Το «ελληνικό μάθημα» της Ευρώπης, του Γιόσκα Φίσερ

tvxs.gr/node/32577

«Είναι όταν τα νερά υποχωρούν που αποκαλύπτεται ποιος κολυμπούσε γυμνός» σχολίασε εύστοχα ο μυθικός επενδυτής Ουόρεν Μπάφετ (Warren Buffet), όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση. Όπως ανακαλύψαμε έκτοτε, αυτό δεν ισχύει μόνο για επιχειρήσεις, αλλά και για χώρες. Μετά την Ιρλανδία, η Ελλάδα είναι το δεύτερο κράτος-μέλος της ευρωζώνης που αντιμετωπίζει μαζικό πρόβλημα αποπληρωμής του χρέους της, που εγγίζουν τα όρια της εθνικής χρεοκοπίας.

Η Ιρλανδία κατόρθωσε να λύσει μόνη της τα προβλήματά της, εφαρμόζοντας με στιβαρό τρόπο μια σειρά από επώδυνα μέτρα. Μπόρεσε δε να το κάνει αυτό διότι, πέραν του υπέρμετρου ελλείμματος που δημιούργησε το «σκάσιμο» της «φούσκας» των ακινήτων της, η οικονομία της ήταν γενικά υγιής.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Εκεί η αναδιάρθρωση της οικονομίας θα είναι πολύ δυσχερέστερη, διότι η χώρα έχει πολύ μεγαλύτερο δρόμο να διανύσει. Η κάλυψη των ελλειμμάτων στην Ελλάδα δεν είναι απλά δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά και πολιτικό, λόγω του πολιτικού της συστήματος, που επί υπερβολικά μακρό χρονικό διάστημα αρνιόταν πεισματικά να αντιληφθεί την πραγματικότητα και άφηνε τη χώρα να ζει πολύ πάνω από τις δυνατότητές της.

Όπως και να είναι, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να αφήσει την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, ούτε να την εγκαταλείψει στα χέρια του «διεθνούς νομισματικού συστήματος» (ΔΝΤ), πόσο μάλλον που όπως φαίνεται και άλλες χώρες της ευρωζώνης, ονομαστικά η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, «παίρνουν σειρά» κι ετοιμάζονται να δεχτούν τις επιθέσεις των χρηματαγορών. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το ευρώ κινδυνεύει με κατάρρευση, κάτι που θα έθετε για πρώτη φορά σε σοβαρό κίνδυνο ολόκληρο το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το πραγματικό πρόβλημα που βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής κρίσης, έχει τέτοια σοβαρότητα διότι αποκάλυψε μία από τις θεμελιώδεις αδυναμίες του ευρώ: την απουσία πολιτικής του στήριξης. Τα όρια που είχε θέσει η συνθήκη του Μάαστριχτ στα ελλείμματα και τα χρέη των κρατών-μελών σκόρπισαν «σαν το φτερό στον άνεμο» μόλις βρέθηκαν στον πραγματικό κόσμο, και το ίδιο συνέβη για τους μηχανισμούς ελέγχου της ευρωζώνης. Όπως και να 'ναι, τα κριτήρια του Μάαστριχτ δεν είχαν σε καμία περίπτωση σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσουν κατακλυσμούς όπως αυτός που προκλήθηκε από την κατάρρευση της «Λέμαν μπράδερς», το Σεπτέμβριο του 2008.

Το ευρώ, που σε μια πρώτη φάση αναδείχτηκε σε σημαντικό μέσο αντιμετώπισης των συνεπειών της κρίσης στην Ευρώπη, τώρα καλείται να αποδείξει την ανθεκτικότητά του, με δεδομένο τον εκ κατασκευής «μαλθακό» πολιτικό του πυρήνα. Οι ηγέτες της Ευρώπης, στην πρώτη γραμμή των οποίων βρίσκονται η Γαλλία και η Γερμανία, πρέπει να δράσουν γοργά και να θέσουν σε εφαρμογή νέες, ευφάνταστες λύσεις. Αυτό δε θα είναι απλό, και άρα εμπεριέχει τον κίνδυνο καταβολής σημαντικού πολιτικού κόστους. Αλλά, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού περιβάλλοντος, που προεξοφλεί ισχνούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, η αδράνεια θα σημαίνει πως τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν πολύ, πολύ σύντομα.

Οι λύσεις που θα πρέπει να δώσουν οι ηγέτες της Ευρώπης, θα υπερβούν εξ ανάγκης τη συνθήκη του Μάαστριχτ, προσέχοντας όμως να μην πυροδοτήσουν νέους κύκλους θεσμικών αντιπαραθέσεων, πράγμα που θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Νέα εργαλεία, σαν τα «ευρωομόλογα» θα πρέπει να διατεθούν στα πληγέντα κράτη-μέλη της ευρωζώνης ώστε να μειώσουν το κόστος δανεισμού τους, εφόσον βέβαια αναλάβουν τις ευθύνες τους και κάνουν σοβαρά βήματα (που θα ελέγχονται από αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς) προς τη δημοσιονομική τους εξυγίανση.

Κατά τα άλλα, η τρέχουσα κρίση απέδειξε πως το «συμβούλιο» των υπουργών οικονομικών (ECOFIN) δεν είναι εις θέση να πραγματοποιεί παρόμοιους ελέγχους στα δημόσια οικονομικά των κρατών-μελών. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι να αναλάβουν τα ηνία απευθείας οι επικεφαλής των κρατών-μελών, τουλάχιστο για όσο καιρό μαίνεται η κρίση.

Ένα θετικό σημείο είναι πως μετά την πρόσφατη γαλλογερμανική σύνοδο κορυφής, η 'Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) για πρώτη φορά δεν αντιτέθηκε δημοσίως στην ιδέα μιας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Η μελέτη της δομής του οργάνου που θα αναλάβει αυτό το έργο, του κόστους λειτουργίας του, του τρόπου που θα λαμβάνει αποφάσεις και των ελεγκτικών του μηχανισμών έχει πλέον τεθεί στην ημερήσια διάταξη. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο.

Αλλά ακόμα κι αν γίνουν ένα, δύο ή τρία σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας θα βρεθούν εκτεθειμένες σε σοβαρό πολιτικό κόστος, σε περίπτωση που η μεσογειακή δημοσιονομική κρίση χειροτερέψει και γίνει αναγκαία η άμεση οικονομική βοήθεια προς ορισμένα κράτη-μέλη της ευρωζώνης προκειμένου να διασωθεί το κοινό νόμισμα. Οι πολίτες των χωρών που θα κληθούν να «πληρώσουν το μάρμαρο» είναι απολύτως απροετοίμαστοι να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πράγμα που θα «ρίξει λάδι στη φωτιά» στον από καιρό φλεγόμενο ευρωσκεπτικισμό, που πλέον αφορά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Από αυτό το φαινόμενο δεν εξαιρείται (κάθε άλλο!) oύτε καν η Γερμανία, πράγμα που καθιστά πολύ πιθανό να δούμε να αναδεικνύεται εκεί ένα φοβερά σοβαρό πολιτικό στο εγγύς μέλλον.

Λοιπόν, να πληρώσουμε τις ζημιές των νοτιοευρωπαϊκών κρατών ή να πάρουμε απόφαση πως το ευρώ «μας τέλειωσε»; Και μόνο η διατύπωση ενός τέτοιου διλήμματος αναδεικνύει τι διακυβεύεται: το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ταυτόχρονα, η τυπική ευρωπαϊκή επιλογή του «μπαλώματος» των καταστάσεων (που επιδιώκει να μειώσει το πολιτικό κόστος, χωρίς ουσιώδεις αλλαγές), δε θα είναι στην περίπτωση αυτή τόσο απλός, λόγω του ότι ακόμα δεν έχουν φανεί στην ολότητά τους οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι στιβαρή πολιτική ηγεσία. Οι 'Ανγκελα Μέρκελ και Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy) αντιμετωπίζουν τη σημαντικότερη πρόκληση της θητείας τους. Οφείλουν να πλοηγήσουν το ευρωπαϊκό σκάφος διαμέσου της καταιγίδας. Μόνο με πολιτική τόλμη και δράση δε θα ρίξουν το σκάφος στα βράχια.

Ο Joschka Fischer είναι πρώην υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας (1998-2005) κι ιστορικός ηγέτης των «Πρασίνων» της Γερμανίας