Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο η Ελλάδα για «επενδυτικούς περιορισμούς»

tvxs.gr/node/54968

Την παραπομπή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό δικαστήριο αποφάσισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς έκρινε ότι η χώρα δεν διατηρεί επενδυτικούς περιορισμούς, κατά παράβαση των κοινοτικών κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων.

Σύμφωνα με την επιτροπή, οι επενδυτικοί περιορισμοί στις αποκαλούμενες «στρατηγικές επιχειρήσεις» επιβάλλουν δυσανάλογα ανώτατα όρια στην ικανότητα ενός προσώπου να αποκτήσει μετοχές πέραν ενός ορισμένου ορίου. Η επιτροπή είχε αποστείλει το Νοέμβριο 2008 στην Ελλάδα «αιτιολογημένη γνώμη» με την οποία καλούσε την Ελλάδα να συμμορφωθεί με το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, όπως σημειώνει η Επιτροπή, «οι ελληνικές αρχές ούτε κατήργησαν ούτε τροποποίησαν τον αμφισβητούμενο νόμο».

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων βρίσκεται στο επίκεντρο της ενιαίας αγοράς και αποτελεί μία από τις «τέσσερις ελευθερίες» της. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δύο μηχανισμοί αδειοδότησης που θεσπίστηκαν το 2009 στην ελληνική νομοθεσία περιορίζουν αδικαιολόγητα την ικανότητα ενός προσώπου να αποκτά μετοχές με δικαίωμα ψήφου σε ποσοστό άνω του 20% και να λαμβάνει αποφάσεις στις αποκαλούμενες «στρατηγικές επιχειρήσεις». Οι διατάξεις του νόμου ορίζουν ότι μόνο το Δημόσιο μπορεί να υπερβεί το όριο αυτό, εκτός εάν έχει χορηγηθεί προηγουμένως έγκριση από τη Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων. Οι διατάξεις αναφέρουν επίσης ότι ορισμένες σημαντικές εταιρικές αποφάσεις, καθώς και ορισμένες αποφάσεις που αφορούν ειδικά θέματα διαχείρισης, απαιτούν την έγκριση του Υπουργού Οικονομικών ώστε να είναι έγκυρες. Η Επιτροπή έκρινε ότι και τα δύο συστήματα αδειοδότησης επιβάλλουν δυσανάλογους περιορισμούς σε δυνητικούς επενδυτές. Επιπλέον, οποιοσδήποτε επιζητεί προηγούμενη έγκριση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων οφείλει να πληροί ένα σύνολο ασαφώς οριζόμενων κριτηρίων.

Η Επιτροπή έκρινε ότι οι επενδυτές στερούνται ασφάλειας δικαίου και μπορεί να παρεμποδιστούν αλλά και να αποτραπούν από το να επενδύουν σε ελληνικές εταιρείες, οι οποίες θα μπορούσαν αργότερα να χαρακτηριστούν από τις ελληνικές αρχές ως στρατηγικής σημασίας.