Μαρτυρίες για τη δικτατορία και το Πολυτεχνείο - Μέρος Α'

tvxs.gr/node/25661

H mitera για την ατμόσφαιρα της τυραννίας.

Mικρό παιδάκι τότε στα χρόνια της δικτατορίας. Ήταν μεσημέρι, Όλη η οικογένεια στο σπίτι, μετά το φαΐ, ο πατέρας ξάπλωσε. Χτυπάει το τηλ. και βλέπω τον πατέρα μου να μιλάει και ταυτόχρονα να ντύνεται. Κλείνοντας το τηλ., πηδάει απ' το παράθυρο και φεύγει.

Δε περάσανε 10` και χτυπάει η πόρτα. Τρία μικρά παιδιά βλέπουμε μπροστά μας τον διοικητή του Α.Τ με δυο άλλους ένστολους, η μεγάλη μου αδερφή κρατάει την πόρτα και δεν τους αφήνει να μπουν, ο διοικητής τη σπρώχνει, μπαίνει μέσα και ανάβει τσιγάρο, πετώντας το σπίρτο κάτω (δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του), οι άλλοι δυο κάνανε το σπίτι άνω-κάτω. Φεύγοντας λένε:

- Ποτέ πρόλαβε να φύγει; Δεν θα τη γλιτώσει όμως.

Τότε χάσαμε τον πάτερα μου για 2 μήνες.

Θυμάμαι μερικές μέρες πριν, τη μάνα με τη θεια μου, να σκάβουν ένα λάκκο στο διπλάνο οικόπεδο και να θάβουν βιβλία. Ο πατέρας μου τους είχε πει να τα κάψουν.

Μερικούς μήνες αργότερα οι πυροβολισμοί από το κέντρο, ακουγόταν μέχρι τις δυτικές συνοικίες.

Η Exuma για τις μέρες του Νοέμβρη.

Δεν έχω να αφηγηθώ κάποια ηρωική ή έστω σημαδιακή ιστορία, μόνο την απλή και κοινότοπη προσωπική εμπειρία μου των συγκεκριμένων ημερών. Ήμουν φοιτήτρια στο ΕΜΠ, ανένταχτη και ενθουσιώδης όπως πολλοί κολλητοί από τη σχολή μου και από άλλα ιδρύματα. Συμμετείχαμε με πάθος σε ό,τι. Εκείνη η χρονιά έβραζε ήδη από την κατάληψη της Νομικής και μετά. Το Νοέμβρη ήμαστε από συνέλευση σε συνέλευση, μέσα στις αίθουσες όπου και πριν ζούσαμε την καθημερινή ζωή μας.

Η σχολή ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μας, έτσι ήταν η φάση στο ΕΜΠ τότε, τώρα δεν ξέρω πώς είναι (στα σπίτια μας πηγαίναμε μόνο για ύπνο, και αν). Οπότε, απλώς έμεινα εκείνες τις μέρες μόνιμα στο "σπίτι" μου, που ήταν όμως πια γεμάτο από χιλιάδες μουσαφίρηδες. Ήταν αφάνταστη η ανάταση της συνύπαρξης -μέσα στο κλίμα εκείνης της εποχής- με τόσο πολύ κόσμο με τον οποίο μοιραζόμασταν την ίδια ορμή (τις πολιτικές ζυμώσεις του αριστερού και του αναρχικού χώρου δεν τις ήξερα τότε σε βάθος και δεν με ενδιέφεραν στην τελική, το θέμα ήταν να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερος ντόρος ενάντια στη χούντα), υπήρχε η αγωνιστικότητα και όλη η αντιδικτατορική ορμή, αλλά υπήρχε και χαβαλές και χιούμορ και γέλιο.

Σκούπισμα στο αίθριο, χειρόγραφες προκηρύξεις, "βάρδια" με φωνές στα κάγκελα, νύχτα στην αίθουσα τελετών με πιάνο, μισή ώρα ύπνος πάνω σε σχεδιαστήρια, τζάμπα τσιγάρα και φαϊ στο εστιατόριο που μας έστελνε ο κόσμος απ' έξω, γενικά δημιουργικό ξεπάτωμα. Δεν ξεμύτισα από την Τρίτη μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα, οπότε μαζί με 2-3 φίλους είπαμε να πάμε σπίτι να ρίξουμε 2 ώρες ύπνο και να γυρίσουμε.

Δεν μπόρεσα να ξαναμπώ. Το βράδυ που ξυπνήσαμε, ξεκίνησα με ένα φίλο να πάμε, αλλά η Πατησίων ήταν έρημη και αγριευτική, και όταν περνώντας πίσω από ένα τρόλεϊ-οδόφραγμα Μάρνη και Πατησίων ακούσαμε σφαίρες να το τρυπάνε, την κάναμε από το Μουσείο και γυρίσαμε πίσω σαν βρεγμένες γάτες.

Όλη τη νύχτα ακούγαμε το σταθμό με ανίσχυρη λύσσα. Την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε πάρα πολύς κόσμος αυθόρμητα σε πορεία στην περιοχή της πλατείας Αμερικής, και μετά κατέβηκα κάτω και είδα τα συντρίμμια.

Στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, με το 1.000.000 κόσμο, ήμουν και στην περιφρούρηση της πορείας... Νομίζω πήγα και στη δεύτερη, παρόλο που είχαν ήδη αρχίσει τα θεσμικά και κομματικά καπελώματα και η καπηλεία (ήμουν πάντως πολύ κοντά στο "Ρήγα" τότε).

Μένω και κινούμαι στην περιοχή όλα αυτά τα χρόνια και βλέπω το ετήσιο θέαμα στωικά, αλλά πολύ φορτισμένη. Το πράγμα είναι τόσο πολυεπίπεδο που απέχω από βαθυστόχαστες αναλύσεις. Όμως, επειδή κάθε χρόνο φουντώνω, θα ήθελα να καταχραστώ λίγο ακόμα το χώρο εδώ για να καταθέσω δύο προσωπικά μου κολλήματα, το ένα σοβαρό και το άλλο φαινομενικά ήσσονος σημασίας.

Το σοβαρό δεν είναι η καπηλεία από τους πάντες ή η εξαργύρωση από διάφορους κομματοθεσμικούς της συμμετοχής τους (αυτό είναι αναμενόμενο για καθετί "εκμεταλλεύσιμο" πολιτικά, ιδίως μετά από τόσα χρόνια - σκεφτείτε, όσοι μεγαλύτεροι: είναι σαν να μιλούσαμε το 1976, μετά τη Μεταπολίτευση δηλαδή, για το λεγόμενο 'Όχι", ή το 1980, την εποχή του πανκ, για την αρχή του Εμφυλίου...), αλλά το απίστευτο καπέλωμα από το ΚΚΕ, που θεωρεί την επέτειο «δική του» και τη διαφεντεύει ασύστολα.

Αποφεύγω και να κοιτάξω τους στύλους της Πατησίων για να μη γίνω τούρμπο από τις αφίσες τους (φέτος δεν ξέρω ακόμα, γιατί σήμερα δεν έχω βγει να δω). Λες και δεν ξέραμε τι εστί ΚΝΕ στις σχολές μας (ρήση Ρηγίτισσας συμφοιτήτριάς μου το 1975: «Δεν κάνεις συζήτηση με Κνίτες»), για να μην πω και τα τετριμμένα περί της φρικαλέας «Πανσπουδαστικής #8». Το «ήσσονος», πλην όμως μεγάλης για μένα σημασίας και που όμως ΚΑΝΕΙΣ δεν έχει θίξει μέχρι τώρα, είναι το κλείσιμο της κεντρικής πύλης του ΕΜΠ. Από την ώρα που έγινε δεν μπορώ να το χωνέψω. Ένα ζωντανό πανεπιστημιακό ίδρυμα μετατράπηκε σε μνημείο...

Εκείνη η πύλη ήταν η κεντρική είσοδος στο συγκρότημα, μπροστά στις στάσεις των τρόλεϊ και των λεωφορείων, κόσμος να μπαινοβγαίνει, ζωή. Και, βέβαια, η αντίστοιχη ζωή στα κεντρικά προαύλια. Πια, τίποτα, μόνο ένα μπρούντζινο κεφάλι, η παλιά σιδεριά... μνημείο... θάνατος. Ήταν για να κλείσει η εμβληματική είσοδος της Πατησίων, που έδινε απλόχερη πρόσβαση σε όλους;

Ποιος ξέρει... Έμεινε ως μοναδική είσοδος η (τώρα) τριτοκοσμική της Στουρνάρα (που πάντα υπήρχε ως εναλλακτική για το κτίριο Γκίνη). Γιατί;

Σας χαιρετώ λέγοντας απλώς ότι εξακολουθώ να παραμένω ανένταχτη, αν και η τότε ενθουσιώδης ορμή μου ενάντια σε οτιδήποτε καταπιεστικό, αυταρχικό και κατάπτυστο έχει μετατραπεί με τα χρόνια σε μια (παρόμοια με εκείνης της νύχτας) ανίσχυρη λύσσα.

derwanderer: Με τα μάτια ενός εξάχρονου παιδιού.

Άλλη μια προσωπική ιστορία, λοιπόν, με τα μάτια ενός εξάχρονου παιδιού: Οδός Πατησιών και Σκαραμαγκά, μεταξύ Ιουλιανού και Ηπείρου, ΠΟΛΥ κοντά στο Πολυτεχνείο. Ήταν το πατρικό της μάνας μου, και έμενε ακόμα εκεί η γιαγιά μου. Την Πέμπτη 15/11, το βραδάκι, κατεβήκαμε με την μάνα μου και με την αδελφή μου από το σπίτι μας, στα ΒΠ, να κρατήσουμε παρέα στην γιαγιά και να κόψουμε κίνηση. Μείναμε εκεί το βράδυ και την επόμενη μέρα επίσης.

Την Πέμπτη το βράδυ ήταν σαν γιορτή, χαιρόμασταν χωρίς ιδιαίτερο φόβο, βγήκαμε και 2-3 φορές και περάσαμε από το Πολυτεχνείο, τα μπαλκόνια ήταν ανοιχτά και όλος ο κόσμος μας τηλεφωνούσε να μάθει νέα από πρώτο χέρι. Την Παρασκευή, από το πρωί, ο κόσμος είχε πυκνώσει, η κυκλοφορία στην Πατησιών είχε διακοπεί από την Αλεξάνδρας και μετά, τα μεγάφωνα του Πολυτεχνείου ακουγόταν πεντακάθαρα στο μπαλκόνι, όπως και τα συνθήματα.

Θα σας φανεί περίεργο αλλά, ως το απόγευμα της Παρασκευής επικρατούσε, ακόμα, ατμόσφαιρα γιορτής. Ακούγαμε Ντόιτσε Βέλλε και τον σταθμό του Πολυτεχνείου, βγαίναμε κατά καιρούς και περνούσαμε από τον χώρο, υπήρχε βέβαια ένας σχετικός φόβος, μια που οι ασφαλίτες ήταν πολλοί και ευδιάκριτοι, με τα κοντά μαλλιά και τα μουστακάκια (σαν την μύγα μες το γάλα ανάμεσα στους «μαλλιάδες» φοιτητές)...

Στην πολυκατοικία έμεναν ηλικιωμένοι, «σκληροπυρηνικοί» αστοί και ... ο Δήμος Σταρένιος, ο ηθοποιός, που παρά τον ρόλο του αιώνιου δωσίλογου που έπαιζε, ήταν αριστερός (και Εαμίτης στα νιάτα του). Η υπηρέτρια της γιαγιάς μου, με τη θηριώδη ψυχραιμία ανθρώπου που έχει ζήσει τους βομβαρδισμούς του Πειραιά, κατά τη ναζιστική εισβολή και τα Δεκεμβριανά του ‘44 από ακριβώς το ίδιο σπίτι, με τους παππούδες μου (και την Μαρία Κάλλας και την οικογένειά της στο απέναντι μπαλκόνι!) ετοίμασε μια σακούλα με τρόφιμα, πέρασε από την οδοντογιατρό του τέταρτου (αστή και δεξιά και αυτή, αλλά ευαίσθητη και ανθρωπίστρια) πήρε κάτι φάρμακα, αντισηπτικά, γάζες κλπ και βγήκε για «ψώνια», για να τα αφήσει στην πύλη του Πολυτεχνείου...

Τελευταία φορά βγήκαμε με την μάνα μου γύρω στις 6 μμ, περάσαμε μια τελευταία φορά από την πύλη. Το κλίμα είχε βαρύνει, αλλά η γιορτή συνεχιζόταν... Επιστρέφοντας, η θυρωρός της πολυκατοικίας, μια αγράμματη μάρτυρας του Ιεχωβά, μας προειδοποίησε να μην ξαναβγούμε, ότι υπήρχαν ασφαλίτες παντού, ότι στο διπλάνο κτίριο είχαν ανεβεί για λίγο ακροβολιστές στην ταράτσα, είχαν φύγει αλλά ενδέχετω να ξανάρθουν. Κλειστήκαμε μέσα και κάναμε «ρεπορτάζ» σε φίλους και γνωστούς που έπαιρναν τηλέφωνο να μάθουν «από πρώτο χέρι» την ατμόσφαιρα...

Οι γείτονες που δεν είχαν μπαλκόνι στην Πατησίων αλλά στο κάθετο αδιέξοδο, ερχόταν στο μπαλκόνι μας να χαζέψουν και, πιστέψτε το ή όχι, αστοί, ξεαστοί, ηλικιωμένοι, όλοι εξέφραζαν συμπαράσταση στους φοιτητές και σιγουριά οτι δεν θα συμβεί τελικά τίποτα. Όταν άρχισαν να ακούγονται οι πρώτοι πυροβολισμοί (9μμ; πιο αργά; δεν θυμάμαι) μας έκλεισαν μέσα και έμειναν οι μεγάλοι στο σαλόνι. Κάπου εκεί τηλεφώνησε και ο πατέρας μου να μας πει ότι οι φήμες στη Θεσ/νίκη οργίαζαν για επέμβαση του στρατού και να μείνουμε μέσα, ο,τι και αν συμβεί.

Σε ένα άτυπο πολυκατοικιακό συμβούλιο εξουσιοδοτήθηκε η θυρωρός να ανοίξει διακριτικά την πόρτα υπηρεσίας στη Σκαραμαγκά, που επικοινωνούσε με τα τεράστια υπόγεια του κτιρίου και με τη σκάλα υπηρεσίας που οδηγούσε στην ταράτσα. Σημειωτέον, γύρω από την πόρτα αυτή οι τρύπες από τις σφαίρες των Δεκεμβριανών του ‘44 ήταν ακόμα εμφανείς...

Τα υπόλοιπα τα έζησα σαν σε όνειρο, δεν μας άφηναν να βγούμε από το δωμάτιο μας, οι μεγάλοι πηγαινοέρχονταν στο σαλόνι και στην σκάλα μέχρι που κατέβηκε το τανκ. Τότε έκλεισαν και τα μπαλκόνια, κατέβηκαν τα ρολά, και ακουγόταν μονό αμυδρά η βοή από το Πολυτεχνείο και το ράδιο που μετέδιδε τον σταθμό του Πολυτεχνείου...

Την επόμενη, Σάββατο 17, νωρίς το πρωί, μάθαμε από τους μεγάλους ότι το τανκ είχε μπει στο Πολυτεχνείο, ότι υπήρχαν νεκροί, ότι η θυρωρός με την οδοντογιατρό και τον Σταρένιο είχαν περιθάλψει στα υπόγεια καμιά εικοσαριά φυγάδες από το Πολυτεχνείο, έναν ελαφρά τραυματισμένο, και τους φυγάδευσαν, ξημερώματα, από την ταράτσα του διπλανού κτιρίου που είχε είσοδο υπηρεσίας στην Γ' Σεπτεμβρίου (από την δική μας ήταν αδύνατον, έπρεπε κανείς να περάσει, υποχρεωτικά, από Πατησίων). Το ίδιο είχε κάνει και ο θυρωρός του στούντιο ηχογραφήσεων Πολυσάουντ, επίσης στη Σκαραμαγκά.

Από τα μπαλκόνια ακούγονταν που και που κρότοι από πυροβολισμούς, από την Πατησιών περνούσαν τακτικά αύρες του στρατού. Βγήκαμε μεσημέρι, περίπου, προσπαθώντας να πάμε στο σούπερ μάρκετ της Γ' Σεπτεμβρίου (δεν υπήρχε τίποτα πια για φαγητό στης γιαγιάς). Μύριζε έντονα δακρυγόνο και τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν. Δεν μας άφησαν να περάσουμε από Ιουλιανού, γωνία Ιουλιανού και Γ' Σεπτεμβρίου, νομίζω, (ή ήταν Ηπείρου και Γ' Σεπτεμβρίου;;;) είχε σκοτωθεί κάποιος. Είδα αμυδρά, από απόσταση, το σώμα πεσμένο κάτω και τα αίματα.

Έκανα εμετό και έβαλα τα κλάματα, ένα είδος νευρικού κλονισμού, η μητέρα μου μας πήρε και γυρίσαμε πίσω, στη είσοδο ασφαλίτες μιλούσαν με τη θυρωρό, εγώ έκλαιγα πάντα και τρόμαξα ακόμα περισσότερο με τους μπάτσους. Στην ασφάλεια του διαμερίσματος, η οδοντογιατρός μου έδωσε 1/4 ηρεμιστικού, κοιμήθηκα βαριά και όταν ξύπνησα, αργά το βράδυ, είδα με ανακούφιση ότι βρισκόμασταν πια στο σπίτι μας, μακριά από το κέντρο. Ο μπαμπάς είχε κατεβεί εσπευσμένα από Θεσ/νίκη με το αυτοκίνητο και μας είχε φέρει όλους, εμάς, γιαγιά και υπηρέτρια μακριά από το Πολυτεχνείο.

Τη Δευτέρα, στο σχολείο, το έπαιζα ήρωας στους συμμαθητές μου, για χρόνια όμως έβλεπα συχνά εφιάλτες, σφαίρες, τα αίματα στην άσφαλτο, τους ασφαλίτες να μιλάνε με τη θυρωρό και ξύπναγα κάθιδρος. Ακόμα και τώρα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, τώρα που εγώ κατοικώ αυτό το περίφημο διαμέρισμα στην Πατησιών, κάθε 17 Νοέμβρη γυρίζω πίσω σε εκείνες τις 2 νύχτες...τη γιορτινή της Πέμπτης και την άγρια της Παρασκευής...

ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ!!!

Ο Τάκης για την "επόμενη μέρα" σε ενα σχολείο της Κοκκινιάς.

Ο φιλόλογος Ιωακειμίδης Γ. , μπήκε στην τάξη για την πρώτη ώρα με τα μάτια του να κοιτάνε το πάτωμα. Πήρε την κιμωλία και ενώ γύριζε προς τον πίνακα… «Κύριε καθηγητά, στο Πολυτεχνείο όλη τη νύχτα σκότωναν φοιτητές. Σήμερα δεν μπορεί να γίνει μάθημα». Έριξε μια ματιά στην τάξη του και με μάτια βουρκωμένα από συγκίνηση, άφησε την κιμωλία και εγκατέλειψε την αίθουσα.

Η τάξη άδειασε και το πέρασμα από όλες τις άλλες τάξεις διέκοψε παντού το μάθημα. Όλοι οι μαθητές έμειναν μαζεμένοι μπροστά στο Γυμνάσιο, και το πρώτο σύνθημα ήταν ένα επαναλαμβανόμενο «Δολοφόνοι». Στην συνέχεια άρχισαν να πέφτουν τα συνθήματα της προηγούμενης νύχτας. Σε μισή ώρα περίπου ένα περιπολικό και ένα τζιπ της αστυνομίας πιάσανε τα δύο στενά και εγκλώβισαν όλους τους μαθητές.

Όταν έγινε η επίθεση, οι περισσότεροι μαθητές ξαναμπήκαν στο σχολειό, διέσχισαν την αυλή, πήδηξαν τη μάντρα και γλίτωσαν. Το χειρότερο ξύλο εκείνο το πρωί το έφαγε, με εντολή και παρουσία του πατέρα του, ο γιος του τότε διοικητή του αστυνομικού τμήματος.

Γυμνάσιο Π. Κοκκινιάς (οδός Σηστού)

Ο Μανόλης Μ για ένα άλλο σχολείο, τις ίδιες μέρες.

Με αφορμή το κείμενο του Τάκη θα ήθελα και εγώ να καταθέσω ένα ανάλογο περιστατικό στο μικτό Γυμνάσιο Μεταμόρφωσης (Κουκουβάουνες). Η τοπική κοινωνία μάλλον συντηρητική, μόλις είχε αρχίσει να αλλάζει δημογραφικά από τις εκατοντάδες οικογένειες εργαζομένων που εργάζονταν στην υπό ανάπτυξη βιομηχανική ζώνη της περιοχής. Το σχολείο ένα μουντό, αυταρχικό σχολείο με καθηγητές απρόσιτους και αυστηρούς σε αίθουσες μιας νοικιασμένης βιοτεχνίας.

Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου, οι μαθητές των μεγάλων τάξεων ήταν ξεσηκωμένοι και γιατί μεγαλύτερα αδέλφια φοιτητές, ήταν στην κινητοποίηση. Στο τελευταίο μεγάλο διάλειμμα της απογευματινής βάρδιας οι μαθητές της Δ΄ τάξης δεν θέλησαν να κάνουν μάθημα. Οι καθηγητές το συναισθάνθηκαν και δεν έδειχναν διάθεση να βγουν από το γραφείο καθηγητών. Ο υποδιευθυντής (αργότερα έμαθα ότι ήταν στο ΚΚΕ εσ.) δεν θέλησε να βγει έξω.

Βγήκε όμως έξω ένας νεαρός φυσικός (όχι ο δόκιμος έφεδρος ανθυπολοχαγός) που με απλά λόγια κάλεσε τους μαθητές να μπουν στις τάξεις και να εκφράσουν το θυμό τους με περισσότερη προσοχή γιατί τότε ήταν απολύτως εκτεθειμένοι. Μας είπε ότι μπορούμε να εκφράσουμε τη συμπαράστασή μας με τρόπο που να μην στοχοποιεί κανέναν ακόμα και με την αγορά φαρμάκων που θα κατεβάσουν μόνο τα «μεγάλα» παιδιά. Ο ίδιος μιλώντας χαμηλόφωνα είπε ότι αμέσως μετά το σχολείο θα κατέβαινε στο Πολυτεχνείο.

Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι την τελευταία ώρα δεν έγινε μάθημα στα περισσότερα τμήματα γιατί οι περισσότεροι μαθητές μπήκαν στα λεωφορεία για να κατέβουν στο Πολυτεχνείο.

Το πρωί της 17ης (Σάββατο) το κουδούνι δεν κτύπησε στην ώρα του. Οι περισσότεροι γνώριζαν ότι υπήρχαν νεκροί, οι φήμες οργίαζαν. Οι μαθητές των οποίων τα αδέλφια είχαν συλληφθεί δεν είχαν έρθει όπως και αυτοί που είχαν ξυλοκοπηθεί στην οδό Μάρνη και Αριστοτέλους μόλις κατέβηκαν από το λεωφορείο. Τότε λοιπόν κάποιοι από αυτούς που εμείς θεωρούσαμε «δυνάστες», δήλωσαν ότι δεν θα κάνουν μάθημα και δύο ή τρεις μπήκαν στις τάξεις για να πουν στους μαθητές ότι μπροστά στις φήμες για νεκρούς μόνο αρχαία και μαθηματικά δεν μπορούν να διδάξουν!

Στις 9 το πρωί οι μαθητές αποχωρούσαν από το σχολείο με συνθήματα, οι τοίχοι γέμισαν συνθήματα και το Land Rover της χωροφυλακής ήρθε για να πληροφορηθεί τι γίνεται. Η απάντηση της διευθύντριας (όπως μου τη μετέφεραν γιατί δεν ήμουν στο γραφείο): Οι περισσότεροι μαθητές μας δεν ήρθαν σε έκφραση αγανάκτησης για τα χθεσινά ή γιατί φοβούνται οι γονείς τους. Υπό αυτές τις συνθήκες οι κκ. καθηγητές αδυνατούν να κάνουν μάθημα.

…. Τα χρόνια πέρασαν κάποιοι καθηγητές δεν ξαναμίλησαν, κάποιοι συνδικαλίστηκαν με το ΚΚΕ και ένας με το ΚΚΕ (μ-λ) – ΛΔΕ. Κάποια καθηγήτρια από τις πιο «εκτεθειμένες» καθηγήτριες, συνδικαλίστηκε με το ΠΑΣΟΚ δίνοντας παράδειγμα ήθους και σχέσεων με τους μαθητές, χωρίς να λείψει ποτέ από καμιά απεργία! Θα ήθελα να την θυμάμαι έτσι και όχι όπως όταν ασκώντας διοίκηση το 1998, στα γεγονότα του ΑΣΕΠ ήταν με την πλευρά … των ΜΑΤ!

Τελειώνοντας νιώθω την ανάγκη να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτούς τους καθηγητές που σε εκείνα τα σκληρά χρόνια με κόστος για τους ίδιους, έδωσαν ένα μάθημα δημοκρατίας καταμεσής της χούντας

Η EIRHNH για την γενιά μετά το Πολυτεχνείο.

Όταν «ξέσπασε» η εξέγερση του Πολυτεχνείου,ήμουνα 15 χρονών. Αν και η καταγωγή μου ήτανε από αριστερή οικογένεια, λόγω του φόβου δεν ήμουνα, τότε, αναμεμιγμένη. Έλα, όμως, που τα γονίδια φαίνεται παίζανε τον ρόλο τους. Πρώτη έκφραση, η υπεράσπιση των αγωνιστών του Πολυτεχνείου,σε καβγά με τον φασίστα της πολυκατοικίας, που ήτανε και κουμπάρος.

Την δεύτερη χρονιά, κατέβηκα και στην πορεία. Μπαίνοντας και στο Πανεπιστήμιο και οργανωμένη πια στην αριστερά, στο ΚΚΕ, η συμμετοχή στις πορείες,ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη. Ακόμα θυμάμαι,την δολοφονία του Κουμή και της Κανελοπούλου. Τις αύρες να ουρλιάζουν, εμένα μαζί με τον σύντροφό μου, να τρέχουμε στα στενά για να γλιτώσουμε, στον σταθμό του ΗΣΑΠ στο Μοναστηράκι, πηδώντας κιγκλιδώματα.

Ύστερα....κύλησε ο καιρός και η ιστορία. Αν και οι αριστερές καταβολές,πάντα λειτουργούσαν και λειτουργούν, άφησα την συμμετοχή στις πορείες του Πολυτεχνείου, για πιο νέους. Σπίτι, δουλειά, παιδί, κάπου με πήραν από κάτω.

Εφέτος, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, θα συμμετέχω και πάλι. Όχι λόγω κομματικής ανάγκης, αν και είμαι μέλος του ΣΥΝ, αλλά επειδή θεωρώ ότι σήμερα, 36 χρόνια μετά, τα συνθήματα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία»,είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ.

Με τα εργασιακά δικαιώματα να αλώνονται και να κατακρεουργούνται καθημερινά, με τις συντάξεις που κυριολεκτικά είναι της πείνας, με μία παιδεία που καθημερινά απαξιώνεται αναγκάζοντας τον γονιό να δαπανά,ένα μισθό στην παραπαιδεία, για να έχει το παιδί του την ευκαιρία να συμμετέχει σε μία, καθόλα, αμφίβολη πανεπιστημιακή μόρφωση, που μάλλον λίγα θα του εξασφαλίσει στην πορεία του στην ζωή και με την αστυνομοκρατία και τον κάθε λογής κομπλεξικό, να κυκλοφορεί οπλισμένος σαν αστακός και να "βγάζει" τα κόμπλεξ του, σε κάθε τι διαφορετικό και ξένο στην δική του νοοτροπία, τι πιο αναγκαίο και επιτακτικό, η επέτειος αυτή, να αποτελέσει την αρχή που θα βάλει φραγμό στα σχέδια όσων απεργάζονται την άνευ όρων παράδοση των εργαζομένων, των σπουδαστών, της νεολαίας και της προηγούμενης γενιάς;

Η συμμετοχή, σε αυτήν την επέτειο, είναι πιο χρήσιμη και αναγκαία παρά ποτέ. Γιατί θέλω οι δικοί μου κόποι, να βρουν μία δικαίωση και το παιδί μου, ένα καλύτερο αύριο.

Η ιδέα για την συγκέντρωση των αφηγήσεων του "ξέσβουρου".