Δεκτός από τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά θα γίνει το μεσημέρι της Τρίτης ο Γιάννης Αντετοκούμπο, ο 18χρονος μπασκετμπολίστας, ο οποίος έκλεψε την παράσταση στα φετινά ντραφτ του ΝΒΑ, καθώς επελέγη ιδιαίτερα ψηλά, στο νούμερο 15. Ο γεννημένος στην Ελλάδα αθλητής είχε μια ιδιαιτέρως δύσκολη διαδρομή, όντας παιδί μεταναστών στην Ελλάδα. Μόλις πρόσφατα απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια. Μεγάλο αφιέρωμα στον 18χρονο άσο είχε φιλοξενήσει η New York Times. 

Διαβάστε επίσης: Ο Γιάννης που συγκλονίζει

Ο Γιάννης Αντετοκούμπο θα συναντήσει τον Αντ. Σαμαρά στις 15:00 το μεσημέρι στο Μέγαρο Μαξίμου. 

Νωρίτερα θα συναντηθεί με τον νέο υφυπουργό Αθλητισμού Γιάννη Ανδριανό.

Πρόσφατα η ηλεκτρονική έκδοση των New York Times είχε φιλοξενήσει μεγάλο αφιέρωμα στον 18χρονο άσο.

«Το νέο του διαβατήριο λέει πως είναι Έλληνας, όμως, ο Γιάννης Αντετοκούμπο έχει ζήσει τη σκληρή ζωή του μετανάστη. Πουλούσε τα πάντα στους δρόμους της πόλης για να θρέψει τον εαυτό και τα αδέρφια του. Την ώρα που άλλες οικογένειες πήγαιναν διακοπές σε νησιά, η δική του άλλαζε διαμερίσματα για να βρει φθηνότερο ενοίκιο» είναι η εισαγωγική παράγραφος του αφιερώματος των New York Times στον Γιάννη Αντετοκούμπο.

«Ο Αντετοκούμπο στα 18 του, είναι ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που προσπαθούν να επιβιώσουν στην Ελλάδα. Γεννήθηκε εκεί, μεγάλωσε εκεί, μιλάει άπταιστα ελληνικά και έχει πάει σε ελληνικό σχολείο. Πρόσφατα έγινε Έλληνας πολίτης» προσθέτει το αφιέρωμα και συνεχίζει: «Ο Αντετοκούμπο, γιος Νιγηριανών γονέων, επίσης παίζει μπάσκετ. Και παίζει πολύ καλά. Έτσι λένε οι σκάουτς του ΝΒΑ. Έχουν πάει πολλές φορές στην Ελλάδα και παρακολούθησαν την ικανότητά του να χειρίζεται τη μπάλα, να βλέπει το γήπεδο και να παίρνει τις σωστές αποφάσεις».

«Όπως και οι άλλοι μετανάστες στην Ελλάδα, οι γονείς του δυσκολεύονται να βρουν δουλειά. Ο Αντετοκούμπο και ο μεγαλύτερος αδερφός του, Θανάσης, βοηθούσαν πουλώντας ρολόγια, τσάντες και γυαλιά ηλίου. Κάνοντας αυτό, έχαναν προπονήσεις, αλλά και γεύματα με την ομάδα».

«Μερικές φορές το ψυγείο μας ήταν άδειο», αναφέρει ο Γιάννης Αντετοκούμπο και προσθέτει σχετικά: «Μερικές ημέρες δεν πουλούσαμε τίποτα και δεν είχαμε χρήματα για να φάμε. Οι καλές μέρες, έφερναν απλά τα απαραίτητα. Την πληρωμή του ενοικίου, του νερού και του ηλεκτρικού, όπως και την αγορά φαγητού».