Να εφαρμοστεί ή να μην εφαρμοστεί ο νόμος - πλαίσιο; Δύο ακαδημαϊκοί έχουν κατασταλάξει και ανταλλάσσουν επιχειρήματα για λογαριασμό του tvxs.gr αναφορικά με τις αλλαγές Διαμαντοπούλου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κοινός τόπος των αντιπαρατιθέμενων αναλύσεων, το γεγονός ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο πρέπει να αλλάξει.

Ο κ. Αχιλλέας Γραβάνης*, καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, τάσσεται υπέρ του νόμου - πλαισίου. Αφού καταγγέλλει ανάμεσα σε άλλα τις «πελατειακές σχέσεις», τον «νεποτισμό» και την «εκμετάλλευση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου» ως αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος, χαρακτηρίζει τη νομοθετική μεταρρύθμιση του υπουργείου Παιδείας «συνολική, συνεκτική, σε συντονισμό με την διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία». Σε αυτό το πλαίσιο, εξηγεί τους λόγους κατά τους οποίους κατά τη γνώμη του ο νόμος - πλαίσιο «υποστηρίζει την αυτόνομη, ευέλικτη και εξωστρεφή λειτουργία των ΑΕΙ με στόχο την Αξιοκρατία και την Αριστεία».

Ο κ. Θεόδωρος Παπαθεοδώρου*, καθηγητής Αντεγκληματικής Πολιτικής και πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, τάσσεται κατά του νόμου - πλαισίου. Διαπιστώνοντας ότι η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας τελικά «δεν έχει ενσωματώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις θέσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας», κάνει λόγο για «απουσία ουσιαστικής επένδυσης και οικονομικής στήριξης των Ιδρυμάτων» και για «απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης για την έρευνα στα Πανεπιστήμια». Επιπλέον, εκφράζει αντιρρήσεις για ζητήματα όπως «η συρρίκνωση της φοιτητικής αντιπροσώπευσης στα συλλογικά όργανα» και «η ρητή κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου». Πάντως, ο ίδιος αναγνωρίζει ως θετικά σημεία του νόμου διατάξεις για τη «σύνταξη Οργανισμού με ευθύνη του Ιδρύματος» ή την «ενίσχυση μηχανισμών αξιολόγησης και κοινωνικής λογοδοσίας».

Διαβάστε αυτούσιες τις τεκμηριωμένες -ελεύθερες- τοποθετήσεις των δυο πανεπιστημιακών (συνάπτονται και τα βιογραφικά τους σημειώματα) με αντικείμενο το νόμο Διαμαντοπούλου:

Καθ. Αχιλλέας Γραβανής

Ο Νόμος πλαίσιο του 1982 άλλαξε άρδην την λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ). Άνοιξε τα πανεπιστήμια σε νέους, εκτός ακαδημαϊκού κατεστημένου, άξιους επιστήμονες, βοήθησε στην ανάπτυξη των περιφερικών πανεπιστημίων και προώθησε την δημοκρατική λειτουργία τους. Η τριαντάχρονη εφαρμογή του κατέληξε όμως στα παγκοίνως γνωστά σημερινά προβλήματα των ΑΕΙ: ασφυκτικός κρατικός και κομματικός εναγκαλισμός που περιόρισαν στην ουσία την αυτονομία τους, πολυμελή και δυσκίνητα συλλογικά όργανα διοίκησης που υπέθαλψαν φαινόμενα εσωστρέφειας, πελατειακών σχέσεων και νεποτισμού, εκμετάλλευση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου από ακραίες και βίαιες μειοψηφίες που τραυμάτισαν την λειτουργία και την εικόνα του πανεπιστήμιου.

Οι πρώτες προσπάθειες βελτίωσης του νομικού πλαισίου των ΑΕΙ έγιναν επί υπουργίας Γιαννάκου το 2005, με την θεσμοθέτηση της Γενικής Συνέλευσης Τμήματος ειδικής σύνθεσης που βοήθησε στην πιο ευέλικτη λειτουργία του και της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου από ανεξάρτητους διεθνείς αξιολογητές. Ο Νόμος Διαμαντοπούλου, σε αντίθεση με τις προηγούμενες αποσπασματικές προσπάθειες, είναι μία συνολική, συνεκτική, σε συντονισμό με την διεθνή ακαδημαϊκή εμπειρία νομοθετική μεταρρύθμιση που υποστηρίζει την αυτόνομη, ευέλικτη και εξωστρεφή λειτουργία των ΑΕΙ με στόχο την Αξιοκρατία και την Αριστεία:

Ενισχύει την αυτονομία των ΑΕΙ με την μεταφορά αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Παιδείας στα διοικητικά τους όργανα, μέσω του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού τους. Για παράδειγμα, η διάρθρωση του προϋπολογισμού από τη δημόσια χρηματοδότηση, η σύσταση νέων σχολών ή προγραμμάτων σπουδών, η προκήρυξη νέων θέσεων και ο διορισμός των καθηγητών αποφασίζονται πλέον από το πανεπιστήμιο και όχι πελατειακά από το Υπουργείο.

Περιορίζει τον κομματικό εναγκαλισμό των ΑΕΙ, με την εκλογή των αντιπροσώπων των φοιτητών στα όργανα διοίκησης με ενιαίο και όχι παραταξιακό-κομματικό ψηφοδέλτιο, την επιλογή των υποψηφίων Πρυτάνεων και των Κοσμητόρων των Σχολών από το 15μελες Συμβούλιο και την τελική εκλογή του Πρύτανη από το σώμα των Καθηγητών με αξιοκρατικά κριτήρια όπως η ακαδημαϊκή ποιότητα και διοικητική εμπειρία και όχι, όπως σήμερα, η προεκλογική παροχολογία και η διαπλοκή με τους πολυπληθείς εκλέκτορες (Φοιτητές, Καθηγητές, Διοικητικούς υπαλλήλους).

Αναδεικνύει την ατομική ευθύνη (Πρύτανης, Κοσμήτορας) και την ευελιξία στην λήψη των διοικητικών και ακαδημαϊκών αποφάσεων. Μέχρι τώρα η κακώς νοούμενη συλλογικότητα (πολυπληθής Σύγκλητος, Συνέλευση Τμήματος κλπ) δεν βοηθούσε στη λήψη ‘δύσκολων-αξιοκρατικών’ αποφάσεων (προτιμούνταν οι αρεστές και πολιτικά ισόρροπες ή η μη λήψη απόφασης) ενώ παράλληλα κάλυπτε την επιτήδευση, τον καιροσκοπισμό και την ιδιοτέλεια των ‘ισχυρών’ του ακαδημαϊκού συστήματος. Συνήθως, των ισχυρών στον ‘πολιτικό’ χειρισμό του και όχι των επιστημονικά και ακαδημαϊκά ισχυρών. Πλέον, οι άστοχες και ιδιοτελείς επιλογές των διοικητικών οργάνων θα έχουν ονοματεπώνυμο, στο οποίο οι θιγόμενοι θα αναφέρονται και από το οποίο θα ζητούν ευθύνες.

Υποστηρίζει την κοινωνική λογοδοσία και εξωστρέφεια του δημόσιου πανεπιστημίου με την συμμετοχή προσωπικοτήτων της κοινωνίας στο Συμβούλιο και στην λήψη των αποφάσεων. Η χρηματοδοτούσα κοινωνία έχει βλέμμα και λόγο στην διαχείριση των οικονομικών του πανεπιστημίου, με στόχο τον περιορισμό των φαινομένων ιδιοτέλειας, αναξιοκρατίας και νεποτισμού που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια.

Ενισχύει την ευελιξία στην διαχείριση των οικονομικών του πανεπιστημίου καθώς και την επιτυχή αναζήτηση χρηματοδότησης επιπλέον των δημόσιων πόρων, μέσα από το νέο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Έτσι, διευκολύνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια του πανεπιστημίου και πολλαπλασιάζονται οι δυνατότητες του για εξεύρεση επιπλέον πόρων από την εκμετάλλευση της περιουσίας του και της παραγόμενης νέας γνώσης (όπως συμβαίνει διεθνώς), για την αποτελεσματικότερη υποστήριξη του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου.

Συνδέει την αξιολόγηση των ΑΕΙ με την δημόσια χρηματοδότηση τους, προάγοντας την ακαδημαϊκή άμιλλα και την αποτελεσματικότερη χρήση της. Η απόφαση για το ύψος της χρηματοδότησης βασίζεται σε διεθνή κριτήρια και μεταφέρεται από το Υπουργείο στην ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας και Πιστοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠ), προάγοντας την διαφάνεια και περιορίζοντας την πολιτική-κομματική διαπλοκή Πολιτείας και ΑΕΙ.

Τέλος, μία καινοτομία του νέου Νόμου είναι και η πρόνοια για την οργανωμένη αξιολόγηση μετά από τέσσερα χρόνια της εφαρμογής του Νόμου και των τυχόν προβλημάτων του με τη σύσταση από την ανεξάρτητη Αρχή ΑΔΙΠ διεθνούς αξιολογικής επιτροπής ελλήνων και ξένων καθηγητών, που θα προτείνει στην Πολιτεία τις αναγκαίες διορθωτικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

*Αχιλλέας Γραβάνης: Καθηγητής Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης (http://gravanislab.med.uoc.gr/), Συνεργαζόμενος Ερευνητής Ίδρυμα Τεχνολογίας & Έρευνας (IESL-ΙΤΕ). Πτυχίο Φαρμακευτικής Σχολής Παν/μιου Αθηνών (1980), PhD Φαρμακολογίας, Παν/μιο Pierre Marie Curie Paris 6 (1983), Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Ιατρική Σχολή Mount Sinai Νέας Υόρκης (1983-1987). Μέλος της Διοικούσας Επιτροπής, European Pharmacology Network (1999-2003), Μέλος πολλών Ευρωπαϊκών Επιτροπών Έρευνας: 5μελής Επιτροπή Αξιολόγησης (1996), 3μελής Επιτροπή Εποπτείας (2000) του Προγράμματος BIOMED Ι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Συμπρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης του προγράμματος BIOMED II, Εθνικός Εμπειρογνώμων στην Επιτροπή Προγράμματος Βιοϊατρικής Έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το FP6 (2001-2003) και το FP7 (2008-2010). Εκλεγμένο μέλος της Επιτροπής Υποτροφιών της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας FEBS (2007-2010), Εξωτερικός Κριτής (LS5), Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, ERC (2007). Μέλος του Συμβουλίου της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠ) (2007-2011), Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής και Κριτής πολλών διεθνών επιστημονικών περιοδικών. Έχει 110 διεθνείς δημοσιεύσεις που αναφέρονται στη βάση δεδομένων PubMed, μέσου συντελεστή εμβέλειας των πρωτότυπων εργασιών IF: 4.4 και h-index: 30. Τα ενδιαφέροντα της ερευνητικής του ομάδας εστιάζονται: α) στη μελέτη των μοριακών μηχανισμών της νευροεκφύλισης και της νευροαναγέννησης με στόχο την ανάπτυξη νέων μικρομοριακών συνθετικών ενώσεων με νευροπροστατευτικές ιδιότητες, καθώς και ενώσεων που ενεργοποιούν τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των νευρικών βλαστικών κυττάρων, και β) στη φαρμακογονιδιωματική ανάλυση και την εξατομικευμένη φαρμακοθεραπεία. Αντιπροσωπευτικές πρωτότυπες δημοσιεύσεις του εργαστήριου του στο Παν/μιο Κρήτης: Makrigiannakis et al, Nature Immunology 2001, Charalampopoulos et al PNAS 2004, Charalampopoulos et al FASEB J 2006, Toubanaki et al Human Mutation 2009, Lazaridis et al, PLoS Biology 2011.

Καθ. Θεόδωρος Παπαθεοδώρου

Οι αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ΑΕΙ υπήρξαν ένα ώριμο αίτημα πολλών φορέων της Πανεπιστημιακής κοινότητας ( προτάσεις της Συνόδου των Πρυτάνεων, ΠΟΣΔΕΠ, πανεπιστημιακών), ώστε τα Ιδρύματα να αποκτήσουν ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, να υπερβούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, να αναπτύξουν την έρευνα, να κατοχυρώσουν ποιοτικές σπουδές και πτυχία με αντίκρισμα. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν ήταν πολλές και αφορούσαν στις πραγματικές αδυναμίες του (προηγουμένου) θεσμικού πλαισίου. Από τον περασμένο χρόνο κυριάρχησε η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας, η οποία προέβαλε ένα διαφορετικό μοντέλο για τη λειτουργία των ΑΕΙ και κατέληξε στο νόμο που ψηφίσθηκε στα τέλη Αυγούστου, χωρίς τελικά να έχει ενσωματώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις θέσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Με τη ψήφιση του νόμου πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση διαμορφώνεται μία νέα πραγματικότητα στα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια, στην οποία συνυπάρχουν τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία, καθώς και πολλές αντιφάσεις του νόμου. Θεωρώ ότι κινούνται σε θετική κατεύθυνση οι διατάξεις που προβλέπουν τη σύνταξη Οργανισμού με ευθύνη του Ιδρύματος, την αναγνώριση της Σχολής ως βασικής ακαδημαϊκής και διοικητικής μονάδας, την ίδρυση της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών, την ενίσχυση μηχανισμών αξιολόγησης και κοινωνικής λογοδοσίας, καθώς και την εκλογή του Πρύτανη από την ακαδημαϊκή κοινότητα του κάθε Ιδρύματος.

Αντίθετα, τα αρνητικά στοιχεία του νόμου είναι σημαντικά: η απουσία ουσιαστικής επένδυσης και οικονομικής στήριξης των Ιδρυμάτων, σε μία περίοδο που αυτά καλούνται να λειτουργήσουν με περικοπές στον τακτικό προϋπολογισμό της τάξης του 50%, η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης για την έρευνα στα Πανεπιστήμια, η συρρίκνωση της φοιτητικής αντιπροσώπευσή της στα συλλογικά όργανα, η ρητή κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών του Πρύτανη, του Συμβουλίου Ιδρύματος, και της Συγκλήτου, καθώς και η εισαγωγή διαρχίας στη διοίκηση του Ιδρύματος.

Μαζί με τα παραπάνω εντοπίζονται αρκετές αντιφάσεις στο νόμο, οι οποίες θα προκαλέσουν σοβαρές δυσλειτουργίες στην καθημερινή ζωή των Πανεπιστημίων. Είναι εκτός ακαδημαϊκής λογικής να ορίζεται το Τμήμα ως «σύνολο καθηγητών μίας Σχολής» και να αποσυνδέεται από συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, άρα και από το οικείο περιεχόμενο σπουδών που οδηγεί σε συγκεκριμένο πτυχίο. Την ώρα που το Τμήμα θα έπρεπε να παραμείνει , όπως γίνεται διεθνώς, μία ακαδημαϊκή μονάδα βάσης, υπεύθυνη για την ποιότητα και την αξιοπιστία των Σπουδών σε ένα επιστημονικό πεδίο, με το νέο νόμο αυτό εργαλειοποιείται και υποβαθμίζεται. Έτσι επηρεάζεται άμεσα η δυνατότητα διεθνούς αναγνώρισης του Τμήματος σε επιστημονικό επίπεδο και συρρικνώνονται οι ερευνητικές και ακαδημαϊκές προοπτικές του (σύνδεση με μεταπτυχιακά, διατριβές, διεθνοποίηση). Επίσης, υπάρχει ασάφεια και σύγχυση, στο κείμενο του νόμου, μεταξύ της ένταξης-εγγραφής των φοιτητών σε Σχολή, σε Τμήμα και σε Πρόγραμμα Σπουδών. Η νομική κακοτεχνία σε αυτό το θέμα θα επιφέρει δυσλειτουργίες στην εφαρμογή του νόμου.

Τέλος, στο νόμο υπάρχουν ρυθμίσεις, στις οποίες η Σύνοδος είχε εντοπίσει αντισυνταγματικές πλευρές, ενώ αντίστοιχες επιφυλάξεις διατύπωσε στην Έκθεσή του το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής. Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε γιατί δεν ορίζεται στο νόμο η λεγόμενη «ταξινομική ψήφος» και ο τρόπος κατανομής των εδρών του Συμβουλίου του Ιδρύματος; Πως είναι δυνατόν να εκλέγεται ο Πρύτανης από το σώμα των καθηγητών και να μην εκλέγονται, αλλά να διορίζονται από αυτόν οι αναπληρωτές Πρυτάνεις; Πως είναι δυνατόν να εκλέγεται ο Πρύτανης από την κοινότητα, ενώ ο Κοσμήτορας, ο οποίος θα έχει πλέον ευρύτατες αρμοδιότητες, να επιλέγεται και να παύεται από το Συμβούλιο του Ιδρύματος; Πως θα καμφθεί η προφανής αυτή αντισυνταγματικότητα του ρόλου του Κοσμήτορα, αλλά και η παραβίαση της στοιχειώδους εσωτερικής ορθολογικότητας του ίδιου του νόμου;

Ο νέος νόμος θα κριθεί στην εφαρμογή του. Θα κριθεί και από το κλίμα που θα διαμορφώσει στα Πανεπιστήμια. Αν είχε αποτελέσει προϊόν ουσιαστικού διαλόγου και είχε ενσωματώσει τις τεκμηριωμένες προτάσεις που κατατέθηκαν από την πανεπιστημιακή κοινότητα, δεν θα παρουσίαζε αυτά τα προβλήματα. Σήμερα, το Πανεπιστήμιο δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακή πολιτική, αλλά από δημόσια πολιτική για την ανώτατη παιδεία. Το διακύβευμα παραμένει και είναι η αναβάθμιση των σπουδών και των πτυχίων σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα.

*Ο Θεόδωρος Π. Παπαθεοδώρου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1965, όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πειραματικό Σχολείο και στο Πρότυπο Κλασσικό Λύκειο Πατρών. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986) και κάτοχος του Μεταπτυχιακού Διπλώματος (DEA) Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Poitiers(Γαλλία). Στο ίδιο Πανεπιστήμιο ανακηρύχθηκε Διδάκτορας Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών με τη διάκριση "Άριστα" το 1992 και έλαβε το Δίπλωμα Διεύθυνσης Ερευνών (1992). Το 1994 έλαβε την Υποτροφία Επιστημονικής Αριστείας από το Δίκτυο Γαλλόφωνων Πανεπιστημίων. Το 1994 εξελέγη MaîtredeConférences(Επίκουρος Καθηγητής) Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογικών Επιστημών στην Νομική Σχολή της LaRochelle(Γαλλία). Παράλληλα, από το 1995 μέχρι το 1998, διετέλεσε Διευθυντής του Κέντρου Γαλλόφωνων Νομικών Σπουδών (Centred’ÉtudesJuridiquesFrancophones) του Πανεπιστημίου της LaRochelleκαι ακαδημαϊκός υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων του ιδίου Πανεπιστημίου. Το διάστημα 1999-2003 δίδαξε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και από το 2003 εκλέχτηκε μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Σήμερα υπηρετεί ως Καθηγητής Αντεγκληματικής Πολιτικής στο ίδιο Τμήμα. Διδάσκει, επίσης, από το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006, ως Επισκέπτης Καθηγητής στα προγράμματα MastersΙΙ των γαλλικών Πανεπιστημίων του Poitiers, της LaRochelleκαι της Pauκαι έχει εκλεγεί Προσκεκλημένος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου BordeauxIV για τα ακαδημαϊκά έτη 2006/7, 2007/8, 2008/9 και 2009/10. Για την περίοδο 1/9/2008-31/8/2010 υπήρξε Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το Δεκέμβριο του 2009 εξελέγη Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Κύρια έργα του είναι: Η έννοια της τιμωρίας. Μία συνέντευξη του Μ. Φουκώ, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κομοτηνή, 1990, Laperceptiondestextespénitentiaireseuropéensparlesdroitsfrançaisetgrec,Ant. N. Sakkoulas, 1995, Lecodepénitentiairehellénique, EtreetConnaître, 1997, Δημόσια ασφάλεια και αντεγκληματική πολιτική, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, (α΄ έκδ. 2002) β΄έκδ. 2005, Η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, Νομικό καθεστώς αλλοδαπών, Νομική Βιβλιοθήκη, β΄έκδ. 2010, Επιτηρούμενη Δημοκρατία. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Εκδ. Βιβλιόραμα, 2009. Επίσης, έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και επιστημονικές μελέτες σε ελληνικά και διεθνή νομικά περιοδικά. Ιδιαίτερα, έχει ασχοληθεί στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο) με ζητήματα εγκληματικότητας, διεθνούς συνεργασίας και αποκέντρωσης της αντεγκληματικής πολιτικής, καθώς και εφαρμογών της μεταναστευτικής πολιτικής. Ο Θεόδωρος Π. Παπαθεοδώρου είναι μέλος πολλών διεθνών και εθνικών επιστημονικών ενώσεων και οργανισμών, και υπήρξε εμπειρογνώμονας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εκπρόσωπος της Ελλάδας κατά την περίοδο 2000-2004 για θέματα ευρωπαϊκής διαπανεπιστημιακής συνεργασίας (Προγράμματα κινητικότητας Διδασκόντων και Φοιτητών). Κατά την περίοδο 2001-2004 διετέλεσε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Επίσης, είχε ορισθεί το 2003 από το Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας εξωτερικός αξιολογητής για τις Νομικές και Πολιτικές Επιστήμες γαλλόφωνων Πανεπιστημίων στην Ανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, είναι εμπειρογνώμονας του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα ευρωπαϊκών πολιτικών για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης για τους ανήλικους. Από το 1997, Διευθυντής της Ευρωπαϊκής Ομάδας Έρευνας για την Ποινική Δικαιοσύνη. Τέλος, το 2003 τιμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με το παράσημο της Τάξης του Ακαδημαϊκού Φοίνικα.