Επί τάπητος η φορολογική μεταρρύθμιση
Στο τραπέζι του διαλόγου θα καθίσουν σήμερα ο υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, και το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, προκειμένου να συζητήσουν για το νέο φορολογικό νομοσχέδιο που θα καταθέσει η κυβέρνηση στη Βουλή γύρω στα τέλη Φεβρουαρίου. Από αύριο θα γίνει η πρώτη συνάντηση των ομάδων εργασίας και παράλληλα θα δημιουργηθεί στο διαδίκτυο πλαίσιο, στο οποίο οι πολίτες θα μπορούν να κάνουν τα σχόλια τους και να καταθέσουν τις προτάσεις τους.
Στα όπλα οι εφορίες
Ο υπουργός Οικονομικών, με δύο κατεπείγουσες εγκυκλίους, κάλεσε τους υπαλλήλους των εφοριών, ελεγκτικών κέντρων, ΣΔΟΕ κ.λπ. να εντατικοποιήσουν τους ελέγχους, με στόχο την είσπραξη εσόδων. Η όλη διαδικασία μάλιστα θα παρακολουθείται από τον ίδιο τον υπουργό, σε μια προσπάθεια να τονίσει την ανάγκη για περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Οι έλεγχοι θα επικεντρωθούν αρχικά σε επιχειρήσεις των οποίων οι οικονομικές χρήσεις θα παραγραφούν αν παρέλθει η 30η Ιουνίου 2010 μετά την πρόσφατη παράταση που θεσμοθετήθηκε. Η παράταση αυτή καταλαμβάνει τόσο τις κανονικές προθεσμίες παραγραφής που έληγαν στις 31.12.2009 (π.χ., χρήση 2003), όσο και προθεσμίες οι οποίες βάσει υφιστάμενων διατάξεων είχαν ήδη παραταθεί (π.χ., χρήσεις 2000, 2001 και 2002, υποθέσεις με πλαστά ή εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, υποθέσεις με κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία κτλ.).
Συνεπώς, στις 30 Ιουνίου, θα παραγραφούν συσσωρευτικά οι χρήσεις 2000, 2001, 2002 και 2003, από τη στιγμή που δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παράτασης ή μεγαλύτερης παραγραφής, καθώς και οι χρήσεις για τις οποίες είχε επέλθει παράταση λόγω και της ύπαρξης εικονικών κτλ. στοιχείων ή της κατάσχεσης ανεπίσημων βιβλίων και στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και για χρήσεις με μεγαλύτερη προθεσμία παραγραφής από την κανονική, εφόσον η κατά παράταση ή η μεγαλύτερη αυτή προθεσμία έληγε στις 31.12.2009.
Σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντίνου, εκτός από τους τακτικούς ελέγχους, στο διάστημα ως τις 30.6.2010 θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση από ολόκληρο τον ελεγκτικό μηχανισμό (ΔΟΥ, ΠΕΚ, ΔΕΚ) και στους προσωρινούς ελέγχους, με τη διενέργεια τους ιδίως κατά το διάστημα ως 16 Φεβρουαρίου 2010, αλλά και αργότερα.
Οι εφορίες θα διενεργούν έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί ποιες επιχειρήσεις δεν υπέβαλαν ενδεχομένως δηλώσεις ΦΠΑ, περιοδικές ή εκκαθαριστικές, ΦΜΥ και λοιπών παρακρατούμενων φόρων για μία ή περισσότερες φορολογικές ή διαχειριστικές περιόδους. Όπου διαπιστώνεται ότι δεν έχουν υποβληθεί τέτοιες δηλώσεις, θα καλείται τηλεφωνικά ο υπόχρεος να προσέλθει εντός 5 ημερών στη ΔΟΥ για να υποβάλει τις σχετικές δηλώσεις και να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους και τις προσαυξήσεις.
Επιπλέον, ειδικά κλιμάκια θα πραγματοποιούν ελέγχους στην αγορά, σε 24ωρη βάση, προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο μη έκδοσης αποδείξεων, διακίνησης λαθραίων προϊόντων και φοροκλοπής του ΦΠΑ.
Αντισυνταγματική η έκτακτη εισφορά
Δικαστική απόφαση έκρινε χθες αντισυνταγματική την έκτακτη εισφορά που είχε επιβάλει η κυβέρνηση της ΝΔ με το άρθρο 18 του Ν. 3758/2009. Αυτή η απόφαση-σταθμός του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών θα κοστίσει στο Δημόσιο περίπου 300.000.000 ευρώ και θεωρείται πρόκριμα τόσο για το Εφετείο όσο και για το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε ότι η έκτακτη εισφορά έχει αναδρομική ισχύ, αφού υπολογίζεται επί των εισοδημάτων που έχουν αποκτηθεί κατά το προηγούμενο έτος, δηλαδή πριν την 1/1/2008, κατά συνέπεια, είναι παράνομη η έκτακτη εισφορά ως αντίθετη στο άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η έκτακτη εισφορά είναι αντίθετη στο άρθρο 78 παράγραφος 2 του Συντάγματος που απαγορεύει την αναδρομική επιβολή φόρου ή άλλου οικονομικού βάρους». Συγκεκριμένα, το άρθρο 78 του Συντάγματος αναφέρει ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε νομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».
Ακόμα, το διοικητικό πρωτοδικείο διέταξε την επιστροφή του ποσού των 10.000 ευρώ που είχε επιβάλει η ΔΟΥ Ψυχικού ως έκτακτη εισφορά σε φορολογούμενο. Αναμένεται ότι το ελληνικό δημόσιο θα ασκήσει έφεση επί της εν λόγω αποφάσεως, αλλά τον τελικό λόγο θα τον έχει το Συμβούλιο της Επικρατείας.


















