Στις 25 Μαΐου του 1954, ο Robert Capa χάνει τη ζωή του πατώντας σε μια νάρκη, στην προσπάθειά του να απαθανατίσει με το φωτογραφικό του φακό τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Ο εμβληματικός, ουγγρικής καταγωγής φωτορεπόρτερ έφτασε την τέχνη της πολεμικής φωτογραφίας σε νέα επίπεδα, καλύπτοντας για 20 από τα πλέον αιματηρά χρόνια του 20ου αιώνα, τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα.

Το πραγματικό του όνομα ήταν ο André Friedmann και γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1913 στη Βουδαπέστη, αντικρίζοντας έναν κόσμο σε σύγκρουση, μεταξύ κρατών αλλά και μεταξύ των γονιών του. Ως έφηβος, ο φτωχός, έξυπνος, βαριεστημένος και ρομαντικός André, γνώρισε το ρατσισμό για την εβραϊκή του καταγωγή, αναζητούσε τον κίνδυνο και τελικά «έμπλεξε» με αριστερούς επαναστάτες. Πριν καλά κλείσει τα 18, πήγε στο Βερολίνο όπου καταπιάστηκε με το φωτορεπορτάζ.

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του δόθηκε το 1932, όταν ανέλαβε να πάει στην Κοπεγχάγη για να φωτογραφήσει τον Trotsky, που θα μιλούσε για το νόημα της Ρωσικής Επανάστασης. Τράβηξε τις πιο δραματικές φωτογραφίες της βραδιάς. Με την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία, ο Capa («καρχαρίας» στα ουγγρικά) μετακόμισε στο Παρίσι, τη μοναδική πόλη που ένιωσε ποτέ οικεία.

Εκεί, απαθανάτισε τους κοινωνικούς και βιομηχανικούς αγώνες της δεκαετίας του ’30, παλεύοντας να βγάλει κάποια χρήματα και γνωρίζοντας τον έρωτα στο πρόσωπο της Gerda Taro. Μαζί, σκαρφίστηκαν την περσόνα του Robert Capa και έφυγαν για την μπαρουτοκαπνισμένη Ισπανία, αποφασισμένοι να πολεμήσουν τον απολυταρχισμό με τις φωτογραφικές τους μηχανές.

Ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα η Gerda Taro πεθαίνει και ο Capa είναι απαρηγόρητος. Φεύγει για την Κίνα το 1938, όπου μαίνεται ο πόλεμος με την Ιαπωνία, γυρνάει στην Ισπανία, όπου ο δημοκρατικός σκοπός καταρρέει, και με την έναρξη του Παγκοσμίου Πολέμου, τρέχει σε Βόρειο Αφρική, Σικελία, Ιταλία, καθώς και στην ιστορική «Omaha Beach» όπου θα καταγράψει την αιμοσταγή απόβαση της Νορμανδίας.

Η πιο γνωστή του φωτογραφία είναι αυτή που δείχνει κάποιον Ισπανό στρατιώτη, μισό δευτερόλεπτο αφού πυροβολήθηκε θανάσιμα, αν και η αυθεντικότητά της αμφισβητείται. «Εάν η φωτογραφία σου δεν είναι αρκετά καλή, τότε δεν είσαι αρκετά κοντά», είναι η φράση που συμβολίζει καλύτερα το φωτογραφικό του στυλ, αλλά και την ανάγκη του να βρίσκεται σε απόσταση μιας ανάσας, όταν απαθανάτιζε την ιστορία.

Ύστερα από μια δεκαετία στην πρώτη γραμμή του φωτορεπορτάζ, ο Capa άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα μετά-τραυματικού συνδρόμου: μηδενιστής, διαρκώς ανήσυχος και συχνά εκνευρισμένος, έπινε πολύ, ένιωθε κατάθλιψη και τύψεις που επέζησε. Επόμενος σταθμός του η Σοβιετική Ένωση, αλλά ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ταίριαζε στο ταλέντο του.

Χτυπημένος από μια σφαίρα στο Τελ Αβίβ, ο Capa απέχει από τον πόλεμο της Κορέας, αλλά θα επιστρέψει στην ενεργό δράση το 1954, για να καλύψει τον πόλεμο της Ινδοκίνας. «Θα είναι μία όμορφη ιστορία», είχε πει στις 25 Μαΐου πριν φύγει από το χωριό Nam Dinh του Βιετνάμ, στο Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού. «Θα συμπεριφέρομαι καλά σήμερα. Δε θα προσβάλω τους συναδέλφους μου και δε θα μιλήσω ούτε μία φορά για την τελειότητα της δουλειάς μου».

Οκτώ ώρες αργότερα και 30 χιλιόμετρα πιο μακριά, ο Robert Capa πέθανε από μία νάρκη, στην προσπάθειά του να φτάσει λίγο πιο κοντά.