[...] Η γνώση και η συγχώρεση πάνε μαζί. Η γνώση και η πρόοδος πάνε μαζί. Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι οι ιδεολόγοι και οι σταμπαρισμένοι που κυνηγήθηκαν ανελέητα, απλά αποτέλεσαν το προκάλυμμα για να δράσει ανενόχλητος ο πολιτικός υπόκοσμος. Και ιδού τα αποτελέσματα! [...] Η συγγραφέας και κοινωνική επιστήμονας Αρετή Γεωργοσοπούλου - Μακρέλ, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το βιβλίο της "Λίθοι στη λήθη", μία πραγματικότητα, μυθιστορηματικά γραμμένη, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα από το 1940 έως το 1970 και ήρωα τον 95χρονο σήμερα Τάσο Σβορώνο που ζει στη Σάμο. Μια αληθινή ιστορία που -ακόμα και άθελά της- ίσως εξηγεί μέσα από τη ζωή αυτού του ανθρώπου, πώς τα συστήματα κατασκευάζουν ιδιότητες, ικανότητες, ή χαρακτήρες, αλλά και ανθρωπιστικές ιδεολογίες, πώς μέσα σε αυτά γενιέται τελικά ένας αγωνιστής, πώς δημιουργείται ένας αριστερός!

"Σαν συγγραφέας προσπαθώ να κάνω συναισθηματική αποτύπωση του τεράστιου θέματος που είναι ένας πόλεμος, και μάλιστα ένας εμφύλιος πόλεμος.

Από μικρή μεγάλωσα σε ένα σπίτι, που είχε μία μόρφωση πάνω από το μέσο όρο και μπορούσαμε να μιλάμε πιο ανοιχτά και για στερεότυπα, για την πολιτική κατάσταση στη χώρα, και πέρα από αυτό υπήρχε και ένα δημοκρατικό ήθος σε όλη την οικογένεια. Οι απόψεις και οι πεποιθήσεις, δεν πήγαιναν ούτε στο ένα άκρο ούτε στο άλλο.

Σε αυτές τις συζητήσεις άρχισα να εντοπίζω, αυτό το βύθισμα που είχε το βλέμμα του πατέρα μου και των συγγενών μου, όταν έπιαναν κουβέντα ειδικά για τον εμφύλιο, και κοίταζαν να την κλείσουν ει δυνατόν αμέσως... Δεν το άντεχαν.

Αυτό το βύθισμα στο βλέμμα και αυτή την ανείπωτη στεναχώρια, τα εντόπισα με τα χρόνια και σε άλλους ανθρώπους ειδικά της επαρχίας, που είχαν βιώσει τον όλεθρο του εμφυλίου, όταν παρακολουθούσαν γιορτές και φανφάρες που διοργάνωναν όλα τα κόμματα της εξουσίας, τα οποία σε απόλυτη αντίθεση με αυτόν τον απλό κόσμο, κάθονταν σε βάθρα με γυαλιστερά κοστούμια και μιλούσαν για την 28η Οκτωβρίου, σχεδόν με  …χαρά  και ενθουσιασμό. Βλέπετε η χαρά της εξουσίας! Ελάχιστες οι εξαιρέσεις. 

Αυτή η ανείπωτη στεναχώρια, λοιπόν, της οικογένειάς μου και αυτού του απλού κόσμου με κυνηγούσε και με βάραινε

Μελετώντας παράλληλα την ιστορία, διαπίστωσα ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Και εκεί ξεκίνησε η ιδέα μου, να γράψω ένα βιβλίο, όχι για τους νικητές, αλλά για τον απλό άνθρωπο που συμμετείχε στον πόλεμο απο αγάπη και μόνο για την πατρίδα, σε όποια δημοκρατική παράταξη κι αν ανήκε. 

Το 1990 άρχισα να μαζεύω υλικό, γιατί ήθελα να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με αληθινά τα στοιχεία: του χρόνου, του τόπου, των γεγονότων και των ονομάτων, και από την άλλη, να υπάρχει η μυθοπλασία και η πλοκή, ώστε να έχει ένα ενδιαφέρον ο αναγνώστης να πάει παρακάτω… και ειδικά ο νεαρός αναγνώστης, ο οποίος με ενδιαφέρει πρωτίστως. 

Σκέφτηκα λοιπόν να γράψω δύο βιβλία. Ο ήρωας του πρώτου βιβλίου μου, ήταν με τον ΕΔΕΣ, και του δεύτερου με το ΕΑΜ.

Κινήθηκα πάνω σε αυτήν την πεποίθηση, ότι δεν μπορεί η Αντίσταση να έχει πολιτικές γραμμές, δεν μπορεί η Αντίσταση να έχει πολιτικό χρώμα, και να είναι κάτω από μία σημαία, μια παντιέρα με άλφα ή βήτα χρώμα, και δεν μπορεί να είναι κανενός αποκλειστικότητα. Γιατί η Αντίσταση δεν είναι αποκλειστικότητα κανενός κόμματος και καμιάς εξουσίας, όποια απόχρωση κι αν έχει.  

Ακόμα με πληγώνει, ότι μέχρι πρόσφατα γιορτάζαν τον Γράμμο και το Βίτσι. Όπως με πληγώνει και η λέξη συμμορίτης και συμμοριτοπόλεμος. Και στην επαρχία το λένε ακόμα. Αυτά είναι πράγματα ανεπίτρεπτα.

Και δυστυχώς, ο Θουκυδίδης είπε: «Ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ». Και ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε, γιατί μίλαγε για έναν σχεδόν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας. 

Είμαι απολύτως αντίθετη με το ρόλο κρατών και της Ανατολής και της Δύσης, που αναμείχθηκαν και καθόρισαν την εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου. Χιλιάδες άνθρωποι θυσιάστηκαν, και για μένα άδικα. Κανένας λόγος πολιτικός ή στρατιωτικός, δεν δικαιώνει και δεν αιτιολογεί, την αναγκαιότητα του εμφυλίου πολέμου. Ήταν όχι μόνο περιττό αλλά τερατώδες. Ήταν παράνοια. 

Το δεύτερο βιβλίο μου «Λίθοι στη Λήθη» αναφέρεται κι αυτό στην εποχή του ‘40 και φτάνει μέχρι το ‘70. Πηγή έμπνευσης μου ένας Έλληνας πατριώτης που πηγαίνει εθελοντικά να υπηρετήσει την πατρίδα του. Και εκεί αρχίζουν όλα.

Τα πολιτικά του ιδεώδη, η κοινωνική του ευπρέπεια, η συναδελφική αλληλεγγύη, προκαλούν την απαρχή ενός εφιάλτη που δεν έχει τελειωμό.

Μέσα στις δεκαετίες που κυλούν το κράτος και το παρακράτος της Δεξιάς θα ενορχηστώσει αυτό που γνωρίζει καλύτερα(με βάση κυρίως ευτελή όσο και ιδιοτελή συμφέροντα): Διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, εκτοπισμούς, εκτελέσεις. Και στη συνέχεια διαχωρισμοί, αποκλεισμοί,  φακελώματα και περιθώριο.

Πολλοί ήταν αυτοί που χάθηκαν, πάρα πολλοί. Και αυτοί που γλύτωσαν τον αφανισμό έπρεπε να συνεχίσουν μα όχι απο κει που έμειναν. Γιατί μετά απο έναν πόλεμο η ζωή των ανθρώπων είναι αλλιώς.      

Με ρωτούν κάποιοι, γιατί τα ανασκαλεύεις; Αυτά τα πράγματα πληγώνουν. Γιατί τα ανασκαλεύω; Γιατί πιστεύω αυτό που λέει ο τίτλος του. Πρέπει να θυμόμαστε. Όλα αυτά τα χρόνια, που η ιστορία επαναλαμβάνεται, και το δίδαγμά της το έχουμε στ’ αυτιά μας, καταλήγει να είναι υπέρτατη ειρωνεία το ότι δεν μάθαμε ακόμη από αυτά τα λάθη μας.

Ο βασικός ήρωας του βιβλίου, όχι μόνο με εντυπωσιάζει αλλά με συγκλονίζει με όλη του την πορεία ζωής. Ο πόλεμος, ο πόνος, η αποκτήνωση, ο θάνατος δεν τον κάνουν λειψό. Το αντίθετο. Βγάζουν μέσα απο την ψυχή του το περίσσευμα. Την υπέρτατη δύναμη των ανθρώπων, την π ρ ο σ φ ο ρ ά. 

Η αριστερή ιδεολογία, έμπρακτα. Η κοινωνική συνοχή, η αλληλεγγύη, η συμπόνια, και  η συγχώρεση(με την έννοια του συν-χωράω, δηλαδή συνυπάρχω) τον βγάζουν νικητή. Οι διώχτες του είναι οι χαμένοι.

Γιατί τα ανασκαλεύω, λοιπόν; Γιατί πιστεύω στη λύτρωση μέσα από την γνώση. Αυτό που με κυνηγάει σαν… δαίμονας, είναι ότι η άγνοια, η αμάθεια και η λήθη περιχαρακώνουν τον άνθρωπο στα ανέλιχτα, στα δύσκαμπτα, στα ακραία και στα αντικοινωνικά. 

Η γνώση και η συγχώρεση πάνε μαζί. Η γνώση και η πρόοδος πάνε μαζί. Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι οι ιδεολόγοι και οι σταμπαρισμένοι που κυνηγήθηκαν ανελέητα, απλά αποτέλεσαν το προκάλυμμα για να δράσει ανενόχλητος ο πολιτικός υπόκοσμος. Και ιδού τα αποτελέσματα!-"

"Γράμματα δεν ξέρανε οι γονείς αλλά κατάφεραν να μας αναθρέψουν με αγάπη και σεβασμό. Δεν ξέρω πώς, μας δείξαν να είμαστε περήφανοι μα σεβαστικοί, ν' αγαπάμε τους ανθρώπους μα να μην τους φοβόμαστε, να μην ντρεπόμαστε γι' αυτά που δεν έχουμε και να καμαρώνουμε για τα σωστά που κάνουμε." Απόσπασμα από το βιβλίο "Λίθοι στη λήθη", της Αρετής Γεωργοσοπούλου - Μακρέλ, των εκδ. Μαϊστρος.

Η Αρετή Γεωργοσοπούλου γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην Αθήνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία.
 
Από τα  φοιτητικά  της χρόνια συνεργάστηκε με κλαδικά περιοδικά, γράφοντας άρθρα και μελέτες πάνω σε θέματα συναφή με τις σπουδές της.
 
Ακολούθησε ακαδημαική καριέρα και συγχρόνως συνεργάστηκε με εταιρείες σαν Σύμβουλος Επικοινωνίας.
 
Ζει στο Ντράφι-Πικέρμι με τον σύζυγό της και την κόρη τους και ασχολείται ενεργά με την τοπική αυτοδιοίκηση.                                                                              
 
Ο εθελοντισμός είναι μέσα στις άμεσες προτεραιότητες της και συνεργάζεται με σωματεία και κοινωνικούς φορείς με κεντρικό προσανατολισμό της τις ευπαθείς ομάδες και τα προβλήματά τους.                       
 
Αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες και έχει ασχοληθεί με το παιδικό παραμύθι.
 
To 2007 κυκλοφόρησε το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα 33% αντάρτης από τις εκδόσεις Μαϊστρος.
 
Βασική προσωπική άποψη  για την οποία και δραστηριοποιείται συγχρόνως,  είναι η προσπάθεια για την μείωση των επιβαρυντικών συμπεριφορών μας προς το περιβάλλον.
 
Παρά το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει έχει μια αισιόδοξη και χαρούμενη στάση ζωής που τείνει να αποδείξει ότι η ανθρώπινη πορεία είναι μια συλλογική πράξη αμοιβαιότητας και συνεχούς βελτίωσης.