Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο της ακτιβιστικής έρευνας για την κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη -από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι σήμερα- ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του συγγραφέα Νίκου Αραπάκη.

Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, με αποτέλεσμα να μην βιώσει και, κατ’ επέκταση, να μην κάνει κτήμα της τα όσα προέκυψαν από τις διάφορες κοσμογονικές αλλαγές (διαφωτισμός, βιομηχανική επανάσταση κλπ) που συντελέστηκαν στην Ευρώπη. Μονίμως, τόσο σαν λαός όσο και σαν κράτος, τρέχαμε να προλάβουμε τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Είναι αυτονόητο ότι, κατ’ ουσίαν, δεν τις προλάβαμε ποτέ, αλλά και οσάκις τις προλαβαίναμε δεν το κάναμε με το σωστό τρόπο. Τις περισσότερες φορές, για να μην πω όλες και θεωρηθώ υπερβολικός, κόβαμε δρόμο. Κοινώς, κλέβαμε (βλέπε: πλαστά δημοσιονομικά στοιχεία, πλαστά μεγέθη κτηνοτροφικής ή αγροτικής παραγωγής, άθλια και πανάκριβα δημόσια έργα κλπ).

Η έλλειψη διαυγούς κατεύθυνσης. Αυτή ευθύνεται, πρωτίστως, για τα δεινά μας. Διακόσια, περίπου, χρόνια μετά την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους, δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε την ταυτότητά μας. Βολοδέρνουμε ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, αδυνατώντας να κατασταλάξουμε στο που ανήκουμε πραγματικά. Κι η αδυναμία μας αυτή μας οδήγησε στο να φτιάξουμε ένα κράτος έκτρωμα, ένα κράτος βασισμένο σε ένα συνονθύλευμα ιδεολογημάτων, που τα θεμέλιά του αποτελούν κακόγουστοι εθνικοί μύθοι του τύπου «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια», ενώ τα διάφορα ιδεολογικά ρεύματα, όπως η σοσιαλδημοκρατία ή ο φιλελευθερισμός, που διαμόρφωσαν την Ευρώπη του σήμερα, εμείς τα κάναμε κτήμα μας πότε με το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα» και πότε υπογράφοντας για τις ταυτότητες.

Όμως, έστω και υπ’ αυτές τις συνθήκες, αν δεν είχαμε την ατυχία να ζήσουμε την Ελληνική εκδοχή του μεσαίωνα μετά τη λήξη του Β’ παγκόσμιου πολέμου, θα είχαμε προλάβει να διορθώσουμε κάποια πράγματα. Δυστυχώς, και εδώ σταθήκαμε άτυχοι (το άτυχοι βάλτε το σε εισαγωγικά. Κατ’ ουσίαν δεν ήταν ατυχία ο δρόμος που ακολουθήσαμε μετά τη λήξη του εμφυλίου, αλλά επιλογή συγκεκριμένων, εγχώριων και αλλοδαπών, δυνάμεων). Όταν, λοιπόν, η Ευρώπη, μετά τη λήξη του πιο καταστρεπτικού πολέμου όλων των εποχών, άρχισε να ανοικοδομείται υλικά και κυρίως πνευματικά, συζητώντας για όλα τα παράλογα που την οδήγησαν σε αυτό το ζοφερό αποτέλεσμα και ζώντας ένα δεύτερο διαφωτισμό, εμείς βιώσαμε για μια ακόμη φορά τον απόλυτο σκοταδισμό.

Είναι γνωστά αυτά τα πράγματα και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τα επαναλάβω. Όλοι γνωρίζουν τι απέγιναν τα χρήματα του περιβόητου σχεδίου Μάρσαλ και πως, αντί να ανοικοδομηθεί η χώρα, «ανοικοδομήθηκαν» οι τσέπες μερικών δεκάδων οικογενειών. Μα το χειρότερο όλων δεν ήταν η υλική υστέρηση της χώρας, η μη κατασκευή δρόμων, λιμανιών και άλλων υποδομών. Το χειρότερο όλων ήταν ότι, προκειμένου οι λίγοι επιτήδειοι να καταχραστούν με την ησυχία τους τα χρήματα αυτά, επέβαλλαν έναν εθνικοπατριωτικό σκοταδισμό ο οποίος μας ταλανίζει ακόμη και σήμερα. Με αποτέλεσμα, για όλα τα δεινά του τόπου να φταίνε πάντοτε οι άλλοι. Κοντολογίς, δεν κοιταχτήκαμε ποτέ στον καθρέφτη. Ή, κι αν ακόμη κοιταχτήκαμε, δεν είδαμε ποτέ το πραγματικό μας είδωλο. Βλέπαμε μονίμως αυτό που θέλαμε να δούμε: αυτό το κίβδηλο είδωλο που είχαμε κατά νου και το οποίο μας εμφάνιζε ως κιμπάρηδες, μάγκες και καραμπουζουκλήδες.

Ας έρθουμε στα πιο κοντινά μας χρόνια, στην περίοδο μετά την πτώση της χούντας. Κι εδώ πάλι σταθήκαμε άτυχοι. Κυρίως γιατί δεν είχαμε την τύχη να πέσουμε σε κάποιον ηγέτη με όραμα. Μολονότι ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε κάποια βήματα εκσυγχρονισμού του κράτους και της κοινωνίας (για πρώτη φορά τη συγκεκριμένη περίοδο εξαλείφθηκε ο φόβος του χωροφύλακα), κυρίως την τετραετία ’81-’85, πολύ σύντομα η προσπάθεια εκσυγχρονισμού εγκαταλείφθηκε και ξανακυλήσαμε στο λαϊκισμό.

Όμως η πραγματικά μεγάλη χαμένη ευκαιρία εκσυγχρονισμού της χώρας που, κατά πάσα πιθανότητα, αν γινόταν με το σωστό τρόπο θα είχε θεμελιώσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος τόσο σε θεσμούς όσο και σε υποδομές, ήταν η περίοδος Σημίτη. Εκεί, κατά την εκτίμησή μου, χάθηκε το στοίχημα της ευρωπαϊκής Ελλάδας και χτίστηκαν τα θεμέλια της κρίσης. Εκεί που, αντί να ισχυροποιηθούν οι θεσμοί ενός κράτους σύγχρονου, θεσμοποιήθηκε η διαφθορά, η λοβιτούρα και το «όσα φάμε όσα πιούμε κι όσα αρπάξει ο κώλος μας». Δημοσιογράφοι-παπαγαλάκια οικονόμησαν εκατομμύρια και έγιναν, εν μια νυκτί, από υπάλληλοι εφημεριδάρχες και ραδιοφωνάρχες, καταληστεύτηκαν οι οικονομίες εκατομμυρίων Ελλήνων με την μεγαλύτερη απάτη όλων των εποχών, το χρηματιστήριο, ασήμαντοι επιχειρηματίες, μέσα σε ελάχιστα χρόνια έγιναν ζάμπλουτοι, απομυζώντας αποκλειστικά και μόνο τον κρατικό κορβανά και τις επιχορηγήσεις της ευρωπαϊκής ένωσης. Μα το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι θεοποιήθηκε το χρήμα και το life style. Καλλιεργήθηκε εντέχνως η λογική ότι τα πάντα είναι χρήμα. «Έχεις φράγκα, είσαι θεός. Δεν έχεις, είσαι σκουπίδι».

Αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Οι εγχώριες ευθύνες για την κρίση. Όμως, ακόμη κι αν είχαμε χτίσει ένα κράτος πρότυπο το πιο πιθανό είναι πως και πάλι θα είχαμε πρόβλημα. Το ωστικό κύμα της τραπεζικής φούσκας που έσκασε στις ΗΠΑ ήταν πολύ μεγάλο και η δική μας οικονομία πολύ μικρή και πολύ στρεβλά δομημένη για να μην υποστεί κλυδωνισμούς. Άρα θα πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας για αυτά που μας συμβαίνουν, αλλά και η λύση του αέναου αυτομαστιγώματος, που προτείνουν πολλοί επαίοντες, δεν νομίζω ότι θα διορθώσει κάποιο πρόβλημα. Δεν είμαι οπαδός της συνομωσιολογίας.

Δεν πιστεύω πως κάποιοι ελάχιστοι κλείνονται σε μια αίθουσα και αποφασίζουν για το μέλλον του κόσμου. Όμως, ακόμη κι αν αυτό που βιώνουμε σήμερα δεν είναι μια «νεοφιλελεύθερη συνομωσία» δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι όλα τα κράτη έχουν επιδοθεί σε μια φρενήρη κούρσα περικοπής κοινωνικών δαπανών. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένας κεντρικός σχεδιασμός για την αντιμετώπιση της κρίσης. Είναι πλέον γεγονός ότι, με αφορμή την κρίση, επιχειρείται ένας ανασχεδιασμός της παγκόσμιος οικονομίας, και βασικός στόχος του ανασχεδιασμού αυτού είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Επιχειρείται, παγκόσμια, να προωθηθεί μια αριθμολαγνική θεώρηση της πολιτικής όπου τα πάντα θα έχουν να κάνουν με τα νούμερα. Αυτή, λοιπόν, είναι η λύση; Αν καταφέρουμε να τιθασεύσουμε τα νούμερα θα ξεμπερδέψουμε;

Δεν νομίζω ότι το ζήτημα –μολονότι προσπαθούν να μας το παρουσιάσουν ως τέτοιο– είναι τόσο απλό. Εκτός του ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες για να τις κανοναρχούμε με αποκλειστικό γνώμονα το «τρεις το λάδι τρεις το ξύδι», τίθεται και ένα γενικότερο ζήτημα: η αποδυνάμωση της πολιτικής. Αν αποφασίσουμε ότι όλοι και όλα θα κινούνται γύρω από τους αριθμούς, τότε δεν χρειαζόμαστε ιδεολογικά ρεύματα και πολιτικούς αλλά κομπιουτεράκια... Ο βασισμένος σε νούμερα ορθολογισμός είναι χρήσιμος αλλά δεν είναι το άπαν. Θα πρέπει να βρούμε τη χρυσή τομή όπου και τα νούμερα δεν θα παρακάμπτονται αλλά, πρωτίστως, δεν θα παρακάμπτονται οι ζωές των ανθρώπων για να ευημερούν οι αριθμοί. Μολονότι φύσει αισιόδοξος, δεν μπορώ να πω ότι στο θέμα της κρίσης αισιοδοξώ.

Προβλέπω μακροχρόνιες επιπτώσεις σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Και το χειρότερο όλων είναι ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα, ως λαός, να διορθώσουμε πολλά πράγματα από μόνοι μας. Ακόμη κι αν εξαλείψουμε τις εγχώριες παθογένειες που μας ταλανίζουν και για τις οποίες επί σειρά ετών κάναμε τα «παγόνια», η οριστική λύση του προβλήματος δεν μπορεί παρά να είναι εισαγόμενη. Όπερ σημαίνει ότι η Ελλάδα θα κληθεί να εφαρμόσει κάτι που θα έχει αποφασιστεί έξω από τα εγχώρια κέντρα αποφάσεων. Ίσως αυτό να μην είναι κατ’ ανάγκη κακό. Δυστυχώς, ο δικός μας πολιτικός κόσμος αποδείχθηκε ανεπαρκέστατος. Για πολλές δεκαετίες τώρα, η πολιτική ζωή του τόπου είναι ζήτημα μερικών οικογενειών οι οποίες για το μόνο που πραγματικά ενδιαφέρονται –και στο μόνο που κατάφεραν να επιδείξουν κάποιο σπουδαίο έργο– είναι η πολιτική και οικονομική επιβίωσή τους. Κι αν κάποιος μου αντιτείνει ότι αυτή η προσέγγιση είναι ολίγον τι μηδενιστική, θα τον παρακαλέσω να μου πει κάποια άλλη χώρα όπου ο παππούς, ο πατέρας και ο γιος έγιναν κατά σειρά πρωθυπουργοί.

Είναι αλήθεια ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός προσέφερε ευημερία. Ακόμη κι αν κάποιος βάλει αστερίσκους δίπλα στη λέξη «ευημερία», το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Όμως αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής. Και για να γίνω πιο σαφής, ο οικονομικός φιλελευθερισμός που προσέφερε ανάπτυξη και ευημερία στους περισσότερους λαούς μεταλλάσσεται ταχύτατα σε ένα κοινωνικό-οικονομικό δόγμα (νεοφιλελευθερισμός) το οποίο δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Οι αγορές και οι διάφοροι οίκοι αξιολόγησης μετατρέπονται αργά αλλά σταθερά σε επίγειους θεούς, τους οποίους κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν.

Εδώ που φτάσαμε θα πρέπει να επανεξετάσουμε το ζήτημα στη βάση του. Να ψάξουμε για λύσεις έξω από την πεπατημένη. Παραδείγματος χάρη, να συζητήσουμε αν έχει νόημα ένας και μόνο άνθρωπος να είναι πλουσιότερος από έναν ολόκληρο λαό. Να συζητήσουμε αν η δημοκρατία, όπου ένα και μόνο τηλεοπτικό κανάλι μπορεί να κρίνει την τύχη των εκλογών, είναι όντως δημοκρατία ή παρωδία. Να συζητήσουμε αν μέσα στο ίδιο κράτος είναι λογικό να υπάρχουν χιλιάδες άστεγοι και εκατομμύρια άνεργοι, ενώ κάποιοι ελάχιστοι να διαθέτουν δισεκατομμύρια τα οποία ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουν.

Ξέρω, κάποιοι απ’ όσοι διαβάσουν τα παραπάνω ίσως να τα θεωρήσουν ως «αριστερίζουσες γραφικότητες». Μπορεί και να είναι. Όμως αυτό που δεν είναι «αριστερίζουσα γραφικότητα» είναι η πραγματικότητα: οι άνεργοι, οι άστεγοι, τα κλειστά μαγαζιά και τα χρεοκοπημένα νοικοκυριά. Και για να αντιμετωπίσουμε αυτή την τόσο ζοφερή πραγματικότητα θα πρέπει να δράσουμε και, κυρίως, να ψάξουμε για λύσεις με όραμα και έξω από τη κοντόφθαλμη, διαχειριστική λογική των ιθυνόντων. Ή, για να πω κι ένα ωραίο που μου είπε ο Χρόνης ο Μίσσιος, όταν τον συνάντησα προ καιρού: «Φίλε, αυτό που οφείλουμε να αντιπαλέψουμε σήμερα, είναι ο φασισμός του ορθολογισμού. Ζωή με μόνο εργαλείο τον ορθό λόγο και χωρίς συναίσθημα δεν μπορεί να υπάρξει».