Πρόκληση για το μέλλον της Ελλάδας η κλιματική αλλαγή
Ανυπόφορη ζέστη στα αστικά κέντρα, καύσωνες στους τουριστικούς προορισμούς, δυσχερείς συνθήκες για τις αγροτικές καλλιέργειες και κινδύνους για τη διατήρηση των εθνικών δρυμών: αυτά προοιωνίζει η νέα έκθεση της WWF Ελλάς σε συνεργασία με το Εθνικό Αστεροσκοπείο. Αποτελεί μία από τις λίγες έρευνες που αντικείμενό τους έχουν την Ελλάδα και μόλις την πρώτη που στρέφει το βλέμμα της στη περίοδο 2021-2050 αντί της μακρινής 2071-2100. Οι βασικοί άξονες της έρευνας είναι τέσσερις: αστικά κέντρα, τουριστικοί προορισμοί, γεωργικές περιοχές και εθνικοί δρυμοί.
Ξεκινώντας από τα αστικά κέντρα, βασική πρόβλεψη είναι η αύξηση των θερμοκρασιών. Πόλεις σαν την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και τη Λάρισα πρέπει να περιμένουν από 10 μέχρι και 20 παραπάνω μέρες καύσωνα το χρόνο. Αντίστοιχα, οι λεγόμενες «τροπικές νύχτες» (με θερμοκρασία τουλάχιστον 20 ˚C) αναμένεται να αυξηθούν κατά ένα μήνα.
Επίσης κατά 10-20% προβλέπεται να αυξηθούν και οι ακραίες βροχοπτώσεις παρά το γεγονός ότι η συνολική βροχόπτωση θα μειωθεί. Αυτό σημαίνει ότι τόσο ο κίνδυνος πλημμύρας όσο και πυρκαγιάς στα περιαστικά δάση όλο και θα αυξάνεται. Μόνο θετικό η μειωμένη ανάγκη θέρμανσης που, αν και οικονομικά συμφέρουσα, δεν φτάνει για να αντισταθμίσει τις αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις των ημερών του καύσωνα.
Σημαντικές θα είναι και οι αλλαγές που έπονται για τον τουριστικό τομέα της χώρας. Περιοχές σαν τη Ρόδο και τα Χανιά, όπου παραδοσιακά οι θερμοκρασίες παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, θα έχουν από 5 μέχρι 15 περισσότερες μέρες με καύσωνα και από 30 μέχρι 40 περισσότερες «τροπικές νύχτες». Εκτός όμως από την αναμενόμενη δυσφορία η βασική απειλή είναι αυτή των πυρκαγιών αφού άλλες 10 με 15 μέρες υψηλής επικινδυνότητας θα προστεθούν στο ημερολόγιο. Απ’ την άλλη μεριά, η περίοδος ζεστών ημερών που μπορεί να χαρακτηριστεί τουριστική θα μεγαλώσει κατά ένα μήνα. Αν λοιπόν, γίνουν οι απαραίτητες κινήσεις για να μοιραστεί η τουριστική κίνηση η πίεση που ασκείται στο περιβάλλον θα μπορούσε να εξομαλυνθεί.
Ούτε οι γεωργικοί νομοί της χώρας προβλέπεται να μείνουν ανεπηρέαστοι από τις κλιματικές αλλαγές των επόμενων δεκαετιών. Και εκεί, οι μέρες με καύσωνα πληθαίνουν ενώ οι βροχοπτώσεις μειώνονται. Έτσι αυξάνεται όχι μόνο ο κίνδυνος πυρκαγιάς αλλά και οι περίοδοι ανομβρίας. Οι ενδεχόμενες επιπτώσεις για τις καλλιέργειες είναι δύσκολο να εκτιμηθούν, σε κάθε περίπτωση, όμως, η μειωμένη διαθεσιμότητα νερού ανεβάζει το ρίσκο ερημοποίησης εκτάσεων. Ακόμα και αν βασικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο συνεχίσουν να παράγονται, το κάθε κομμάτι γης θα μπορεί μελλοντικά να συντηρήσει μικρότερο αριθμό ελαιόδεντρων αν η ξηρασία επιδεινωθεί.
«Δοκιμασίες» όμως περιμένουν και τους εθνικούς μας δρυμούς. Οι μέρες με υψηλό ρίσκο εκδήλωσης πυρκαγιάς γίνονται 10 με 15 περισσότερες. Οι βροχές μετακινούνται από τον χειμώνα στο φθινόπωρο ενώ το πλαίσιο διακύμανσης της θερμοκρασίας ανεβαίνει 1-2 ˚C απειλώντας την «υγεία» των δασικών συστημάτων. Ας σημειωθεί ότι οι 2 ˚C είναι και το ανώτατο όριο αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη που η WWF «επιτρέπει» αν θέλουμε να διατηρήσουμε ελπίδες για αντιστροφή της τρέχουσας κλιματικής αλλαγής.
Πέραν της παρουσίασης των αποτελεσμάτων, η έρευνα διατυπώνει και προτάσεις για την διάσωση του περιβάλλοντος. Τα αστικά κέντρα πρέπει να εμπλουτιστούν με χώρους πρασίνου, οι λιγοστοί αδόμητοι χώροι να διατηρηθούν, και τα δάση επιτέλους να αποκτήσουν αποτελεσματικά συστήματα πυροπροστασίας.
Κατά την παρουσίαση της έρευνας , ο υπεύθυνος Εκστρατειών της WWF, κ Αχ. Πληθάρας δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «πόλεις σαν την Αθήνα δεν έχουν άλλα περιθώρια οικιστικής εκμετάλλευσης». Στον αντίποδα, προτάθηκε η αποτελεσματικότερη μόνωση των κτιρίων και άλλες εναλλακτικές ιδέες όπως οι «πράσινες ταράτσες». Όσο για τις τουριστικές περιοχές της Ελλάδας, εκεί απαιτείται ορθότερη διαχείριση των φυσικών πόρων αλλά και πράσινες παρεμβάσεις όπως π.χ. εξοικονόμηση ενέργειας και ανακύκλωση νερού. Στον αγροτικό τομέα η WWF επισήμανε την άμεση ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και κάλεσε για περισσότερο έλλογη χρήση των υδάτινων πόρων μιας και περισσότερο από το 80% του νερού καταλήγει στη γεωργία. Επιπλέον, σημαντική θεωρείται και η επιλογή των κατάλληλων καλλιεργειών που θα μπορούν να συντηρηθούν με τα ολοένα και ξηρότερα δεδομένα της γεωργίας μας. Τέλος, αυστηρή προς την Πολιτεία ήταν η θέση της WWF για το μέλλον των δρυμών. Ήδη από το 2008 η WWF καταθέτει προτάσεις αναβάθμισης της δασοπροστασίας στο κράτος αλλά καμιά σημασία δεν τους έχει δοθεί κρίνοντας και από τις τελευταίες πυρκαγιές του 2009.
Κλείνοντας, οι ομιλητές δεν παρέλειψαν να συσχετίσουν τα ερευνητικά τους αποτελέσματα με τις διεθνείς εξελίξεις. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην επικείμενη Σύνοδο της Κοπεγχάγης. Υποστηρίξαν ότι η Ελλάδα, αν και μικρός ρυπαντής στην παγκόσμια κλίμακα, οφείλει να υπερψηφίσει πολιτικές προσαρμογής αλλά και αποφυγής της πίεσης η οποία σήμερα ασκείται στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, ως το 2050 πρέπει το ισοζύγιο εκπομπών να φτάσει το μηδέν, πράγμα που προϋποθέτει δραστικές μειώσεις ρύπων έως και 80%. Επίσης, τα ανεπτυγμένα κράτη οφείλουν να χρηματοδοτήσουν την προσαρμογή των αναπτυσσόμενων, που αν και υπόκεινται τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, δεν έχουν συμβάλει στη πρόκλησή της. Σοκαριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι 130 εκατ. κάτοικοι του Μπαγκλαντές θα αναγκαστούν να μεταναστεύσουν αν η στάθμη της θάλασσας ανέβει κατά ένα μέτρο.
Παρά τις δυσοίωνες αυτές προβλέψεις, οι ομιλητές αναγνώρισαν ότι ούτε ο πανικός ούτε η μοιρολατρική αποδοχή των ευρημάτων τους πρόκειται να βοηθήσει. Η διαφορά θα γίνει μέσα από την συνειδητοποίηση των πολιτών και την ειλικρινή στροφή προς την βιώσιμη ανάπτυξη που μπορεί να λύσει τόσο περιβαλλοντικά όσο και κοινωνικοοικονομικά προβλήματα.


















