Γρηγόρης Ρέντης: «Παραγωγός του εαυτού σου σημαίνει δημιουργική ελευθερία»
Λίγο πριν την πρεμιέρα του Reunion, η οποία θα γίνει στις 22 Οκτώβρη στο θέατρο Τόπος Αλλού, ο σκηνοθέτης της παράστασης κουβεντιάζει με το tvxs.
Συνέντευξη στην Τζένη Τσιροπούλου
Με επιρροές από κινηματογραφιστές όπως ο Κισλόφσκι και ο Γιάνσκο και με θεατρικές αναφορές στον Πίντερ, ένας νέος σκηνοθέτης, ο Γρηγόρης Ρέντης, επιστρέφει από το Λος Άντζελες, έχοντας στις αποσκευές του ένα πτυχίο σκηνοθεσίας και περίσσια αισιοδοξία για τον καλλιτεχνικό χώρο στην Ελλάδα. Όχημά του δύο μονόπρακτα του Ντέιβιντ Μάμετ, το "Reunion" και το "Dark Pony", συνταξιδευτές του ο Γιάννης Κοκιασμένος ("Στρέλλα") και η Κατερίνα Γκουλιώνη ("Μέσα στο Δάσος") και η περιπέτεια της θεατρικής σκηνοθεσίας δεν έχει παρά να αρχίσει.
-Πώς προέκυψε η επιλογή του Μάμετ για να κάνεις το σκηνοθετικό σου ντεμπούτο στο θέατρο;
Προέρχομαι από το χώρο του κινηματογράφου, καθώς αυτό σπούδασα και με αυτό έχω ασχοληθεί. Έψαχνα, έτσι, ένα έργο, που να είναι "κινηματογραφικά" δομημένο, από άποψη σκηνών και οικονομίας και στο Μάμετ βρήκα μια γραφή δοσμένη πιο κινηματογραφικά και με απλότητα.
-Πώς λειτούργησε η μετάβαση σου από τον κινηματογράφο φακό στις σκηνοθετικές οδηγίες για το θέατρο;
Το θέατρο είναι άλλο "τέρας". Αδιαμφισβήτητα, το μάθημα που πήρα από αυτήν την εμπειρία είναι ότι στο θέατρο αφήνεσαι πάρα πολύ στους ηθοποιούς, ενώ ο κινηματογράφος έχει πολύ περισσότερο κόσμο και ο σκηνοθέτης πρέπει να πάρει όλη τη διαδικασία πάνω του, εφόσον χειρίζεται την κάμερα. Στο θέατρο είναι πιο μοιρασμένα όλα. Πρακτικά, ήταν πιο οικονομική διαδικασία από μια ταινία, αν και παραμένει ένα επιχειρηματικό ρίσκο για όλους που επενδύουμε σε αυτό.
-Ήταν εύκολο να αποδοθεί στη μετάφραση η χαρακτηριστική υφή των διαλόγων του Μάμετ, το γνωστό και ως "Mamet speak";
Το "Mamet speak" έχει γρήγορες ατάκες, η μία πρόταση διακόπτει και εισβάλλει στην άλλη, επίσης, ο λόγος είναι πολύ αμερικάνικος με ιδιόμορφες λέξεις και στη μετάφραση προσπαθήσαμε μεν να το αποδώσουμε, κρατώντας το χαρακτήρα του Μάμετ, αλλά από την άλλη, θέλαμε να υπάρχει φυσικότητα στη ροή του λόγου και στην ελληνική γλώσσα. Το έργο έχει γραφτεί στα μέσα της δεκαετίας του '70 και στο κείμενο υπάρχουν ακόμα και λέξεις που έχουν εκλείψει σήμερα, όπως για παράδειγμα η λέξη "κασκαρίκα".
-Η Κάρολ και ο Μπέρνι, οι πρωταγωνιστές, απουσιάζουν είκοσι χρόνια ο ένας από τη ζωή του άλλου και το "Reunion" είναι η επανασύνδεσή τους. Γιατί ο Μάμετ καταπιάνεται με μια εύθραυστη σχέση πατέρα-κόρης, ενώ έξω αντηχούν ακόμα οι σειρήνες από τον πόλεμο του Βιετνάμ;
Πιστεύω πως οποιοδήποτε έργο είναι ένα φίλτρο της κοινωνικής κατάστασης και, κατά συνέπεια, όλα τα έργα είναι πολιτικά. Σε μια φορτισμένη περίοδο -το έργο γράφτηκε το 1976 αλλά ο Μάμετ τοποθετεί τους ήρωες του στο 1973- επιλέγει σαν χαρακτήρες ένα βετεράνο του Β' παγκοσμίου πολέμου και μια κοπέλα που ανήκει στη γενιά των baby boomers, στην οποία ανήκει και ο ίδιος ο Μάμετ.
-Είναι εντυπωσιακό, κατά μία έννοια, το γεγονός ότι δεν ανταλλάζουν "κατηγορώ" μεταξύ τους...
Σιγοβράζει μια έκρηξη, την οποία προσπαθούν να καλύψουν. Αποφεύγουν να πούνε αλήθειες, στην ουσία αυτά που τους "καίνε".
-Γιατί η κόρη αναζητά την πατρική φιγούρα σε μια φάση της ζωής της που αντιμετωπίζει προβλήματα με μια άλλη αντρική ύπαρξη, αυτή του άντρα της;
Ακριβώς επειδή έχει προβλήματα με τον άντρα της, ψάχνει για στήριγμα. Η Κάρολ έχει φτιάξει τη ζωή της έτσι, ώστε να νιώθει μια επίπλαστη ασφάλεια και σε όποιον και να στραφεί αυτή τη στιγμή από το οικείο της περιβάλλον θα λάβει τις αναμενόμενες απαντήσεις. Έτσι, ωθείται να ψάξει τον πατέρα της, ο οποίος αποτελεί τη σκοτεινή πλευρά της ίδιας, όντας απόλυτα δέσμια σε αυτή τη βιολογική σχέση, όπως όλα τα παιδιά νομίζω.
-Το "Dark Pony" είναι μια στιγμή που δεν έζησαν ποτέ μαζί;
Εμείς είδαμε το "Dark Pony" ως μια ουτοπική ανάμνηση τους, ένα φλας μπακ σε ένα φαντασιακό χώρο, ίσως η τελευταία δυνατή ανάμνηση που μοιράζονται οι δυο τους. Δίνει μια άλλη διάσταση στο έργο, έρχεται να αλλάξει το κλίμα πάρα πολύ και απέχει, θα έλεγα, από το συνήθη ρεαλισμό του Μάμετ.
-Πώς κοιτάζεις το μέλλον, αλλά κυρίως το παρόν, του ελληνικού σύγχρονου κινηματογραφικού αλλά και θεατρικού χώρου;
Με αρκετά αισιόδοξη ματιά. Ένα πλεονέκτημα για τον κινηματογράφο και το θέατρο στην Ελλάδα, είναι ότι ο χώρος είναι μικρός και υπάρχει μια αλληλοστήριξη μεταξύ των ανθρώπων που μοιράζονται ένα κοινό όραμα. Υπάρχει διάθεση αλλά, δυστυχώς, πάντα υπάρχουν και μερικά...σύννεφα. Επίσης, λόγω έλλειψης χρημάτων, γίνεσαι παραγωγός του εαυτού σου και αυτό σημαίνει δημιουργική ελευθερία.
Το ίντερνετ είναι, επιπλέον, ένας δυνατός σύμμαχος στην προώθηση των έργων σήμερα. Μέσω της χρήσης του, μπορείς να ανοίξεις διάλογο πάνω στο έργο, το οποίο μπορεί να φτάσει να χτίσει τη δική του γλώσσα, όπως για παράδειγμα έκανε το "Μέσα στο Δάσος", που έστησε μέσω του ίντερνετ το δικό του σύμπαν.
- Πολλοί Έλληνες σκηνοθέτες, όπως ο Κώστας Γαβράς, αναφέρονται συχνά σε έλλειψη καλών ιδεών και καλών σεναρίων, θεωρώντας αυτό το πιο "γκριζωπό" σημείο της καλλιτεχνικής δημιουργίας στις μέρες μας. Συμφωνείς με αυτήν την άποψη, που αφορά κυρίως στους δημιουργούς της γενιάς σου;
Η τέχνη του σεναρίου έχει, πράγματι, μείνει λίγο πίσω και μια σχολή σεναρίου, ενδεχομένως, θα βοηθούσε ή το να δουν πιο ανοιχτόμυαλα το σενάριο οι υπάρχουσες σχολές. Στην Ελλάδα η τέχνη συχνά απαξιώνεται, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί καν επάγγελμα, αλλά, όντας αισιόδοξος, πιστεύω ότι η δική μας γενιά είναι πιο σινεφίλ και πιο θεατρόφιλη.
Μετάφραση: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Ρέντης
Σκηνικά: Καλλιόπη Ανδρεάδη
Δραματουργός: Αρασέλη Λαιμού
Παίζουν: Γιάννης Κοκιασμένος, Κάτια Γκουλιώνη
Θέατρο Τόπος Αλλού
Από: 22 Οκτωβρίου – 19 Δεκεμβρίου
Κάθε Παρασκευή, Σάββατο στις 23:00, Κυριακή στις 9:30


















