Ο πολιτικός ρόλος του Νόμπελ Ειρήνης
Από το 1901, το Νόμπελ Ειρήνης έχει απονεμηθεί 96 φορές σε άτομα και 23 φορές σε οργανώσεις. Η πλειοψηφία των προσωπικοτήτων ήταν ηγέτες κρατών και πολιτικοί, που διέθεταν την εξουσία να οδηγήσουν σε ειρήνη και σε πόλεμο. Ο πρώτος αρχηγός κράτους που έλαβε το βραβείο της Νορβηγικής Επιτροπή Νόμπελ ήταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ το 1906, μια απονομή που προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων και έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της ουσίας του Νόμπελ Ειρήνης.
Μέχρι και το 1905, το Νόμπελ Ειρήνης λάμβαναν οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν υπέρ της ειρήνης με ελάχιστη επιρροή στην άσκηση πολιτικής. Το 1905, ο πρόεδρος της Επιτροπής γίνεται ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας. Ένα χρόνο αργότερα, η Επιτροπή απονέμει το Νόμπελ Ειρήνης στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Θιοντόρ Ρούσβελτ. Ο Ρούσβελτ είχε διαμεσολαβήσει στον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ιαπωνίας το 1905. Πέρα από αυτό όμως, δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός ως «απόστολος της ειρήνης», παρότι τασσόταν υπέρ μιας παγκόσμιας τάξης, στην οποία θα επικρατούσε η ειρήνη μεταξύ των «πολιτισμένων λαών».
Δημοσίευμα των New York Times της εποχής ανέφερε χαρακτηριστικά: «ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της ανθρωπότητας όταν το βραβείο απονεμήθηκε... στον πιο φιλοπόλεμο πολίτη των ΗΠΑ». Ολόκληρη συζήτηση ξεκίνησε για τις προθέσεις του Άλφρεντ Νόμπελ και αν αυτές παραβιάστηκαν από την Επιτροπή, δίνοντας το Νόμπελ σε έναν αρχηγό κράτους. Από τη μία πλευρά, ήταν εκείνοι που τόνιζαν ότι η απονομή του βραβείου «σε εκείνους που, κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, έχουν συμβάλλει το μεγαλύτερο δυνατό στο όφελος της ανθρωπότητας» - όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο Νόμπελ – δεν ταιριάζει σε ασκούντες πολιτική. Η Επιτροπή, όμως, στήριξε την απόφασή της, λέγοντας πως είχε επιτευχθεί μια σημαντική μεταστροφή του κινήματος της ειρήνης και πως «οι ΗΠΑ ήταν ανάμεσα στις πρώτες που διοχέτευσαν το ιδανικό της ειρήνης στην πρακτική πολιτική».
Μια άλλη βράβευση, που προκάλεσε ακόμη περισσότερες αντιδράσεις ήταν εκείνη των Henry Kissinger και Le Duc Tho, ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και ο δεύτερος εκπρόσωπος της αντιπροσωπείας της Βόρειας Κορέας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στους δύο άντρες οδήγησε δύο μέλη της Επιτροπής σε παραίτηση. Ο διεθνής Τύπος χαρακτήρισε από «αμφισβητούμενη» έως «κοροϊδία της παγκόσμιας ειρήνης» την απονομή, ενώ ακόμα και οι Νορβηγοί πολιτικοί δεν υποστήριξαν την απόφαση της πλειοψηφίας της Επιτροπής.
Ακόμα και οι νορβηγικές εφημερίδες δήλωναν ότι αδυνατούσαν να κατανοήσουν γιατί οι δύο άντρες βραβεύτηκαν, εφόσον οι διαπραγματεύσεις τους στο Παρίσι δεν έφεραν την ειρήνη στην Ινδοκίνα. Η απονομή αποτελούσε μια «επιβράβευση της πολιτικής του Νίξον στο Βιετνάμ», έγραφαν, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή «ντρόπιασε τον εαυτό της».
Η κριτική που ασκήθηκε και οι παραιτήσεις των μελών οδήγησαν σε αλλαγές της Επιτροπής, η οποία έλαβε πλέον τη μορφή που έχει σήμερα.
Ακολούθησαν αρκετές αμφιλεγόμενες απονομές του Νόμπελ Ειρήνης. Η βράβευση το 1978, του Menachem Begin του Ισραήλ και του Anwar Sadat της Αιγύπτου χαρακτηρίστηκε εκ των υστέρων «αφελής». Το ίδιο συνέβη και με την απονομή του Νόμπελ στους Αραφάτ, Πέρες και Ράμπιν.
Αντιδράσεις στη βράβευση Ομπάμα
Η σημερινή βράβευση του Μπαράκ Ομπάμα προκάλεσε, μεταξύ άλλων, την αντίδραση του πρώην προέδρου της Πολωνίας και βραβευμένο με Νόμπελ Ειρήνης το 1983, Λεχ Βαλέσα, ο οποίος δήλωσε σχετικά: «Ποιος, ο Ομπάμα; Τόσο γρήγορα; Πολύ γρήγορα! Δεν είχε τον χρόνο να κάνει κάτι. Προς το παρόν το μόνο που κάνει είναι προτάσεις».
Ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν Ζαμπιχουλά Μουτζαχίντ, σχολιάζοντας τη βράβευση Ομπάμα, δήλωσε ότι είναι παράλογο να απονέμεται ένα βραβείο για την ειρήνη στον άνθρωπο που έστειλε 21.000 επιπλέον στρατιώτες στο Αφγανιστάν για να κλιμακώσουν τον πόλεμο. «Το Νόμπελ για την ειρήνη; Ο Ομπάμα θα έπρεπε να έχει κερδίσει το Νόμπελ για την κλιμάκωση της βίας και την δολοφονία αμάχων».
«Σοβαρό και απογοητευτικό ευτελισμό» του Νόμπελ Ειρήνης χαρακτήρισε την απονομή Ομπάμα η Ναόμι Κλάιν, δημοσιογράφος και συγγραφέας, προσθέτοντας ότι «έχει ευτελιστεί και παλιότερα και πρόκειται να ευτελιστεί και στο μέλλον, αλλά το περίεργο εδώ είναι ότι δίνουν το βραβείο βασιζόμενοι στην ελπίδα ότι θα αλλάξει τα σχέδια του Ομπάμα και θα τον ενθαρρύνει να κάνει αυτά που δεν έχει κάνει. Είναι σαν να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην ελπίδα και τη θετική σκέψη».
Έκπληκτος δήλωσε και ο συγγραφέας Ταρίκ Αλί, ο οποίος τόνισε πως «έχουν απονείμει το βραβείο σε Αμερικανούς προέδρους και στο παρελθόν. Ο Ρούσβελτ ειδικά δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός για την «αγάπη» του στην ειρήνη. Για τον Ομπάμα, το μόνο που μπορεί κάποιος να πει είναι ότι μπορούσαν να περιμένουν γιατί προς το παρόν τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής βρίσκονται σε ακόμα 2 χώρες: το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ειδικά στο Αφγανιστάν, ο Ομπάμα στέλνει περισσότερους στρατιώτες».
«Έχουν την τάση να λαμβάνουν τη ρητορική πολύ σοβαρά σήμερα», προσθέτει ο κ. Αλί. «Και παρότι το αρνούνται, το 1938 δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα έδιναν το Νόμπελ Ειρήνης στον Χίτλερ ή τον Γκάντι. Και τελικά το έδωσαν στο Διεθνές Γραφείο Προσφύγων «Νάνσεν». Δεν θα έπρεπε να δίνουν το βραβείο σε αρχηγούς κρατών. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία είναι οι άνθρωποι που κάνουν πόλεμο», καταλήγει.




















