Εκκενώνοντας μια από τις τελευταίες καταλήψεις του Βερολίνου
Το Βερολίνο έχει επισημανθεί ως ο εναλλακτικός παράδεισος αλλά στην πραγματικότητα, η γερμανική πρωτεύουσα μοιάζει όλο και περισσότερο με τις υπόλοιπες πόλεις της Ευρώπης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εναλλακτικής κουλτούρας της πόλης υπήρξαν οι πολλές – πρώην, πλέον – καταλήψεις. Την περασμένη Τρίτη ακόμα ένα από αυτά τα αυτοσχέδια πρότζεκτ στέγασης ή αλλιώς πειράματα εναλλακτικής διαβίωσης, πέρασε στην ιστορία.
Περίπου 600 αστυνομικοί συγκεντρώθηκαν έξω από τον αριθμό 183 της οδού Brunnenstrasse για την έξωση των 21 ατόμων που κατοικούσαν στο εγκαταλελειμμένο 5όροφο κτίριο του κεντρικού Βερολίνου. «Το αναμενόμενο ξέσπασμα βίας από αριστερούς εξτρεμιστές δεν συνέβη» γράφει το περιοδικό Spiegel σχετικά. Μοναχά λίγα άτομα από την κατάληψη ανέβηκαν στην οροφή του κτιρίου, ανέμισαν αντιφασιστικές σημαίες και αποχώρησαν.
Οι αστυνομικές δυνάμεις απέκλεισαν τον πολυσύχναστο δρόμο μπροστά από το κτίριο, συνόδευσαν τους ένοικους έξω από αυτό και στη συνέχεια έσπασαν όλα τα τζάμια προκειμένου να αποτρέψουν την επιστροφή κάποιου, αφού το κρύο μέσα στο καταχείμωνο καθιστά μη κατοικήσιμο το κτίριο. Στην είσοδο του 5όροφου κτιρίου τοποθετήθηκαν προβολείς. Ο πρόεδρος της Αστυνομίας, Dieter Glietsch, υπεραμύνθηκε της τεράστιας επιχείρησης, μιλώντας σε ραδιοφωνικό σταθμό. «Η εμπειρία μας δίδαξε ότι μπορούμε να αποφύγουμε τα προβλήματα αν παρουσιάσουμε μια επαρκώς ισχυρή δύναμη».
Η εκκένωση της Τρίτης ήταν το φινάλε σε μια ιστορία που διήρκεσε δεκαετίες. Το οίκημα, στην περιοχή Mitte του πρώην Ανατ. Βερολίνου, έστεκε κενό μετά την πτώση του Τείχους. Μια ομάδα νέων, τότε, κινητοποίησε κι άλλους και αποφάσισαν να δοκιμάσουν το πείραμα της κοινής διαβίωσης. Δημιούργησαν το πολύ γνωστό μπαρ Umsonstladen, όπου οι ντόπιοι μπορούσαν να δωρίζουν αντικείμενα δεν χρειαζόταν και να παίρνουν άλλα δωρεάν. Το οίκημα ήταν όπως τόσα άλλα παρόμοια πρότζεκτ, γράφει το Spiegel, εν μέρει πολιτικό, εν μέρει ουτοπικό, εν μέρει βολικό λόγω της δωρεάν διαμονής.
Μια χαμένη μάχη
Πολλοί από τους πρώην ενοίκους είχαν ήδη αποχωρήσει ωστόσο από το οίκημα της Brunnenstrasse, είτε προς άλλα πρότζεκτ στέγασης είτε προς κάποιο δικό τους διαμέρισμα, αφού είχε γίνει εμφανές τους τελευταίους μήνες ότι οι μέρες της κατάληψης αυτής ήταν πλέον μετρημένες. Όλες οι νομικές προσπάθειες των ενοίκων για να παραμείνουν στο κτίριο, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα αφού το κτίριο πωλήθηκε σε ιδιώτη το 2006.
Ωστόσο, εδώ και χρόνια, οι αποκαλούμενοι «καταληψίες» κατέβαλαν ενοίκιο, αρχικά στις τοπικές αρχές στέγασης και στη συνέχεια στους ιδιοκτήτες. Αλλά όταν το οίκημα πωλήθηκε σε μια εταιρία ακινήτων, ξεκίνησαν τα πραγματικά προβλήματα. Η εταιρία κήρυξε πτώχευση και το κτίριο βγήκε σε πλειστηριασμό.
Οι ένοικοι προσπάθησαν να αγοράσουν οι ίδιοι το κτίριο, αλλά όταν ήρθε η μέρα του πλειστηριασμού το 2006, έγινε γνωστό ότι είχε ήδη πωληθεί στον γιατρό Manfred Kronawitter. Ο γιατρός επιχείρησε να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, δηλώνοντας στις αρχές πως μπορούσε να εγκαταλείψει το κτίριο αν του παρείχαν κάποιο ανάλογο στην περιοχή. Αυτό όμως δεν έγινε και ακολούθησε η εντολή έξωσης των ενοίκων και στη συνέχεια η εκκένωση ακόμα μιας διάσημης κατάληψης της πόλης του Βερολίνου.
Η άνθιση των καταλήψεων στο Βερολίνο έχει προ πολλού τελειώσει. Η παράδοση των καταλήψεων είχε ήδη παρελθόν στην ανήσυχη περιοχή Kreuzberg του Δυτικού Βερολίνου, και αμέσως με την Πτώση του Τείχους οι καταληψίες κινήθηκαν στο Ανατολικό Βερολίνο για να εκμεταλλευτούν τα κενά κτίρια εκεί. Ένα μεγάλο κύμα εξώσεων ξεκίνησε όμως ήδη από το Νοέμβριο του 1990. Οι ένοικοι ενός συγκροτήματος κτιρίων της Mainzerstrasse έστησαν οδοφράγματα και επιδόθηκαν σε συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί για την γιγαντιαία επιχείρηση. Η κατακραυγή που προκάλεσε αυτή η κίνηση έκανε την πρόσφατα επανενωμένη πόλη να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα «υπό κατάληψη οικήματα» (Besetzerhäuser) και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εν μέρει νομιμοποίηση των καταλήψεων σε Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο.
Αργά αλλά σταθερά, πολλοί από τους παράνομους ενοίκους ήρθαν σε συμφωνία είτε με ιδιοκτήτες είτε με τις αρχές της πόλης και άρχισαν να πληρώνουν ενοίκιο και λογαριασμούς. Για τις αρχές της πόλης, οι καταληψίες ήταν ένας τρόπος για να παραμείνουν τα κτίρια «ζωντανά» και να μην ερειπωθούν. Στο τέλος της δεκαετίας του 1990 ωστόσο, η συντηρητική πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου προώθησε εξώσεις για αρκετά πρότζεκτ στέγασης.
Επισφαλής ύπαρξη
Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμα ένας αριθμός καταλήψεων διασκορπισμένες στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο, ειδικά στις περιοχές Friedrichshain, Mitte και Prenzlauer Berg. Οι περισσότερες αποτελούν απόπειρες για ενός είδους κοινοτικής διαβίωσης. Για παράδειγμα, ορισμένες έχουν κοινές κουζίνες και οι ένοικοι πρέπει να μαγειρέυουν και να τρώνε μαζί τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Πολλά σπίτια έχουν εβδομαδιαίες συνελεύσεις και όσοι επιθυμούν να μετακομίσουν σε μια κατάληψη πρέπει πρώτα να εγκριθούν.
Οι καταλήψεις ωστόσο, συνήθως είναι περισσότερο από ένας τόπος εναλλακτικής διαμονής. Οι ένοικοι έχουν δημιουργήσει κλαμπ και μπαρ όπως τα Supamolly και Schokoladen, κινηματογράφους όπως ο Κ77 στην «τρέντι» Kastanianallee, αλλά και γκαλερί και εκθεσιακούς χώρους.
Πολλά από αυτά τα εγχειρήματα κινδυνεύουν λόγω των εξώσεων. Άλλα όμως ανήκουν πλέον στους ενοίκους. Οι εναπομείνασες καταλήψεις ωστόσο διαφέρουν με πολλούς τρόπους από τους προγόνους τους της δεκαετίας του 1980, στο Δυτικό Βερολίνο. «Υπήρχε μια έντονη προσπάθεια εκ μέρους των καταληψιών να κάνουν κοινωνική εργασία, να δραστηριοποιηθούν τοπικά» εξηγεί στο Spiegel ο βοηθός ερευνητής του Κέντρου Ερευνών Κοινωνικής Επιστήμης του Βερολίνου, Simon Teune, ο οποίος ειδικεύεται στις διαμαρτυρίες και τα κοινωνικά κινήματα.
Λιγότερη πολιτική θέληση
Λίγες από τις εναπομείνασες καταλήψεις στο Βερολίνο κάνουν κάποια προσπάθεια για να αντικαταστήσουν αυτή την αρχική διάθεση των καταλήψεων. «Υπάρχει λιγότερη ανοιχτή συμπάθεια στην ευρύτερη κοινότητα για τους καταληψίες» εξηγεί ο δρ. Teune. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, στο Αμβούργο, μια ομάδα καλλιτεχνών προέβη στην κατάληψη ενός χώρου στο κέντρο της πόλης προκειμένου να αποτρέψει την πώλησή του σε επενδυτές. «Αυτό έλαβε μεγάλη στήριξη από την πολιτιστική σκηνή εκεί» επισημαίνει ο δρ. Teune.
Ωστόσο η ακμή των καταλήψεων στο Βερολίνο έχει προ πολλού παρέλθει. «Οι χώροι είναι όλο και πιο λίγοι. Υπάρχει λιγότερη πολιτική θέληση για συμβιβασμό με τους καταληψίες» και αυτό, σύμφωνα με τον δρ. Teune έχει να κάνει με την αλλαγή του προφίλ της πόλης. «Πριν, ήταν μέρος της εικόνας της πόλης και όσοι είχαν εναλλακτικό τρόπο ζωής είχαν χώρο εκεί». Καλλιτέχνες, πολιτικοί ακτιβιστές, αντιρρησίες συνείδησης, ερχόταν στην πόλη γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο.
Η απόφαση να αλλάξει η πρωτεύουσα της χώρας, από τη Βόννη στο Βερολίνο, και η απόφαση από πολλές εταιρίες να μετακινήσουν εκεί τα κεντρικά τους γραφεία προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στην εικόνα της πόλης, με τις περισσότερες να χαρακτηρίζονται «άνοστες» από τον δρ. Teune.
Πηγή: Spiegel



















