Άμεσης αντιμετώπισης χρίζει το πρόβλημα της ενδοσχολικής βίας το οποίο επισημάνθηκε στην παρουσίαση της έκδοσης «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα Σχολεία» την οποία επιμελήθηκε η Ειδική Επιτροπή Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας και αποτελεί πρωτοβουλία της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η εν λόγω έκδοση αναφέρεται στο φαινόμενο του bulling το οποίο είναι αρκετά εκτεταμένο στην Ελλάδα αν και μέχρι τώρα, όχι γνωστό κι όχι ενδελεχώς ερευνημένο.

Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες το 63% των μαθητών Δημοτικού, το 51% των μαθητών Γυμνασίου και το 36% των μαθητών Λυκείου στην Ελλάδα δηλώνουν ότι υπάρχουν συμμαθητές που τους συμπεριφέρονται άσχημα.

Το 55% των παιδιών του Δημοτικού αναφέρουν ότι κάποιος συμμαθητής του έχει κοροϊδέψει ή βρίσει, το 24% ότι κάποιο παιδί τα έχει κατηγορήσει σε κάποιον καθηγητή, το 18% ότι έχουν απειληθεί από συμμαθητή τους, το 37% ότι έχουν χτυπηθεί από συμμαθητή τους. Αντίστοιχα οι μαθητές του Γυμνασίου, αναφέρουν σε ποσοστό 43% ότι τους έχουν κοροϊδέψει ή βρίσει, σε ποσοστό 13% ότι τους έχουν απειλήσει άλλοι μαθητές, σε ποσοστό 17% ότι τους έχουν χτυπήσει. Τα ποσοστά στο Λύκειο δεν είναι τόσο υψηλά αλλά δεν εκλείπουν. Έτσι το 28% των μαθητών δηλώνουν ότι κάποιος συμμαθητής τους, τους έχει υβρίσει, το 5% ότι έχει απειληθεί και το 3% ότι κάποιος συμμαθητής τους, τους έχει χτυπήσει.

Σύμφωνα με τις έρευνες, οι καθηγητές αναφέρουν ότι οι διαπληκτισμοί στο προαύλιο στο μεγαλύτερο ποσοστό, 89,1% αφορούν ύβρεις και σε ποσοστό 47,7% την ταπείνωση του άλλου. Επιπλέον επισημαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν παρατηρείται καμιά σχέση μεταξύ των ποσοστών επιθετικότητας των μαθητών ενός σχολείου με το ποσοστό των αλλοδαπών που φοιτούν σε αυτό.

«Η θλιβερή περίπτωση του φόνου του Αλεξ, μαθητή σε σχολείο της Βέροιας και στη συνέχεια η άλλη, των βιασμών του κοριτσιού του σχολείου της Αμαρύνθου, υπήρξαν το έναυσμα σοβαρών ανησυχιών για το τι συμβαίνει και πού μπορούν να φθάσουν τα πράγματα» αναφέρει στο εισαγωγικό της σημείωμα η υπεύθυνη της έκδοσης κ. Αλίκη Γιωτοπούλου - Μαραγκοπούλου. «Δεν είχαμε ως τότε συνείδηση οι Έλληνες μελετητές πόσο διαδεδομένο και σοβαρό πρόβλημα αποτελούσε και στη χώρα μας η οργανωμένη ομαδική ενδοσχολική βία και επιθετικότητα».

Η ΕΕΜΟΕΒ συστάθηκε το 2006 με αφορμή το τραγικό περιστατικό της εξαφάνισης του Άλεξ στη Βέροια προκειμένου να καταγράψει, να μελετήσει και να αναλύσει το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας. Σύμφωνα με τους ομιλητές της εκδήλωσης ο εν λόγω τόμος είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την εκπαιδευτική κοινότητα γι’ αυτό και θα μοιραστεί δωρεάν στους εκπαιδευτικούς. Περιλαμβάνει εξάλλου συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με την κατάρτιση των εκπαιδευτικών και την οργάνωση του σχολείου για την πρόληψη αλλά και τον χειρισμό των περιστατικών ενδοσχολικής βίας.

Σειρά προτάσεων κατέθεσε και ο Συνήγορος του Παιδιού, Γιώργος Μόσχος για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ανάμεσα σε αυτές είναι η διαμόρφωση ενός κλίματος επικοινωνίας και διαλόγου ανάμεσα στους μαθητές αλλά και η ύπαρξη σχολικών κανόνων που θα προκύπτουν από συνεργασία εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων. Πρότεινε επιπλέον και την αξιοποίηση του θεσμού των μαθητικών συμβουλίων ενώ επισήμανε ως αποφασιστικής σημασίας την ενίσχυση του ρόλου των μαθητών στην επίλυση των συγκρούσεων.

Επιπλέον στις προτάσεις που έχει καταθέσει και στην κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ενδοσχολικής βίας, ο Συνήγορος του Παιδιού περιλαμβάνεται η καθιέρωση της διαδικασίας ακρόασης, όταν εκδηλώνονται περιστατικά βίας και η ανάθεση ρόλων συμβούλων και μεσολαβητών σε εκπαιδευτικούς με ειδικές γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να δίνεται δυνατότητα στους μαθητές να εξηγούν τις συμπεριφορές τους, σε περιπτώσεις συγκρούσεων και κατόπιν να ακολουθεί προσπάθεια συμφιλίωσης των εμπλεκομένων. Όσο για τις κυρώσεις, ο Συνήγορος του Παιδιού επισημαίνει ότι θα πρέπει να αποτελούν την έσχατη λύση και να προηγείται προσεκτική ακρόαση των μερών και φυσικά μόνο στην περίπτωση που μιλάμε για σοβαρό παράπτωμα.

Παράλληλα, χρειάζεται η ανάπτυξη υποστηρικτικών μηχανισμών, όπως ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών σε περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο, για την επίλυση σοβαρών ζητημάτων που σχετίζονται και με παράγοντες εξωτερικούς των σχολείων, όπως προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα αλλά και η ανάπτυξη προαιρετικών ομαδικών δραστηριοτήτων που ενδιαφέρουν τους μαθητές και βοηθούν στην καλλιέργεια στενότερων δεσμών και σχέσεων συνεργασίας μεταξύ τους.