Λίγες μέρες μετά τις εκδηλώσεις μνήμης για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ξεκινάει σήμερα η δίκη των 11 ανηλίκων που κατηγορούνται, υπό το καθεστώς του αντιτρομοκρατικού νόμου, για παράνομη δράση στα «Δεκεμβριανά», πριν από δύο χρόνια. Όπως είναι λογικό, η δίκη εγείρει ζητήματα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των ανηλίκων, τον ορισμό της λέξης «τρομοκρατία», καθώς και την ίδια την ουσία του Δεκέμβρη του 2008.

Την Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου θα βρεθούν ενώπιον του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων οι 11 νεαροί, που είχαν συλληφθεί στα «Δεκεμβριανά» του 2008, κατηγορούνται για επεισόδια και καταστροφές που έγιναν στο κέντρο της Λάρισας μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, κυρίως σε υποκαταστήματα Τραπεζών.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός πως κάποιες από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι συλληφθέντες εμπίπτουν στο λεγόμενο «τρομονόμο». O τρομονόμοες μάλιστα επεκτάθηκε περαιτέρω το περασμένο καλοκαίρι έτσι ώστε να συνιστούν τρομοκρατική πράξη ορισμένα αδικήματα, ακόμα και αν συνδέονται με την άσκηση θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, όπως το δικαίωμα στη διαδήλωση.

Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει 69 μάρτυρες κατηγορίας, εκ των οποίων οι 30 διευθυντές και υπάλληλοι υποκαταστημάτων Τραπεζών και οι 12 αστυνομικοί, ενώ θεωρείται εξαιρετικά αμφίβολο να ολοκληρωθεί σήμερα η δίκη, λόγω του αριθμού και της βαρύτητας των καταθέσεων αυτών.

Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της Λαρισινής εφημερίδας «Ελευθερία», οι κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί στους 11 νεαρούς αφορούν τις αξιόποινες πράξεις:

- της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης από κοινού, του εμπρησμού, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ανθρώπου από κοινού και κατά συρροή,
- της κατασκευής και κατοχής εμπρηστικών βομβών, με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για να προξενηθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ανθρώπου, από κοινού και κατά συρροή,
- της τετελεσμένης επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού σε βάρος αστυνομικού,
- της κλοπής από κοινού και κατά συρροή,
- της παράνομης οπλοφορίας και της έκρηξης, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος σε άνθρωπο κατ' εξακολούθηση,
- της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού και κατά συρροή και συγκεκριμένα ότι προκάλεσαν φθορές στα καταστήματα της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ επί της οδού Ηρώων Πολυτεχνείου 72 και επί της οδού Παπαναστασίου 23, της ΕURΟΒΑΝΚ, της CITIΒΑΝΚ, της ΑSPIS ΒΑΝΚ, της ΜILLENIUΜ , της Εθνικής Τράπεζας, της ΗSΒS, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δύο ιδιωτών, στο Δικαστικό Μέγαρο, στο Δημαρχείο, στο Κεντρικό Ταχυδρομείο και στη Λέσχη Αξιωματικών και επίσης ότι κατέστρεψαν απροσδιόριστο αριθμό φωτεινών σηματοδοτών και όσον αφορά στους έξι από τους κατηγορούμενους της διακεκριμένης φθοράς του καταστήματος της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, επί της οδού Κύπρου και Φιλελλήνων.

Στο Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας, που φρουρείται από ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας, έχουν συγκεντρωθεί μαθητές προκειμένου να συμπαρασταθούν στους κατηγορούμενους. Η ΕΛΜΕ Λάρισας πραγματοποίησε τρίωρη στάση εργασίας, για τη διευκόλυνση των μαθητών να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση. Συγκέντρωση συμπαράστασης είχαν εξαγγείλει και ο ΣΥΝ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΚΚΕ (μ-λ) και η Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης.

Μαζί με τους 11 ανήλικους, είχαν συλληφθεί και 9 ενήλικοι, οι οποίοι μάλιστα στο αρχικό κατηγορητήριο εμφανίζονταν να έχουν δράσει από κοινού (κατά ομάδες).

Ωστόσο τον περασμένο Μάρτιο, με βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις, απάλειψε τις κατηγορίες για τα εφτά αυτά αδικήματα και τους παρέπεμψε να δικαστούν σε βαθμό πλημμελήματος, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, σε αντίθεση με τους ανήλικους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γ. Παπανδρέου, σε από κοινού δήλωση με τον Α. Αλαβάνο είχε καταγγείλει ως «απαράδεκτη» τη δίωξη των 11 ανηλίκων. Επίσης, για το θέμα είχε τοποθετηθεί στο κοινοβούλιο και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Α. Κακλαμάνης, ο οποίος είχε πει μεταξύ άλλων:

«Εδώ είμαστε πάρα πολλοί δικηγόροι. Μα, είναι σοβαρό αυτό το κατηγορητήριο, χωρίς να εξατομικεύεις και να εξειδικεύεις, χωρίς να ταυτοποιείς πρόσωπο και πράξη; Μα, ούτε στις πλέον ανώμαλες περιόδους της ζωής αυτής της χώρας δεν υπήρξε τέτοιου είδους κατηγορητήριο, το οποίο δυστυχώς για μεν τα υποτιθέμενα στοιχεία, πραγματικά ή όχι, δεν θα το ελέγξω. Το υλικό δόθηκε από την Αστυνομία, αλλά η εντολή για τη σύνταξη αυτού του κατηγορητηρίου δόθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Διότι δεν είναι το κατηγορητήριο της Αστυνομίας, το κατηγορητήριο της εισαγγελικής αρχής είναι».

Η διήγηση των γεγονότων από τον πατέρα μιας συλληφθείσας

Στο tvxs.gr μίλησε ο Γιώργος Παπανικολάου, πατέρας μιας εκ των συλληφθέντων και μέλος της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης στους Συλληφθέντες της Λάρισας, ο οποίος διηγήθηκε αυτή την «γελοία και τραγική», όπως λέει χαρακτηριστικά, υπόθεση:

«Τη βραδιά που συνέλαβαν την κόρη μου (που ήταν τότε 15 χρονών) βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης την ώρα που γίνονταν τα επεισόδια κι έπεφταν τα δακρυγόνα. Πήγαμε στο σπίτι, όπου ήταν η κόρη μας και ετοιμαζόταν να βγει έξω με τους φίλους της.

Ασφαλώς υπήρχε ο φόβος και για το δικό μας παιδί και για το κάθε παιδί. Διότι νομίζω εύκολα ένας άνθρωπος λογικός έβλεπε την αυθαιρεσία που επικρατούσε και επικρατεί στο αστυνομικό σώμα. Μια απομάκρυνση, όχι μόνο από το γράμμα αλλά και από την ουσία του νόμου.

Τη συνέλαβαν γύρω στις 11 παρά τέταρτο, στην κεντρική πλατεία την ώρα που είχε χωρίσει με τους φίλους της και ετοιμαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Ευτυχώς βρήκαμε μάρτυρα της σκηνής της σύλληψης. Ήταν ένας καθηγητής που ήτανε απέναντι από την πλατεία και είδε όλη τη σκηνή της σύλληψης, δηλαδή την ώρα που γυρνούσε προς το σπίτι, έπεσαν 3-4 αστυνομικοί απάνω της, βρίζοντάς την χυδαία.

Μετά τη σύλληψη τα παιδιά τα μετέφεραν στο κρατητήριο του δικαστικού μεγάρου που είναι δίπλα στην κεντρική πλατεία και κανένας γονέας δεν ήξερε ότι είχανε γίνει συλλήψεις των παιδιών μας. Ενημερωθήκαμε την άλλη μέρα το πρωί. Κρατούσανε τα παιδιά όλη τη νύχτα και δεν τα άφηναν να επικοινωνήσουν με τους γονείς τους, ούτε βέβαια και με δικηγόρους. Τα έβαλαν να υπογράψουνε ότι δεν επιθυμούν να κάνουν χρήση των δικαιωμάτων τους. Αυτό επαφίεται στην κρίση και τη λογική του καθενός. Ψάχναμε σε φίλους, σε συγγενείς, σε νοσοκομεία, ή ακόμη κάποιοι γονείς έπαιρναν τηλέφωνα την αστυνομία και ρωτούσανε αν είναι τα παιδιά τους εκεί κι η αστυνομικοί αρνιούνταν ότι τα είχανε συλλάβει.

Οι αντιδράσεις των παιδιών, όσο θέλησαν βέβαια να συζητήσουν γι’ αυτά τα θέματα γιατί ήταν τραυματικές οι εμπειρίες, ήτανε ότι είχανε πάθει κάποιο σοκ. Μίλησαν για καταστάσεις απαράδεκτες, ας το πούμε έτσι λίαν επιεικώς, που έζησαν μέσα στα κρατητήρια. Βεβαίως έκαναν καιρό να συνέλθουν.

To κατηγορητήριο δεν διαμορφώθηκε έτσι εξαρχής. Ξεκίνησαν οι κατηγορίες με πλημμελήματα, αλλά σε κάποια στιγμή (και οι πληροφορίες των δικηγόρων μας ήταν ότι υπήρξε παρέμβαση άνωθεν) μπήκε και η κατηγορία της έκρηξης βομβών κι εκεί πλέον το κατηγορητήριο εντάχθηκε στο λεγόμενο τρομονόμο.

Όσον αφορά την αλήθεια των καταθέσεων, ειδικά των αστυνομικών, είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλες επαναλαμβάνεται σχεδόν με αυτούσιες εκφράσεις, η περιγραφή των γεγονότων της διαδήλωσης, με τρόπο που απέχει κατά πολύ από τις μαρτυρίες των δημοσιογράφων και όσων συμμετείχαν σε αυτή.

Συγκεκριμένα, οι αστυνομικοί μιλάνε για συγκέντρωση 700 ατόμων που όλοι φορούσαν κουκούλες, οι περισσότεροι έφεραν σακίδια στην πλάτη τους με βόμβες μολότωφ, ενώ οι υπόλοιποι μιλάνε για δυο με δυόμιση χιλιάδες διαδηλωτές, που βέβαια δεν φορούσαν κουκούλα, και οι ζημιές που έγιναν ήτανε από άτομα που ξεπετάγονταν μέσα από την πορεία και δημιουργούσαν δικές τους καταστάσεις.

Είναι πλέον παραδεκτό από όλους, ότι ο «Δεκέμβρης» υπήρξε μια αυθόρμητη αντίδραση της κοινωνίας, κυρίως της νεολαίας, και είναι τελείως παράλογο να φτάσουμε σε ένα κατηγορητήριο, όπου 11 ανήλικα παιδιά να κατηγορούνται ότι είχανε συμπτύξει τρομοκρατική ομάδα που λειτουργούσε σε μόνιμη και διαρκή βάση με συγκεκριμένους ρόλους, κλπ.

Χρησιμοποιείται με τόσο αυθαίρετο, παράνομο τρόπο, ένας εγκληματικός νόμος, όπως τον ονομάτισε ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, και προσπαθούν κυριολεκτικά να καταστρέψουν ανήλικα παιδιά. Αυτό είναι ένα έγκλημα. Και γίνεται έγκλημα από ανθρώπους που είναι ταγμένοι να εφαρμόζουν το νόμο. Αυτό είναι κάτι ξεχωριστό, κάτι απαράδεκτο».