Φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας: μια πονεμένη ιστορία διαρκείας...
Χθες έκλεισαν 220 χρόνια από τη στιγμή που η Παρισινή Κομούνα, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, εθνικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία στη Γαλλία.Η προσπάθεια για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας αριθμεί πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα και «ταλαιπωρεί» την πολιτική εξουσία ακόμα και σήμερα, μετά τη σχετική συνάντηση του πρωθυπουργού, κ.Παπανδρέου, με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Την ίδια στιγμή, σε άλλες χώρες το θέμα έχει λυθεί εδώ και αιώνες: χθες έκλεισαν 220 χρόνια από τη στιγμή που η Παρισινή Κομούνα, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, εθνικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία στη Γαλλία.
Βήματα προς τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας φαίνεται ότι κάνει η κυβέρνηση, ωστόσο η ελληνική κοινή γνώμη δε διακατέχεται από ιδιαίτερη αισιοδοξία επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Και αυτό είναι λογικό, αν αναλογισθεί κανείς τη μακρά και πονεμένη ιστορία που αποτελεί η προσπάθεια για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας από το ελληνικό δημόσιο. Ωστόσο – πιστή στις προεκλογικές της δεσμεύσεις – η κυβέρνηση έχει ήδη κινητοποιήσει τις διαδικασίες για την εκπλήρωση του αιτήματος πολλών εκατομμυρίων πολιτών: τον πλήρη διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους και την οριστική ρύθμιση των περιουσιακών ζητημάτων.
Μετά τη συνάντηση μεταξύ του πρωθυπουργού και του αρχιεπισκόπου
αποφασίστηκε το θέμα της φορολόγησης να κριθεί σε κοινή επιτροπή, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της κυβέρνησης και της Εκκλησίας. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα επιμέρους θέματα θα συζητηθούν σε χωριστές επιτροπές, χωρίς χρονική προθεσμία.
Το ιστορικό των προσπαθειών φορολόγησης
Οι προσπάθειες για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ξεκινούν ήδη από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, μετά τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν πολύ σύνηθες οι «ραγιάδες» να δωρίζουν τις περιουσίες τους στα μοναστήρια, με σκοπό να την προστατεύσουν, καθώς οι Οθωμανικές Αρχές έδειχναν σεβασμό προς την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ αντιθέτως, η ιδιοκτησία των απλών υπηκόων ήταν στο έλεός τους. Ως αποτέλεσμα, με την αποχώρηση των Τούρκων από τα ελληνικά εδάφη, η Εκκλησία βρέθηκε να κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης. Έτσι, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος έπρεπε με κάποιο τρόπο – και κυρίως με την επιβολή των λεγόμενων «αγροτικών μεταρρυθμίσεων» – να προβεί στην αναγκαία αναδιανομή της γης. Έτσι, στις 5 Απριλίου 1822 εκδόθηκε ο πρώτος νόμος «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών, προς διατροφήν των αγωνιζομένων πενήτων, και τας ανάγκας του πολέμου».
Στη συνέχεια, μετά την επιβολή της αντιβασιλείας του Όθωνα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η εν λόγω αντιβασιλεία κατήργησε περίπου 400 μοναστήρια, και ως αποτέλεσμα, η περιουσία τους περιήλθε στο δημόσιο. Τα υπόλοιπα μοναστήρια από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να υπόκεινται σε φορολογία. Στις 29 Απριλίου 1843 με Διάταγμα, ολόκληρη η κινητή και ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία περιήλθε στο Δημόσιο με σκοπό να χρησιμοποιηθεί «αποκλειστικώς εις την βελτίωσιν του κλήρου».
Προχωρώντας στην ιστορία, φτάνουμε στο 1920, όπου με το διάσημο νόμο 2050/1920 επί Ελευθερίου Βενιζέλου, γνωστό και ως «Αγροτικό Νόμο», καθώς και με άλλους που ακολούθησαν, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους «προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας». Δέκα χρόνια αργότερα, με το νόμο 4684/1931 περί «Οργανισμών Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» αποφασίσθηκε η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών, ενώ ό,τι εισπράχθηκε σχεδόν στο σύνολό του εξανεμίστηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της κατοχής.
Καθοριστικό σημείο αποτελεί η 18η Σεπτεμβρίου 1952, σημείο κατά το οποίο υπογράφηκε η περιβόητη «Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων». Με την εν λόγω σύμβαση η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας τη,ς με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές. Μάλιστα – όπως υποστηρίζει η εκκλησία – στην εν λόγω σύμβαση περιέχεται η διακήρυξη του Ελληνικού Κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον. Παράλληλα, προβλεπόταν η απαλλοτρίωση του 80% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και του 66% των βοσκότοπων της εκκλησίας, ενώ απαγορεύονταν η απαλλοτρίωση της περιουσίας των μοναστηρίων του Πατριαρχείου. Στο ίδιο πνεύμα υπογράφηκε σύμβαση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία θα παραχωρούσε στο Ελληνικό Δημόσιο 141.000 στρέμματα αγρών, 32.000 στρέμματα αγροληπτικών και 601.000 στρέμματα βοσκότοπων.
Το οικονομικό αντάλλαγμα για τις παραπάνω εκτάσεις συμφωνήθηκε ότι το Ελληνικό Κράτος θα το κατέβαλε κατά ένα τμήμα σε δραχμές, και κατά το υπόλοιπο σε αστικά ακίνητα. Επιπλέον, καθώς το ελληνικό κράτος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, να αποζημιώσει τις οικονομικές απαιτήσεις της Εκκλησίας, καθιερώθηκε ως «αντάλλαγμα» η μισθοδοσία των Ελλήνων κληρικών από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως αποζημίωση του ελληνικού κράτους έναντι των απαλλοτριώσεων γαιών που κατείχε η Εκκλησία κατά την δεκαετία 1922-32.
Στο σημείο αυτό υφίστανται, βέβαια, πολλές αμοιβαίες κατηγορίες: Όπως υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, το ελληνικό κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% των οφειλόμενων ποσών. Από την άλλη, σύμφωνα με το Ελληνικό Κράτος και τα στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας η Εκκλησία δεν παραχώρησε όλες τις εκτάσεις που όφειλε και κατακράτησε 75.000 στρέμματα αγρών και 151.000 στρέμματα βοσκότοπων.
Το τελικό σημείο στην πονεμένη ιστορία της εκκλησιαστικής περιουσίας αποτέλεσε ο νόμος 1700/1987, τον οποίο ο Αντώνης Τρίτσης, ως Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, έφερε προς ψήφιση στη βουλή το 1987. Με τον εν λόγω νόμο το ελληνικό κράτος επιχειρούσε να αξιοποιήσει τη μοναστηριακή περιουσία, ενώ η Εκκλησία κατήγγειλε ότι στην ουσία λάμβανε χώρα δήμευση των κτημάτων της. Εν τέλει το θέμα έφτασε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο επικαλούμενο τη Σύμβαση της Ρώμης κάλεσε το κράτος είτε να επιστρέψει στις μονές την περιουσία τους είτε να τις αποζημιώσει. Ως αποτέλεσμα, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, κατέστησε τον εν λόγω νόμο «ανενεργό» και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.




















