«Ο μετανάστης δεν είναι εχθρός»
«Ο μετανάστης δεν είναι εχθρός», σημείωσε ο Γ. Παπανδρέου, προσθέτοντας ότι στη μετανάστευση, ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι «πολλοί είναι φυσικό να νιώθουν ανασφάλεια για το αύριο- οι μεγάλες αλλαγές μας αγγίζουν, ακόμα και την ταυτότητα μας. Ο φόβος όμως είναι κακός οδηγός».
«Αν η ανέχεια και ο πόλεμος τους στέρησαν την πρώτη τους πατρίδα, δεν δικαιούμαστε να τους το στερήσουμε και εμείς. Η χορήγηση της ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς είναι ένα στοίχημα που η Ελλάδα δεν μπορεί να χάσει. Όλα τα κόμματα συμφωνούν κατά βάση μαζί μας, παρά τις σποραδικές ακραίες φωνές», υπογράμμισε ο πρωθυπουργός.
«Οι μετανάστες αποτελούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της παραγωγικής Ελλάδας, όσο δεν τους εντάσσουμε αρμονικά στην κοινωνία μας τόσο μπορεί να δημιουργούνται ρήγματα στη συνοχή της. Η δημιουργία προϋποθέσεων αρμονικής συμβίωσης αποτελεί το καλύτερο αντίδοτο για το φόβο και για την ανασφάλεια», τόνισε.
Σχολιάζοντας την παρουσία του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου στο υπουργικό συμβούλιο, ο κ. Παπανδρέου σημείωσε ότι «Τιμάμε την προσφορά της εκκλησίας- έχει ένα μεγάλο φιλανθρωπικό έργο. Θέλουμε να δώσουμε προοπτική στη συνεργασία μας σε τομείς της πρόνοιας, της φτώχειας και των μεταναστών».
Το προνοιακό έργο της Εκκλησίας είναι στην πρώτη γραμμή, επισήμανε από τη μεριά του ο Αρχιεπίσκοπος, αναφέροντας πως η πρωτοβουλία αυτή ξεκίνησε από τη Λιβαδειά, όπου και διακονούσε επί 40 έτη ως μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας, και μάλιστα προσκάλεσε τον πρωθυπουργό να επισκεφθούν μαζί τη Λιβαδειά, πρόσκληση την οποία ο πρωθυπουργός αποδέχθηκε.
Ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε ότι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών και γενικότερα η Εκκλησία πέραν των αστέγων και απόρων έχει εκπονήσει προγράμματα για χρόνια πάσχοντες και κατάκοιτους που χρήζουν βοήθειας, καθώς και για αυτιστικά και τετραπληγικά παιδιά και παιδιά με νοητική καθυστέρηση.
Ο κ. Ιερώνυμος ζήτησε να βοηθηθεί η Εκκλησία με τα δεσμευμένα κτήματά της ώστε να δημιουργηθεί ένας φορέας «τα χρήματα του οποίου δεν θα γίνουν ούτε μετοχές της Εκκλησίας, ούτε θα πηγαίνουν στον κρατικό κορβανά», αλλά θα γίνουν προνοιακές δομές. Επίσης ζήτησε τη μείωση της γραφειοκρατίας σχετικά με τις δομές αυτές, ώστε να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η δημιουργία τους.
Απαντώντας ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στους διακριτούς ρόλους Εκκλησίας-κράτους, τόνισε την αναγκαιότητα στήριξης των προγραμμάτων εκ μέρους του κράτους και υπογράμμισε την πρόταξη της ανθρωπιάς και της αξιοπρέπειας, καθώς, όπως ανέφερε «αν δεν υπάρχουν αυτά, όσους νόμους κι αν φτιάξεις και όσα χρήματα κι αν διαθέσεις, δεν φτιάχνεις κοινωνία συνοχής που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα».
Ο πρωθυπουργός επισήμανε επίσης ότι είναι πολλά τα ζητήματα προς συζήτηση με την Εκκλησία και κατέληξε λέγοντας «ελπίζω να είναι καρποφόρος ο εποικοδομητικός διάλογος που έχουμε αρχίσει».
Τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τον πρωθυπουργό να επισκεφθεί το «μικρό κοινοβούλιο», όπως είπε, της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.
«Στις επόμενες εκλογές της αυτοδιοίκησης θα λάβουν μέρος περίπου 250.000 ομογενείς και μετανάστες»
Ο υπουργός Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης, που μίλησε στη συνέχεια, τόνισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη καθυστερήσει να πάρει αποφάσεις και πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια αναβολής ή ολιγωρίας. Άλλωστε, όπως τόνισε οι κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προς την κατεύθυνση της ένταξης των μεταναστών κάτι που υποδεικνύει και το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 5. Διευκρίνισε, πάντως, ότι Έλληνας θα γίνεται εκείνος που το επιθυμεί.
Με το νομοσχέδιο που προωθείται, όπως τόνισε ο κ. Ραγκούσης: «Ανοίγεται η πόρτα στη δεύτερη γενιά μεταναστών, εξορθολογίζεται και εναρμονίζεται με το κράτος δικαίου ο θεσμός της πολιτογράφησης, και απονέμεται το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε ομογενείς και μετανάστες που ζουν για πολλά χρόνια στη χώρα μας».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έχουν γίνει, στις επόμενες εκλογές της αυτοδιοίκησης, θα πάρουν μέρος περί τις 250.000 ομογενείς και μετανάστες.
Δικαίωμα απόκτησης ιθαγένειας θα έχουν όσοι έχουν γεννηθεί και ζουν στην Ελλάδα τουλάχιστον για πέντε χρόνια, τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα και δηλώνονται από τους γονείς τους, καθώς και τα παιδιά που φοιτούν πολλά χρόνια σε ελληνικά σχολεία (μένει να οριστεί ο ακριβής αριθμός).
Στη συνέχεια μίλησε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος τόνισε ότι η μετανάστευση παίρνει διαστάσεις εθνικού προβλήματος, αλλά έχει και ευρωπαϊκές διαστάσεις.
Όπως τόνισε ο κ. Χρυσοχοϊδης στην Ελλάδα γίνεται το 1/3 των συλλήψεων που γίνονται στην Ευρώπη, όπου ο συνολικός αριθμός είναι 320. 000. Η Ελλάδα «διαχειρίζεται» κάθε χρόνο γύρω στις 250.000 ψυχές, με τις οποίες ασχολούνται 15.000 αστυνομικοί.
Ο κ. Χρυσοχοϊδης αναφέρθηκε και στην Τουρκία, η οποία, όπως είπε, δεν τηρεί τις συμφωνίες που έχει υπογράψει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα τάσσεται υπέρ της υπογραφής συμφωνίας της Τουρκίας με την FRONTEX, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα θίγονται κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας.
Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι απαγορεύθηκε η σύλληψη και η επαναπροώθηση μεταναστών δεύτερης γενιάς και καταργήθηκαν τα εμπόδια στη μετακίνησή τους προς και από την πατρίδα τους. Επίσης εφαρμόζεται ο εθελοντικός επαναπατρισμός και το τελευταίο δίμηνο έχουν αποχωρήσει από τη χώρα 1500 άτομα για τις πατρίδες τους. Ανέφερε επίσης ότι θα γίνει καταγραφή όσων μένουν παράνομα στην Ελλάδα, ενώ σύντομα θα φέρει προς συζήτηση, στο υπουργικό συμβούλιο, νομοσχέδιο για μια νέα πολιτική ασύλου.
Αντιδράσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης
Για έλλειψη στρατηγικής ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής έκανε λόγο ο υπεύθυνος Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης της ΝΔ, Χρήστος Ζώης. Το ΠΑΣΟΚ «συγχέει, με τη γνωστή προχειρότητά του, την κοινωνική ενσωμάτωση (ένταξη) των μεταναστών με την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας και πολιτικών δικαιωμάτων», πρόσθεσε.
Ο κ. Ζώης μίλησε για «αποδόμηση» της μεταναστευτικής πολιτικής της ΝΔ από το ΠΑΣΟΚ, «με επιπόλαιες εξαγγελίες, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, λειτουργεί με λογική άκριτου 'ξηλώματος' και παραγνωρίζοντας ότι η απόκτηση της ιθαγένειας μιας χώρας δεν είναι απλώς ένας ακόμη τρόπος διασφάλισης απρόσκοπτης διαμονής, εργασίας και πρόσβασης στις υπηρεσίες της χώρας αυτής. Είναι η ύψιστη μορφή σύνδεσης και ενσωμάτωσης σ' αυτήν».
«Πρόκληση προς τους εργαζόμενους και την αξιοπρέπειά τους», χαρακτηρίζει το ΚΚΕ τη συζήτηση στο υπουργικό συμβούλιο για τη «φιλανθρωπία», ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον αρχιεπίσκοπο, καθώς και τα «μέτρα ελεημοσύνης που παίρνουν ή εξάγγειλαν ότι θα πάρουν η κυβέρνηση και η εκκλησία. Καμία πλευρά βεβαίως δεν έθεσε το αυτονόητο ερώτημα «ποιος ευθύνεται που χιλιάδες άνθρωποι ζουν σε συνθήκες απόλυτου εξευτελισμού;».
«Η ελεημοσύνη και το κουπόνι τείνει να γίνει σε μεγάλο βαθμό επίσημη πολιτική, την ίδια ώρα που καρατομούνται στοιχειώδη εργατικά - λαϊκά δικαιώματα. Την ίδια ώρα τα κέρδη της πλουτοκρατίας αυξάνουν και σε συνθήκες κρίσης, ενώ κανείς δεν γνωρίζει σε ποιο ύψος ανέρχεται η εκκλησιαστική περιουσία», αναφέρει η σχετική ανακοίνωση του κόμματος.
«Εδώ και χρόνια οι δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς μαζί με το μεταναστευτικό και το αντιρατσιστικό κίνημα αγωνίζονται για τη νομιμοποίηση και την κοινωνική εξίσωση των μεταναστών, ταυτόχρονα με τον αγώνα για μια δίκαιη κοινωνία. Με βάση αυτή την λογική, τόσο η αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά δεύτερης γενιάς μεταναστών όσο και η αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές για τους μετανάστες αποτελούν αναγκαία βήματα προς μια τέτοια κατεύθυνση», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Συνασπισμός.
«Με βάση τα δημοσιεύματα και τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού και του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, οφείλουμε να τονίσουμε πως μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να περιλαμβάνει λογικές φιλανθρωπίας, ούτε να αντιλαμβάνεται τα δεινά χιλιάδων ανθρώπων αποκλειστικά ως μοχλό ανάπτυξης της «πολιτισμένης» Δύσης. Ακόμα περισσότερο, η λογική της Ευρώπης-φρούριο και των σιδερόφραχτων συνόρων της χώρας δεν αναγνωρίζει καν τις συνθήκες που ωθούν τα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ευρώπη και μας επιστρέφει στη γνωστή πολιτική με την οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι τα προηγούμενα χρόνια», προσθέτει, καταλήγοντας ότι θα επανέλθει με νεότερη ανακοίνωση, αφού μελετήσει το τελικό κείμενο.




















