Νομίζω ότι γεννήθηκα αριστερός. Φρόντισε η Ασφάλεια της δεκαετίας του εξήντα την πολιτική μου αγωγή με το κυνηγητό του πατέρα μου, που είχε την ατυχή έμπνευση να πολεμήσει όχι μόνο στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και στην Αντίσταση από τις  γραμμές του ΕΛΑΣ..." Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θανάσης Καρτερός, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του μυθιστορήματος "Η εξέγερση των νεκρών".

"... Τώρα που το καλοσκέφτομαι στη ζωή μου έπεσε πολύ κυνηγητό. Πρώτα του πατέρα μου, που ήταν και δικό μου, ύστερα αποκλειστικά δικό μου. Φυλακίστηκα στη δικτατορία για τρία χρόνια, υπήρξα παράνομος, μίσησα τους χαφιέδες, γνωρίστηκα με τον Μαρξ και τον Λένιν και κοίταζα αφ' υψηλού τους βολεμένους.

Με τη μεταπολίτευση, βολεύτηκα κι εγώ στο Κομμουνιστικό Κόμμα, υπερασπίστηκα επαγγελματικά και πειθαρχημένα τις ιδέες και τη γραμμή του. Ώσπου τη δεκαετία του 90, μετά την πτώση του τείχους στο κεφάλι μας, ήρθε η σύγκρουση με το κόμμα, η διαγραφή, η απομάκρυνση από αυτό, μαζί με χιλιάδες άλλους.

Ξεκαθαρίζω πάντως ότι παρ' όλα αυτά, παρά τη διάψευση, την κατάρρευση και τα βαριά πολιτικά και προσωπικά κατάγματα, εξακολουθώ να αισθάνομαι και να δηλώνω κομμουνιστής, όσο κι αν το κόμμα μου έχει αφαιρέσει την ταυτότητα.

Πιστεύω ότι ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο το σύστημα της ακραίας αδικίας, αλλά και σάπιος. Μολύνει και καταστρέφει τον κόσμο, και θα μας σαπίσει όλους αν δεν τον στείλουμε στα σκουπίδια της Ιστορίας. Η ανθρωπότητα ή θα μπει στη φάση της συνειδητής απόρριψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ή θα πάει ασυνείδητα στο διάολο. Αυτό πιστεύω.

Ευτυχώς και χάρη στο γεγονός ότι ο πατέρας μου, αν και απόφοιτος δημοτικού, ήταν αυτό που λέμε προοδευτικός άνθρωπος, έμαθα γράμματα, πήγα στο πανεπιστήμιο, και αγάπησα από μικρός τη λογοτεχνία. Επίσης μου άρεσε από παιδί να γράφω κι αυτό με οδήγησε -με απόφαση του κόμματος αρχικά- στη δημοσιογραφία. Γράφω άρα υπάρχω εδώ και σαράντα χρόνια.

Στη... νεαρή ηλικία των εξήντα χρόνων έγραψα και -ω του θαύματος- εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το πρώτο μου βιβλίο: Ο Σύντροφος Πολύφημος και η Μισή Αλήθεια. Πρόκειται για πολύ μικρές ιστορίες, "ιστορίες τσέπης" τις ονόμασα, με πρωταγωνιστή έναν παλιό κομμουνιστή -και θυμόσοφο. Ένα πρώτο βήμα μετάβασης από τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία για μένα, που δεν είχε και καμιά λαμπρή καριέρα, αλλά εν πάση περιπτώσει πήρε το δρόμο του.

Μετά από αυτό τόλμησα το  γράψιμο του πρώτου μου μυθιστορήματος. Το Τελευταίο Τραμ ο τίτλος του. Εκδόθηκε κι αυτό από τον Καστανιώτη και είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στο κλίμα της δεκαετίας του πενήντα -μια δυστυχισμένη ερωτική ιστορία μέσα στο ζόφο των διωγμών της εποχής εκείνης. Με αυτοβιογραφικά στοιχεία κι αυτό.

Το τελευταίο μου βιβλίο, Η Εξέγερση των Νεκρών, που εκδόθηκε πρόσφατα, είναι μυθιστόρημα εκατό τοις εκατό. Και σε αντίθεση με τα άλλα δυο, το έγραψα σαν να το διαβάζω -ή κάπως έτσι.

Φαντάστηκα ένα διευθυντή νεκροταφείου σε μια εποχή που ο καπιταλισμός μετατρέπει το παράλογο σε πανίσχυρο κανόνα και που όλα κρίνονται με βάση την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος κι από κει και πέρα, σελίδα τη σελίδα και κεφάλαιο το κεφάλαιο έπλασα τους ήρωες μου, ανθρώπους εκτός συστήματος, περιθωριακούς, και την ιστορία μου.

Στην προσπάθειά μου αυτή, που κράτησε περίπου δυο χρόνια, αισθάνθηκα λίγο σαν μικρός Θεός -έτσι αισθάνονται αλήθεια οι συγγραφείς; Καθόριζα τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων μου, αποφάσιζα τη μοίρα τους, διαπίστωσα ότι ήμουν σε θέση να έχω διάλογο μαζί τους, να διαφωνούν, να προτείνουν διορθώσεις, να προσπαθούν να παραπλανήσουν εμένα ή και τον αναγνώστη, να επιλέγουν ακόμα και το θάνατό τους.

Στο τέλος μάλιστα η διαφωνία μας με κάποιους από αυτούς υπήρξε τόσο έντονη, ώστε να καταφύγω σε σολομώντεια λύση: Η εξέγερση των νεκρών έχει δυο εκδοχές τέλους.  

Αν και δεν ξέρω τη στιγμή αυτή ποια θα είναι η τύχη του βιβλίου, μπορώ να πω ότι εγώ τουλάχιστον το ευχαριστήθηκα. Γράφοντάς του, δίνοντας ζωή σε φανταστικά πρόσωπα, ρίχνοντάς τα σε δύσκολες καταστάσεις, απόλαυσα τη δική μου μετάλλαξη στο βασικό ήρωα του βιβλίου, που δεν αναφέρεται ούτε σε μια αράδα, αλλά υπάρχει σε κάθε αράδα.

Αυτό είναι νομίζω το μυστικό του γραφιά-δημιουργού: Χώνεται στο ίδιο του το βιβλίο, σκέφτεται, δρα, εξελίσσεται, μέσα από την ίδια του τη δημιουργία -κι αυτό δεν ισχύει μόνο για μεγάλους συγγραφείς, αλλά για τον καθένα που φορτώνει με κομμάτια από την ψυχούλα του στις λέξεις.

Για να βρει βέβαια κανείς τόση ψυχούλα στις μέρες μας, ώστε να τη μοιράζεται και με άλλους, πρέπει να ψάξει μόνος του. Σε βιβλία, αλλά και στους δρόμους -εκεί που στην πράξη αμφισβητείται το αυτονόητο..."

 
Η εξέγερση των νεκρών, εκδόσεις Καστανιώτη

Η Αντιγόνη είναι μια όμορφη νέα γυναίκα που από μικρή πηγαίνει ανάποδα στο ρεύμα. Κλεισμένη στο αναμορφωτήριο για ένα έγκλημα οικογενειακής αυτοδικίας, αντιστέκεται στην προσπάθεια "αναμόρφωσής" της και γι' αυτό καταδικάζεται να σταλεί σε ένα πρόγραμμα που συλλέγει και ανακυκλώνει με τις πιο σύγχρονες μεθόδους τους περιθωριακούς για την κοινωνία, τους ζημιογόνους για την οικονομία, τους ανεπιθύμητους για τη δημόσια τάξη. Τους ανθρώπους-σκουπίδια.

Εκεί θα νιώσει τη φλόγα της εξέγερσης, θα ανακαλύψει τον έρωτα και θα βρει συμπαραστάτες. Θα σπάσει τις αλυσίδες της. Θα προκαλέσει μαζί με τους συντρόφους της τριγμούς σε ένα καθεστώς που μοιάζει ανίκητο. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Οι αποδιοπομπαίοι μιας χώρας-εταιρείας, όπου υπέρτατος νόμος είναι το Κέρδος, θα πουν την τελευταία φράση. Ή μήπως την πρώτη; "Μαλάκες, είμαστε ζωντανοί!"

Ένα άκρως επίκαιρο βιβλίο, όπου πρωταγωνιστούν όσοι ονειρεύονται ένα διαφορετικό "αύριο", οι αρνητές ενός συστήματος που τους προορίζει για τον Καιάδα. Ένα μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας για μια κοινωνία που μοιάζει τόσο πολύ με τη δική μας, καθώς τα μνημόνια των ζώντων φτάνουν μέχρι τα μνήματα των νεκρών. Ένας ύμνος στην ελευθερία και ταυτόχρονα μια παρωδία της.

Ο Θανάσης Καρτερός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947 και ζει στην Αθήνα. Η δικτατορία διέκοψε τη φοίτησή του στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και τον υποχρέωσε με αποφάσεις δύο στρατοδικείων σε άλλου είδους σπουδές στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης, στις Φυλακές Ιωαννίνων, στις Εγκληματικές Φυλακές Λευκάδας, στις Φυλακές Αβέρωφ και στις Φυλακές Κορυδαλλού.

Στα τέλη του 1970 αποφυλακίστηκε και εντάχθηκε στην παράνομη τότε ΚΝΕ και στο παράνομο ΚΚΕ, ενώ ήταν από τους ιδρυτές του εκδοτικού οίκου "Σύγχρονη Εποχή". Μετά τη μεταπολίτευση συμμετείχε στην περιπέτεια του νόμιμου ΚΚΕ.

Συντάκτης του Ριζοσπάστη από τις αρχές του 1980 και στη συνέχεια αρχισυντάκτης και διευθυντής του.

Διαγράφηκε από το ΚΚΕ το 1991 και διώχτηκε από την εφημερίδα του. Εργάστηκε από τότε στο ραδιόφωνο του "Σκάι", του οποίου υπήρξε ένα διάστημα διευθυντής, καθώς και σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.

Από τους βασικούς συντελεστές της δημιουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού 105,5 "Στο Κόκκινο" και πρώτος διευθυντής του από το 2006 μέχρι το 2008. Διατηρεί την καθημερινή στήλη "Της Ώρας" στην Αυγή.

Το 2010 δημοσίευσε το βιβλίο "Ο σύντροφος Πολύφημος και η μισή αλήθεια".