρτησαν τη νήσο στην Βρετανική Αυτοκρατορία το 1888. Σύντομα εισήχθησαν εργάτες από τη Μαλαισία και την Κίνα για να εργαστούν στις εξορύξεις (σήμερα, το 60% του πληθυσμού είναι κινεζικής καταγωγής ενώ το 20% από τη Μαλαισία). Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε στόχος της ιαπωνικής αεροπορίας και του ναυτικού, με αποτέλεσμα να παραδοθεί στις δυνάμεις του Άξονα.

Η Βρετανία παρέδωσε την κυριότητα του νησιού στην Αυστραλία τη δεκαετία του 1950, και πλέον η επίβλεψη των εργαζομένων από την Ασία πέρασε σε Αυστραλούς – οι οποίοι τους κατέβαλαν μισθούς Ασίας. Οι διαχειριστές ζούσαν στην αποκαλούμενη Ασημένια Πόλη, όπου η πρόσβαση για τους Ασιάτες ήταν απαγορευμένη. Η βιομηχανία του φωσφορικού ασβεστίου άρχισε να ατονεί τη δεκαετία του 1980, και συνεπώς και η οικονομία του νησιού . Σήμερα, το αβέβαιο μέλλον του νησιού ίσως εξαρτάται από το αν η κυβέρνηση θα παραχωρήσει άδεια για επέκταση των εξορύξεων σε μια έκταση επιπλέον 633 εκταρίων, γράφουν οι New York Times, παρά τους κινδύνους που αυτό εγκυμονεί για την βιοποικιλότητα του νησιού, όπου ξεχωρίζει ο κόκκινος κάβουρας – σήμα κατατεθέν του νησιού.

Τη δεκαετία του 1990, ένα πλούσιος Ινδονήσιος επιχειρηματίας έχτισε ένα πανάκριβο καζίνο, σε παραθαλάσσια έκταση 200 εκταρίων. Πλούσιοι Ινδονήσιοι καταφθάνουν με τα προσωπικά τους τζετ για να παίξουν στο καζίνο που έχει γίνει αγαπημένος προορισμός. Ένας 70χρονος σήμερα πρώην υπάλληλος του καζίνο θυμάται ότι οι πελάτες «ήταν τόσο πλούσιοι που περηφανευόταν για τα ποσά που έχαναν. Μια μέρα, ένας τύπος έχασε 12 εκατομμύρια δολάρια στο καζίνο και απλά γέλαγε». Πολλοί από τους πελάτες ανήκαν στον στενό κύκλο του δικτάτορα της Ινδονησίας Suharto.

Το καζίνο έκλεισε το 1998, την ίδια χρονιά που ο Suharto παρέδωσε την εξουσία της χώρας του. Σήμερα, παραμένει κλειστό, αν και σε καλή κατάσταση δεδομένων μάλιστα των συνθηκών του τροπικού κλίματος. Πολλοί από τους εργαζόμενους σε αυτό απασχολούνται πλέον στις εγκαταστάσεις κράτησης αιτούντων ασύλου.

Πηγές: The New York Times, Wikipedia