Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο της ακτιβιστικής έρευνας για την κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη -από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι σήμερα- όπου συμμετέχουν γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του καθηγητή πολιτικών θεσμών και συγκριτικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Θανάση Διαμαντόπουλου.

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στοχασμοί για μια εναλλακτική θεσμική αρχιτεκτονική

Λίγους μήνες μετά τις εθνικές εκλογές του 2009 επώδυνες εξελίξεις –ή, μάλλον, η επώδυνη ωρίμανση των σωρευμένων συνεπειών «παρελθουσών χρήσεων»- επέβαλαν μια αναγκαστική και βίαιη προσγείωση του αιθεροβάμονα ελληνικού λαού από μια ροδόχροα, πλην όμως εικονική, ουρανική «πραγματικότητα» σε εδάφη χερσαία, μάλιστα δε χέρσα και κακοτράχαλα. Ως συνέπεια αυτής της απότομης προσγείωσης, γρήγορα συνειδητοποιήθηκε από την ελληνική κοινωνία πως ο χωρίς παραγωγική βάση καταναλωτικός παροξυσμός και η, πρωτίστως δανειακής προέλευσης, πρωτόγνωρη και ευρύτατης κοινωνικής διάχυσης ευημερία των τελευταίων δεκαετιών όχι απλά ήταν καταστάσεις απολύτως στερημένες από στοιχειωδώς στέρεα θεμέλια, αλλά επισώρευσαν και δεινά, στην προοπτική διάρκειας και διαχρονικότητάς τους, πολλαπλάσια από τις πρόσκαιρες απολαύσεις που προσέφεραν.

Παράλληλα, δεν άργησε να γίνει κατανοητό από το μέσο άνθρωπο πως, για το βάθος της κρίσης, την έλλειψη μηχανισμών αντίστασης και τις πολλαπλασιαστικές συνέπειες της μέχρι τότε «χαζοχαρούμενης» δημοσιονομίας και της συνακόλουθης κοινωνικής συμπεριφοράς μας, οι πολιτικές ευθύνες ήταν τεράστιες. Πράγματι οι πάντες –ή, έστω, σχεδόν οι πάντες: με την εξαίρεση κάποιων που επιλέγουν να εθελοτυφλούν- αντελήφθησαν πως, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξε ιστορικώς πρωτόφαντη εισροή κεφαλαίων στον τόπο μας, αυτά, αντί να διοχετευθούν από την πολιτική εξουσία σε παραγωγικούς τομείς με αναπτυξιακές προοπτικές και στοχεύσεις, κατασπαταλήθηκαν, ουσιαστικά με παρότρυνση του πολιτικού συστήματος, στον βασιζόμενο στην υπερκατανάλωση ευδαιμονισμό, σε διαμόρφωση ευρύτερων από ό,τι στο παρελθόν κομματικών πελατειακών δικτύων, σε εξαγορά συνειδήσεων και σε διαφθορά νοοτροπιών.

Οπως όμως ήταν αναπόφευκτο, η ώρα της, έντοκης μάλιστα, πληρωμής του λογαριασμού κάποια στιγμή έφτασε. Ως συνέπεια, αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «εκτίναξη της μαρμίτας», πιθανόν σε μια λογική που οι ψυχολόγοι θα ονόμαζαν «υπεραναπλήρωση» ή «μετάθεση ευθυνών», οδήγησε ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας σε μια βίαιη –και ενίοτε βιαιοπραγούσα- στάση κατά των διαχειρισθέντων δημόσια κεφάλαια και γενικότερα των διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας, ανεξαρτήτως μάλιστα του βαθμού της ευθύνης τους, των σφαλμάτων ή των ιδιοτελειών που θα μπορούσαν να τους καταλογιστούν.

Παράλληλα, ωστόσο, άλλα ενδεχομένως πιο καλλιεργημένα και πιο προβληματισμένα μυαλά στράφηκαν όχι κατά προσώπων, αλλά κατά του πολιτικού συστήματος ως τέτοιου, κατά των θεσμών και των δομών του. Αυτά θεωρήθηκαν ως στοιχεία «εγγενώς» πρόσφορα στην ενθάρρυνση των νοσηρών συμπεριφορών και στον πολλαπλασιασμό των «σπόρων του κακού» που δυνητικά ενυπήρχαν στην ελληνική κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, μάλιστα, ορισμένοι άρχισαν να βάζουν στο στόχαστρο παραδοσιακούς «ελληνικούς» πολιτικούς θεσμούς, όπως είναι για παράδειγμα ο -παραγωγός φαυλότητας, κοινωνικών εξαρτήσεων και εσωκομματικών τριβών- σταυρός προτίμησης, ενώ άλλοι έφτασαν να αναζητούν, ευρύτερα, τον κύριο υπεύθυνο στην ίδια τη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Το οποίο, όπως άρχισαν πλέον αρκετοί να του προσάπτουν, οδηγεί σε μια πολιτική εξουσία ευάλωτη και εύτρωτη, κατά συνέπεια περιδεή, «ευνουχισμένη» και άτολμη, συνήθως επιδιώκουσα το ευχάριστο και όχι το ωφέλιμο, σε κάθε περίπτωση σχεδόν πάντα στρεφόμενη στη διαχείριση του βραχυπρόθεσμου, υποταγμένη ή υποτάξιμη σε ιδιοτελή κέντρα με ισχυρή οικονομική και γνωμοδιαμορφωτική δύναμη, σε μια εξουσία επίσης εύκολα ελέγξιμη από οργανωμένα συμφέροντα καθώς και από ισχυρές συντεχνίες επιρρεπείς στο να προτάσσουν τις προτεραιότητές τους των όποιων ευρύτερων κοινωνικών συμφερόντων. (Συνειδητά και σκόπιμα αποφεύγεται, εν προκειμένω, η διατύπωση «των συμφερόντων του συνόλου», διότι θεωρούμε πως «συμφέροντα του συνόλου» εξ αντικειμένου δεν υπάρχουν, υπάρχουν επιλογές που εξυπηρετούν, άλλοτε άμεσα και άλλοτε σε κάποιο βάθος χρόνου, συμφέροντα μεγαλύτερων ή μικρότερων κοινωνικών υποσυνόλων).

Ως συνέπεια ενός τέτοιου προβληματισμού και της συγκεκριμένης κριτικής προσέγγισης των κοινοβουλευτικών μας θεσμών, αν και πάντα περιθωριακές, δεν είναι πλέον ολοσχερώς αμελητέες οι φωνές που εκφράζονται υπέρ της «εναλλακτικής λύσης» που υπάρχει στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, δηλαδή υπέρ του προεδρικού συστήματος. Αυτό, ως μια σύγχρονη μορφή «μοναρχίας», μιας «μοναρχίας» αιρετής και δημοκρατικής, παρέχει, υποτίθεται, εχέγγυα ασφάλειας, σταθερότητας και δύναμης της πολιτικής εξουσίας, ώστε να ανθίσταται αποτελεσματικότερα στις πιέσεις του μερικού και του συντεχνιακού και να αφιερώνεται πιο απερίσπαστη στην επιδίωξη του μακροπρόθεσμα και ευρύτερα επωφελούς. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν όσοι υιοθετούν τη συγκεκριμένη προσέγγιση, η ασφάλεια, η σταθερότητα και η σχετική έστω χειραφέτηση από το εφήμερο που θα απολάμβανε στο εσωτερικό επίπεδο μια τέτοια εξουσία θα ενδυνάμωνε το κύρος, την αξιοπιστία και, σε τελική ανάλυση, και τη διαπραγματευτική ικανότητα του φορέα της και στο διεθνή χώρο. Στοιχείο ασφαλώς σημαντικό στην «παγκοσμιοποιημένη» εποχή μας. Για όλους αυτούς τους λόγους, σύμφωνα πάντα προς τους κατ’ αυτόν τον τρόπο σκεπτόμενους, μια ενδεχόμενη «προεδρική στροφή» των θεσμών μας, αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η είσοδος στην «4η ελληνική Δημοκρατία», δεν θα αναζωογονούσε μόνο το κοινωνικό ενδιαφέρον για την πολιτική, θα ενεργοποιούσε επίσης τις «ηθικές εφεδρείες» ενός δημοκρατικού πολιτεύματος πολλαπλά απονομιμοπιημένου και λειτουργικά αποδυναμωμένου. Συνοψίζοντας, λοιπόν, και παραφράζοντας ελαφρώς μια φράση του Αλέξανδρου Σβώλου, «κλασική» στην ελληνική συνταγματική επιστήμη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στις ημέρες μας αρκετοί προβληματιζόμενοι πολίτες βλέπουν σε μια ενδεχόμενη στροφή προς την προεδρική δημοκρατία «μια ευφυή διέξοδον δια την εγκοίτωσιν της ακαθορίστου μεταρρυθμιστικής και αντικομματικής-αντιπολιτικής διαθέσεως της κοινωνίας».

Μάλιστα η θετική διάθεση των κατ’ αυτόν τον τρόπο τοποθετούμενων προς το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα σε κάποιο βαθμό ενισχύεται και από την ειδικότερη πολιτική συγκυρία: μέσα από τη σταθερή τάση που καταγράφουν, όλες οι ενδείξεις, όλες οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, όλα τα πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν –με την όποια, σχετική ασφαλώς, αξία τους που προσδιορίζεται από το χαρακτήρα τους ως «φωτογραφικών» σε τελευταία ανάλυση αποτυπώσεων του στιγμιαίου- ότι είναι εξαιρετικά δυσχερές να ξαναπροκύψει στο ορατό μέλλον μονοκομματική κυβέρνηση στον τόπο μας. Τα «βοηθητικά» ή ωθητικά περιθώρια του εκλογικού νομοθέτη φαίνεται πως έχουν πλέον προ πολλού εξαντληθεί. Με τις 50 έδρες «πλειοψηφικό μπόνους» που παρέχει στο πρώτο κόμμα ο ισχύων σήμερα «εκλογικός νόμος Παυλόπουλου», αυτοδυναμία μπορεί να προκύψει, υπό κάποιες προϋποθέσεις, και με εκλογικό ποσοστό πολύ κοντά στο 35%! Και αυτού, όμως, η επίτευξη φαντάζει τη στιγμή αυτή αμφίβολη… Πόσο άλλο να κατεβάσει πλέον το όριο της αυτοδυναμίας ο εκλογικός νομοθέτης; Θα προκύψει τεράστιο πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης, η κυβερνησιμότητα του τόπου θα καταστεί εξαιρετικά αμφίβολη και η περαιτέρω διόγκωση της «πεζοδρομιακής αντιπολίτευσης» πιθανότατη. Αν, όμως, οι πάντες έχουν διαπιστώσει την αβουλία, την πολιτική ατολμία και την παραγωγό απραξίας εξισορροπητική διάθεση των κοινοβουλευτικών κυβερνητών, που πρέπει να συμβιβάζουν εσωκομματικές συγκρούσεις, προσωπικές στρατηγικές και διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες, ο καθένας μπορεί να φανταστεί ποια θα είναι η «τόλμη», η «αποφασιστικότητα», η «συγκρουσιακή διάθεση» προς τους βολεμένους, η «συνοχή» στο πολιτικό της σχέδιο, η «στοχοπροσήλωση» και η «εμμονή» στο πρόγραμμά της μιας συμμαχικής κυβέρνησης, η οποία, πιθανότατα, θα έχει «θεσμοποιημένη» στους κόλπους της –εκτός από τις φυσικές διαφωνίες ως προς τους μεσομακροπρόθεσμους στόχους- και την πολιτική αλληλοϋπονόμευση των συνιστωσών της! Χωρίς, βέβαια, όλα αυτά να σημαίνουν πως ακόμη και μια μονοκομματική κυβέρνηση με εκλογικό ποσοστό κοντά στο 35-36% και οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα ήταν αισθητά πιο λειτουργική και αποτελεσματική.

Επιπρόσθετα, μάλιστα, της εσωτερικής αυτής πολιτικής συγκυρίας, ίσως στις ημέρες μας και η διεθνής να επιβάλλει έναν ευρύτερο προβληματισμό ως προς τη σκοπιμότητα υιοθέτησης προεδρικού συστήματος. Ειδικότερα…

Ο πλανήτης, η ήπειρός μας αλλά και όλες οι χώρες που περιβάλλουν τη μεσογειακή λεκάνη περιδινούνται τελευταία μέσα σε μια κρίση πρωτοφανή, πολύμορφη και πολυεπίπεδη. Τραγικά φυσικά φαινόμενα, παγκόσμιας εμβέλειας και επιπτώσεων, ωθούν την ανθρωπότητα σε μια ενδεχόμενη επαναθεώρηση της στάσης της απέναντι στην οικονομική αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας (με το ζήτημα να τίθεται ιδιαίτερα εμφαντικά στην περιοχή μας λόγω των σχετικών επιλογών του εξ ανατολών γείτονά μας, αλλά και των πεπαλαιωμένων αντιδραστήρων των βόρειων)... Παράλληλα, η είσοδος του αραβικού κόσμου σε εξεγερσιακή φάση –που, βεβαίως, μένει να αποδειχθεί αν αποτελεί «δημοκρατική άνοιξη»- σε συνδυασμό με κάποιες τυχοδιωκτικές επιλογές δυτικών δυνάμεων στην ιδιαίτερα περίπλοκη Λιβύη δημιουργούν νέα, πολύ πιο ρευστά και επικίνδυνα γεωπολιτικά δεδομένα τουλάχιστον για τις παραμεσόγειες χώρες… Τέλος, η παγκόσμια πιστωτική κρίση, η παρεπόμενη ανάδειξη του «εύτρωτου» χαρακτήρα των οικονομιών κάποιων χωρών της ευρωζώνης –μεταξύ αυτών κατεξοχήν της δικής μας- και η συνακόλουθη αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του ευρώ, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα της παγκόσμιας νομισματικής ισορροπίας, όλα αυτά δείχνουν πως ο πλανήτης συνολικά αλλά και η Ελλάδα ιδιαίτερα κράτη βρίσκονται σε μια εξαιρετικά τρικυμιώδη περίοδο. Και αυτό που αρκετοί πλέον θεωρούν ότι χρειάζεται, και σε διεθνές οπωσδήποτε όμως σε εθνικό επίπεδο, είναι πολιτικές εξουσίες ικανές να κάνουν επιλογές και να χαράξουν πολιτικές με συνεκτικότητα, σαφή προσανατολισμό και ξεκάθαρους στόχους, που θα επιτρέψουν στα επιμέρους κράτη, μέσα στην παρούσα θύελλα, να αναδείξουν πειστικά και να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους, έχοντας, ταυτόχρονα, θετική κατά το δυνατόν συμβολή στην αναζήτηση των ευρύτερα ωφέλιμων διεθνών ισορροπιών. Η επίτευξη, όμως, όλων αυτών των στόχων ασφαλώς και προϋποθέτει να υπάρχει ΜΙΑ και μόνο μια –ξεκάθαρη- εθνική φωνή με υψηλή πολιτική νομιμοποίηση που να είναι ταυτόχρονα χειραφετημένη από τις πιέσεις του μερικού και του βραχυπρόθεσμου, αλλά και διασφαλισμένη ως προς την προοπτική παραμονής της στην εξουσία για συγκεκριμένο διάστημα.

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, τα οποία κάποιοι επεξεργάζονται διανοητικά και πολύ περισσότεροι συλλαμβάνουν διαισθητικά, οι διαθέσεις υπέρ του προεδρικού συστήματος, με τα εικαζόμενα προαναφερθέντα πλεονεκτήματά του, φαίνεται πως ενισχύονται, ειδικά στη χώρα μας. Όταν, για παράδειγμα, εδώ και κάποια χρόνια μάλιστα –και πριν η κρίση αναδείξει στο ευρύ κοινό όλες τις αδυναμίες του κοινοβουλευτισμού μας- ο σημερινός υπουργός άμυνας κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είχε ταχθεί υπέρ μιας προεδρικής δημοκρατίας στον τόπο μας, ίσως δεν το έκανε μόνο ως συνταγματολόγος. Αλλά και ως πολιτικός που έβλεπε κάποια κοινωνική διαθεσιμότητα τουλάχιστον να συζητηθεί μια τέτοια μεταρρύθμιση. (Εστω και αν, πιθανώς λόγω αντίδρασης του πολιτικού μικρόκοσμου, στη συνέχεια «ενταφίασε», δια της σιγής και της μη επανόδου, την πρότασή του). Επίσης και σε πρόσφατη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που οργάνωσε το Ελληνοβρετανικό Επιμελητήριο για τη σκοπιμότητα συνταγματικής αναθεώρησης στη χώρα μας, η πρόταση από το βήμα για εισαγωγή προεδρικής δημοκρατίας προκάλεσε το εξαιρετικά θερμό χειροκρότημα μεγάλου μέρους του κοινού.

Ωστόσο η νέα αυτή διανοητική τάση δεν θα έπρεπε, όπως συχνά συμβαίνει με τα καινούργια και τα «άφθαρτα», να οδηγήσει σε μια εξωραϊσμένη προσέγγιση του προβαλλόμενου και συζητούμενου εναλλακτικού αυτού κυβερνητικού μοντέλου. Τα θεσμικά «φάρμακα», όπως ακριβώς και τα κοινά, έχουν και αυτά τις παρενέργειές τους. Για πολλές από τις δυνητικές παρενέργειες και τους κινδύνους που ενδεχομένως θα προέκυπταν από την υιοθέτηση ενός τέτοιου συστήματος –για το οποίο, σημειωτέον, δεν υπάρχει και εξοικείωση των πολιτικών μας δυνάμεων ούτε, βέβαια, της ελληνικής κοινωνίας- θα μπορούσε να μας «υποψιάσει» και μόνη η θεωρητική μελέτη των σύμφυτων προς το χαρακτήρα του θεσμικών ρυθμίσεων και των συνήθων πολιτικών τους παρακολουθημάτων (πχ μονοπρόσωπη διεύθυνση της εκτελεστικής εξουσίας, εκλογικές διαδικασίες πολύ πιο προσωποκεντρικές, μικρότερος εκλογικός ρόλος των κομμάτων και μεγαλύτερος των «προσκείμενων» στους προεδρικούς υποψήφιους χρηματοδοτών, εξουσία σταθερής διάρκειας με τη συνακόλουθη, ενίοτε «κρισογόνο», θεσμική και πολιτική ακαμψία κοκ). Επιπρόσθετα η εμπειρία των χωρών που «γεύτηκαν» ή και εξακολουθούν να εφαρμόζουν τη λεγόμενη «προεδρική δημοκρατία» δεν είναι πάντα καθησυχαστική. «In parliamentary democracies, leadership crises lead to government crises and not, as in presidential systems, to regime crises» («στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, οι κρίσεις ηγεσίας οδηγούν σε κυβερνητικές κρίσεις και όχι, όπως στα προεδρικά συστήματα, σε καθεστωτικές») έγραψε κάποτε ο J. Linz, ένας από τους συστηματικότερους στην παγκόσμια πολιτική φιλολογία μελετητές αυτού του πολιτικού συστήματος. Επομένως, αφού ως λαός κινδυνεύσαμε και εξακολουθούμε να κινδυνεύουμε από τη μακροχρόνια θεσμικοπολιτική μας μακαριότητα και αστοχασιά (ίσως, βέβαια, και αστοχία), δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε ανάλογα επικίνδυνες ατραπούς από έναν ενθουσιώδη, αστόχαστο και ανεπεξέργαστο, μεταρρυθμισμό.

Με στόχο, λοιπόν, να «διαλαγώ» με αυτή τη διάχυτη κοινωνική διάθεση, να αναδείξω τα θετικά του συζητούμενου και από αρκετούς προτεινόμενου προεδρικού συστήματος, αλλά και να προειδοποιήσω για τους κινδύνους που δυνητικά εμπεριέχει, αναφέροντας ταυτόχρονα κάποια θεσμικά «συνοδευτικά» που θα μπορούσαν ίσως να μεγιστοποιήσουν τα μεν περιορίζοντας τους δε, προτίθεμαι σύντομα να δημοσιεύσω στις εκδόσεις Παπαζήση ένα μικρό πόνημα με τίτλο «ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ; Στοχασμοί για μια εναλλακτική θεσμική αρχιτεκτονική». Στο κείμενο αυτό, χωρίς να επιχειρείται μια συνολική αξιολογική αποτίμηση και σύγκριση του προεδρικού συστήματος με το κοινοβουλευτικό –είναι προφανές, άλλωστε, ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του ενός είναι μειονεκτήματα του άλλου και αντιστρόφως, χωρίς κανείς να μπορεί να αποφανθεί για το «καλύτερο» ανεξαρτήτως συνθηκών, συγκυριών, περιβάλλοντος και εποχής- θα προσπαθήσουμε να θέσουμε προς συζήτηση ορισμένες θεσμικές τομές, θεωρητικά «ιδρυτικές» ενός προεδρικού συστήματος. Παράλληλα, δε, αυτές θα τις συνοδεύσουμε και από κάποιες άλλες -παρακολουθηματικές αυτής της μείζονος επιλογής- πολιτικές προτάσεις, συμβατές προς τη φύση του συγκεκριμένου συστήματος και, κατά τη φιλοδοξία μας, διασφαλιστικές της συνοχής του. Προτάσεις, όμως, οι οποίες ταυτόχρονα θεωρούμε πως το εμπλουτίζουν με κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες ικανές να αμβλύνουν τις δυσκαμψίες του, ώστε να ενεργοποιήσουν τα θετικά του στοιχεία χωρίς τις συνήθεις παρενέργειές του. Παράλληλα, τις περισσότερες φορές, σε υποσημείωση κάθε «άρθρου», προστίθεται και μια σύντομη αιτιολογική βάση κάθε προτεινόμενης διάταξης.

Αυτονόητο είναι, βέβαια, πως στο παρόν κείμενο δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν όλες οι πτυχές και οι διαστάσεις της εναλλακτικής θεσμικής «αρχιτεκτονικής» επί της οποίας προβληματιζόμαστε. Στο 1ο παράρτημα που ακολουθεί θα αναπαραγάγουμε κάποιες προτεινόμενες διατάξεις ενός «προεδρικού Συντάγματος», αρκετά ενδεικτικές του συνολικού του πνεύματος. Θα θέλαμε, ωστόσο, να τονίσουμε το πνεύμα και τη στόχευσή τους, η οποία είναι -στην όλως υποθετική και ασφαλώς απίθανη περίπτωση όχι βέβαια που θα υιοθετούνταν αλλά θα αποτελούσαν βάση ενός πολιτικοθεσμικού διαλόγου- η διασφάλιση στην πολιτική εξουσία δύναμης, τόλμης, αλλά και εσωτερικής συνοχής, στοιχείων εξαιρετικά χρήσιμων στην παρούσα εσωτερική και διεθνή πραγματικότητα. Οσον αφορά δε, ειδικότερα, το τελευταίο στοιχείο, αυτό της συνοχής ως παράγοντα της αποτελεσματικότητας της εξουσίας, θεωρούμε σκόπιμο να τονίσουμε πως αυτή δεν συμβαδίζει καθόλου με μια θεσμική και πολιτική ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας –ιδίως δια της άμεσης λαϊκής του νομιμοποίησης- εφόσον δεν φτάσουμε στο καθαρό προεδρικό σύστημα, δηλαδή την κατάργηση της εξάρτησης της εκτελεστικής εξουσίας από την εμπιστοσύνη της νομοθετικής (άρση της κοινοβουλευτικής αρχής). Δυστυχώς, όμως, η πρόταση που όλο και πιο συχνά επανέρχεται στο εθνικό δημόσιο διάλογο –ενδεχομένως επειδή οι προτείνοντες θεωρούν ότι η από το ίδιο το Σύνταγμα προβλεπόμενη αναθεωρητική διαδικασία εμποδίζει την κατάργηση της κοινοβουλευτικής αρχής, παραγνωρίζοντας έτσι ότι οι πιο σημαντικές θεσμικές ρήξεις, και στην Ελλάδα και διεθνώς, κατά κανόνα έγιναν με άσκηση επί της ουσίας πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας- είναι της αντίθετης λογικής: συνήθως υποστηρίζεται, δηλαδή, πως πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να έχει άμεση λαϊκή νομιμοποίηση, παράλληλα δε, προκειμένου να αποτελεί αντίβαρο στην πρωθυπουργική «μονοκρατορία», να ενισχυθεί θεσμικά και πολιτικά με πρόσθετες συνταγματικές αρμοδιότητες. Ορισμένοι, μάλιστα, βλέπουν την ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών μέχρι σημείου που θα δικαιολογούσε ενδεχομένως το χαρακτηρισμό του πολιτικού μας συστήματος ως ημιπροεδρικού (ή πρωθυπουργοπροεδρικού) ή, τουλάχιστον, θα προσέγγιζε αισθητά το συγκεκριμένο μοντέλο. Τίποτε, φοβάμαι, δεν θα ήταν πιο καταστροφικό και πιο «αποδοκιμαζόμενο» από την εμπειρία. Δεν είναι μόνο ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως πχ η Φινλανδία ή η Πορτογαλία, οι οποίες είχαν υιοθετήσει κατά το παρελθόν μια τέτοια θεσμικοπολιτική ισορροπία, κατά τις τελευταίες δεκαετίες την εγκατέλειψαν. Και τα πιο πρόσφατα πολιτικά διδάγματα της εμπειρίας είναι εξαιρετικά εύγλωττα. Πράγματι…

Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι δύο μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η Γαλλία και η Ρωσία, που κινούνται στο ημιπροεδρικό μοντέλο, να μην διαθέτουν πολιτική εξουσία ικανή να παραγάγει συνεκτική πολιτική ούτε στο διεθνή χώρο ούτε καν στον εσωτερικό (κάτι το οποίο αποτελεί, άλλωστε, στοιχείο του «κεφαλαίου» που διαθέτουν οι κυβερνήσεις τους και για την εκτός συνόρων δράση τους). Ειδικότερα…

Στη Γαλλία, την επαύριο του πρώτου γύρου των εκλογών της 20ης Μαρτίου του 2011 για την ανάδειξη τοπικών αρχόντων, το κυβερνητικό κόμμα χρειάστηκε να κάνει επιλογή σε πολλές περιπτώσεις ανάμεσα σε έναν σοσιαλιστή και έναν υποψήφιο υποστηριζόμενο από το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο της «οικογένειας» Λεπέν. Σύμφωνα, λοιπόν, προς δημόσια τοποθέτηση του προέδρου Σαρκοζί οι φιλοκυβερνητικοί ψηφοφόροι θα έπρεπε να αφεθούν χωρίς καθοδήγηση ψήφου και να κάνουν ελεύθερα την επιλογή τους. Ακριβώς αντίθετη υπήρξε η στάση του πρωθυπουργού Φιγιόν, ο οποίος τάχθηκε απερίφραστα υπέρ της γραμμής για καταψήφιση των υποστηριζόμενων από το κόμμα της άκρας δεξιάς. Ουσιαστικά ο πρωθυπουργός έδειξε να εκφράζεται απόλυτα από τη θέση μιας υπουργού του, σύμφωνα προς την οποία «με το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν έχουμε τις ίδιες ιδέες, με το Εθνικό Μέτωπο δεν έχουμε τις ίδιες αξίες» (βλ. εφημερίδα Le Monde, 23.03.2011). Πολύ πιο επικίνδυνη, ωστόσο, για τη συνοχή του πολιτικού της συστήματος και τη διεθνή φερεγγυότητα της χώρας τους υπήρξε η διάσταση, σχετιζόμενη με την εξωτερική πολιτική, ανάμεσα στο ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ και τον πρωθυπουργό Πούτιν. Ο πρώτος στήριξε την επέμβαση των δυτικών στη Λιβύη, ο δεύτερος αντίθετα –με ένα στίγμα πολύ πιο αντιδυτικό και ειδικά πιο αντιαμερικανικό- τη χαρακτήρισε ως «νέα σταυροφορία». Ετσι, όπως στο παρελθόν είχε συμβεί πολλές φορές και με τη γαλλική εξωτερική πολιτική, ιδίως στο μεσανατολικό, η χώρα βρέθηκε στη συγκυρία αυτή να έχει δύο εξωτερικές πολιτικές! Ας σημειωθεί, επιπρόσθετα, ότι και στις δύο αυτά κράτη πρόεδρος και πρωθυπουργός είναι πολιτικοί σύμμαχοι, ανήκουν στην ίδια πολιτική οικογένεια, ο ένας δε υπήρξε επιλογή του άλλου!

Το ερώτημα, λοιπόν, προβάλλει εύλογο και αμείλικτο. Είναι τυχαίο πως οι δύο χώρες οι οποίες, μέσα στην παρούσα τεράστια κρίση που βιώνει ο πλανήτης, αδυνατούν να εμφανίσουν μια κυβερνητική εξουσία συνεκτική και ομόγνωνη, είναι αυτές που έχουν θεσμοθετήσει «δικέφαλη» εκτελεστική εξουσία; Αυτές που έχουν υιοθετήσει το «μπάσταρδο» και προβληματικό «ημιπροεδρικό» σύστημα, το οποίο δυνητικά είναι πάντα κρισογόνο, επειδή εμποδίζει την –καθιστάμενη επιρρεπή στον «στραβισμό»- εκτελεστική εξουσία όχι απλά να βρει τη «σωστή» πολιτική, αλλά και να διαμορφώσει οποιαδήποτε πολιτική που θα της έδινε αποτελεσματικότητα στο εσωτερικό πεδίο και φερεγγυότητα στο διεθνές; Και μήπως τα δεδομένα αυτά αποτελούν μια απάντηση σε όσους, όχι ευάριθμους, ζητούν και στη χώρα μας –με διατήρηση μάλιστα της δομής και του χαρακτήρα του κοινοβουλευτικού συστήματος(!)- να υιοθετηθεί η άμεση από το λαό εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας; Με δύο εξουσιαστικές κεφαλές, που θα έχουν την ίδια νομιμοποιητική βάση, είναι εύλογο να προσδοκάται ότι η όποια συνταγματική οριοθέτηση αρμοδιοτήτων θα αποτρέψει τις κρίσεις; Ειδικά, δε, στην Ελλάδα, όπου η κυβερνητική ομάδα εμφανίζει τόσες εσωτερικές ρωγμές, θα αναβαθμιζόταν η συνεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξουσίας με την προσθήκη ενός νέου ισχυρού εξουσιαστικού πόλου ή αυτή, ως «δίβουλη», θα αποδεικνυόταν ακόμη περισσότερο άβουλη;

Εμείς εκτιμούμε πως οι καιροί προσφέρονται για την αναζήτηση ενός πολιτικού συστήματος και ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο, με πλήρη διατήρηση ασφαλώς της δημοκρατικής φύσης του πολιτεύματος, θα προσέδιδε στην πολιτική εξουσία του τόπου κάτι από τη σταθερότητα, την ασφάλεια και –μέχρι τότε που έχασε την κοινωνική της νομιμοποίηση- την αποτελεσματικότητα που στο παρελθόν προσέφερε στα ισχυρά κράτη η μοναρχική εξουσία. Αυτό λοιπόν το μοντέλο –να το πούμε της περιορισμένης και δημοκρατικά ελεγχόμενης αιρετής «μοναρχίας»- θα μελετήσουμε συστηματικά στο μικρό υπό έκδοση πόνημά μας, με την ελπίδα η «θεσμική αρχιτεκτονική» που εκεί παρουσιάζεται και αναλύεται να μην αγνοηθεί τελείως στη σχετική συζήτηση που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ούτως ή άλλως θ’ ανοίξει σύντομα στον τόπο μας. Κάποιες δε από τις προτάσεις του παρουσιάζουμε στο πρώτο παράρτημα που ακολουθεί. Εναλλακτικά, ωστόσο, -σε περίπτωση που η βούληση του πολιτικού συστήματος και η ενδεχομένη πίεση της κοινωνίας δεν αποδειχθούν επαρκείς για να δρομολογήσουν μια τέτοια «θεσμική υπέρβαση»- προσθέτουμε και ένα δεύτερο παράρτημα με ελάσσονες θεσμικές μεταβολές, συμβατές προς τη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος, οι οποίες ωστόσο μπορούν σε κάποιο βαθμό να ενδυναμώσουν και εκεί την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής εξουσίας, μειώνοντας την παραλυτική επίδραση του φόβου του πολιτικού κόστους και δίνοντάς της ασφάλεια και θεσμικά όπλα για αντίσταση στο συντεχνιακό, το μερικό και το βραχυπρόθεσμα μόνο ευχάριστο ώστε να μπορεί να στραφεί στο γενικότερα και το μακροπρόθεσμα ωφέλιμο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1ο

Κάποιες προτεινόμενες διατάξεις «προεδρικού συντάγματος» Αρθρο Χ Εκτελεστική εξουσία

Η εκτελεστική εξουσία ανήκει στο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την ασκεί δε με την επικουρία του υπουργικού συμβουλίου.

Ο Πρόεδρος υποχρεούται τουλάχιστον δις του έτους να εμφανίζεται ενώπιον του κοινοβουλίου (σε κοινή συνεδρίαση των δύο βουλών), προκειμένου να παρουσιάζει και να εξηγεί τους γενικούς προσανατολισμούς της πολιτικής του, τοποθετούμενος και επί θεμάτων που έχουν θέσει γραπτώς, υπό τις προβλεπόμενες από τους αντίστοιχους κανονισμούς προϋποθέσεις, τα μέλη της Βουλής ή της Γερουσίας.

Ο Πρόεδρος, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο (Πρωθυπουργό) για να τον επικουρεί στο συντονισμό και τον προσανατολισμό του έργου των υπουργών καθώς και τα λοιπά καθήκοντά του.*

Το υπουργικό συμβούλιο, προεδρευόμενο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποτελείται από δέκα κατ’ ανώτατο όριο υπουργούς, τους οποίους διορίζει, συντονίζει και κατευθύνει ο Πρόεδρος ως επικεφαλής αντίστοιχων κύκλων ευθύνης.** Υπάρχει απόλυτο ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικών και κοινοβουλευτικών καθηκόντων.

Ο Πρωθυπουργός, εφόσον υπάρχει, καθώς και οι υπουργοί είναι υπεύθυνοι ενώπιον του Προέδρου και ανά πάσα στιγμή ανακλητοί από αυτόν. Παράλληλα κάθε υπουργός έχει την αποκλειστική ευθύνη της επιλογής και της ανάκλησης των πολιτικών του συνεργατών, αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών, τους οποίους και κατευθύνει στο πλαίσιο των γενικών κυβερνητικών προσανατολισμών.***

Οι τελευταίοι δεν μετέχουν στο υπουργικό συμβούλιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ωστόσο μπορεί να προσκαλέσει κάποιον ή κάποιους εξ αυτών σε συγκεκριμένη συνεδρίαση, εάν πρόκειται να συζητηθεί θέμα της ευθύνης τους ή εφόσον κρίνεται πως η παρουσία τους σε αυτήν επιβάλλεται από σημαντικούς πολιτικούς λόγους.****

* Εχοντας ως μόνη πηγή νομιμοποίησης την προεδρική επιλογή ή εμπιστοσύνη, ο Πρωθυπουργός είναι προφανές πως δεν αλλοιώνει, δια της θεσμικής και πολιτικής του παρουσίας (που είναι καθαρά εκτελεστικού και ουσιαστικά διεκπεραιωτικού χαρακτήρα) τη φύση του συστήματος ως αμιγώς προεδρικού. Εκεί ακριβώς έγκειται η διαφορά με τα ημιπροεδρικά ή και πρωθυπουργοπροεδρικά επονομαζόμενα συστήματα. Σε αυτά ο πρωθυπουργός έχει αυτοτελή πολιτική νομιμοποίηση, βασιζόμενη στη λειτουργία της κοινοβουλευτικής αρχής, διαθέτει θεσμισμένες αρμοδιότητες και ουσιαστικό ρόλο που δεν καταργείται ολοσχερώς ούτε καν στις πιο «προεδρικές φάσεις» αυτών των ερμαφρόδιτων συστημάτων. (Για τα θέματα αυτά βλ Διαμαντόπουλου, Τα πολιτικά καθεστώτα, Δημοκρατίες και απολυταρχίες: οι γρίφοι της εξουσίας, οπ, 2008, σελ. 91επ και 102επ). ** Ο προσδιορισμός, με την προτεινόμενη συνταγματική διάταξη, του ανώτατου αριθμού των μελών του υπουργικού συμβουλίου αποβλέπει στο να διασφαλίσει ένα μίνιμουμ συλλογικότητας στη λειτουργία της κυβέρνησης (και κάποια συνεπεξεργασία της πολιτικής της) σε ένα σύστημα από τη φύση του ιδιαίτερα προσωποκεντρικό. *** Με την πρόβλεψη αυτή επιδιώκεται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές -και του πολιτικού- μάνατζμεντ η κυβερνητική πυραμίδα να οικοδομηθεί πάνω σε επάλληλους κύκλους ευθύνης. Ειδικότερα θεωρείται σκόπιμο ο τομέας εποπτείας του Προέδρου να περιοριστεί σε ανθρωπίνως εφικτά περιθώρια, επίσης δε να διασφαλιστεί η συνοχή της πολιτικής διεύθυνσης κάθε κυβερνητικού τομέα (πχ οικονομίας, κρατικού μηχανισμού και δημόσιας διοίκησης, παιδείας-πολιτισμού-άθλησης, υγείας-πρόνοιας-ασφάλειας κοκ) και να αφαιρεθεί από τους υπουργούς το άλλοθι των «ακατάλληλων» συνεργατών ή μη συνεργάσιμων πολιτικών υφισταμένων. Βεβαίως, ουδείς αυταπατάται πως μια τέτοια συνταγματική πρόβλεψη μπορεί να αφαιρέσει από τον Πρόεδρο ολοσχερώς τα πολιτικά μέσα επίδρασης στις επιλογές ή αντικαταστάσεις κυβερνητικών συνεργατών των υπουργών του. Προσανατολίζει, ωστόσο, τον κύκλο των ευθυνών του στην παροχή των γενικών κυβερνητικών κατευθύνσεων προς τους υπουργούς και την ανθρωπίνως εφικτή άσκηση εποπτείας κυρίως επ’ αυτών. Παράλληλα, ως ευκρινώς συναγόμενο από το όλο πνεύμα της συγκεκριμένης διάταξης, εκρίθη περιττό να αναφερθεί ρητά πως υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της άσκησης κοινοβουλευτικών καθηκόντων και αυτών του αναπληρωτή υπουργού ή υφυπουργού. Επειδή, ωστόσο, στον τόπο μας ακόμη και το αυτονόητο μπορεί να τεθεί υπό αίρεση, ίσως δεν θάταν παράλογη και γι’ αυτούς η ρητή αναφορά του ασυμβίβαστου. **** Η συγκεκριμένη διατύπωση («δεν μετέχουν στο υπουργικό συμβούλιο… μπορεί να προσκληθούν σε συγκεκριμένη συνεδρίαση») επελέγη για να υποδηλώσει ότι οι συγκεκριμένοι κυβερνητικοί παράγοντες, ακόμη και αν προσκληθούν για τους αναφερόμενους λόγους σε κάποια από τις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου, αυτό συμβαίνει κυρίως για να ενημερώνουν τα μέλη του επί θεμάτων της ευθύνης τους ή και για συμβολικούς λόγους, οπωσδήποτε όμως δεν μετέχουν στη διαμόρφωση της συλλογικής θέσης του οργάνου και στη χάραξη της γενικής κυβερνητικής πολιτικής.

Αρθρο Χ+2

Εκλογή Προέδρου Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται άμεσα από το λαό, με σχετική πλειοψηφία, για πέντε έτη την πρώτη Κυριακή του πρώτου Νοεμβρίου μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος Συντάγματος, αναλαμβάνει δε καθήκοντα την πρωτοχρονιά που ακολουθεί.* Για τις επόμενες εκλογές, κατά παρέκκλιση της γενικής αναθεωρητικής διαδικασίας του άρθρου Χ+ψ, με πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου τόσο των βουλευτών όσο και των γερουσιαστών, μπορεί να προβλεφθεί πως για την ανάδειξη Προέδρου θα απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία των εγκύρως ψηφιζόντων πολιτών, επιτρεπομένης της υιοθέτησης τόσο του συστήματος της επαναληπτικής εκλογής (δευτέρου γύρου) μεταξύ των δύο προπορευομένων στον πρώτο γύρο όσο και αυτού της μεταφερόμενης (ή εναλλακτικής) ψήφου.** Ουδείς επιτρέπεται να εκλεγεί πρόεδρος για περισσότερες από δύο συνεχόμενες θητείες, ακόμη και εάν η μια εξ αυτών δεν είναι πλήρης.*** Δικαίωμα να είναι υποψήφιος πρόεδρος έχει οποιοσδήποτε προτείνεται από τουλάχιστον το 1% των μελών ενός σώματος συγκροτούμενου από όσους είναι ή έχουν διατελέσει κατά την τελευταία δεκαετία βουλευτές, γερουσιαστές, περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες ή δήμαρχοι πόλεων υπερβαινουσών τους 30000 δημότες.**** Το ίδιο δικαίωμα έχει επίσης οποιοσδήποτε προτείνεται από τουλάχιστον 150000 εκλογείς, σύμφωνα με διαδικασία που θα ορίσει νόμος ψηφιστέος εντός διμήνου από της εκλογής του πρώτου κοινοβουλίου σύμφωνα προς τις διατάξεις του παρόντος.***** * Ο λόγος που για τις πρώτες προεδρικές εκλογές υιοθετείται το σύστημα της σχετικής πλειοψηφίας –αλλά και προβλέπεται αυξημένη πλειοψηφία για να μεταβληθεί στο μέλλον το συγκεκριμένο σύστημα- είναι πως με αυτό αποδυναμώνεται η «δύναμη εκβιασμού» των μικρών και περιθωριακών πολιτικών δυνάμεων, το δε εκλογικό σώμα ωθείται σε πιο υπεύθυνες επιλογές, εκλογική συμπεριφορά που θα μπορούσε να συμβάλει στην κοινωνική νομιμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος χωρίς ιστορικές ρίζες στον τόπο μας, όπως είναι το προεδρικό. Ολες, άλλωστε, οι συγκριτικές μετρήσεις έχουν δείξει ότι όταν η προεδρική εκλογή γίνεται με σχετική πλειοψηφία, με δεδομένη την αναπόφευκτη στην περίπτωση αυτή εξ αρχής «συγκέντρωση» και των υποψηφιοτήτων και των ψήφων, ο εκλεγόμενος παίρνει πολύ υψηλότερο κατά μέσο όρο ποσοστό από τις αρχικές προτιμήσεις που παίρνει ο τελικός νικητής στα συστήματα εκλογής με απόλυτη πλειοψηφία (βλ. συγκριτικά συμπεράσματα σχετικών ερευνών στο Shugart και Carey, Presidents and Assemblies: Constitutional Design and Electoral Dynamics, εκδ. Cambridge University Press, Cambridge, 1992, σελ. ). Ακραίο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ που στο δεύτερο γύρο των εκλογών του 2002, με αντίπαλο τον Λεπέν, πήρε ποσοστό κοντά στο 82%, είχε προτιμηθεί στον πρώτο γύρο από περίπου 19% των ψηφοφόρων συμπατριωτών του. Μάλιστα, κάποιοι έφτασαν να χαρακτηρίσουν τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών ως «γύρο της πλάκας», επειδή η κοινωνική συνείδηση ότι σε αυτόν δεν εκλέγεται πρόεδρος αλλά γίνεται απλά μια προεπιλογή υποψηφίων ωθεί αρκετούς εκλογείς σε ψήφο διαμαρτυρίας, έκφρασης μια πολύ ειδικής προτίμησης ή ακόμη και διακωμώδησης της όλης διαδικασίας. Αντίθετα, όταν προβλέπεται εκλογή του σχετικά πλειοψηφούντος στον ένα και μοναδικό γύρο των εκλογών, το ποσοστό του εκλεγόμενου σπανιότατα είναι κάτω του 45%, κατά μέσο όρο δε αγγίζει το 49% (στο ίδιο). ** Ο λόγος που επιλέγεται να γίνει συγκεκριμένη αναφορά σ’ αυτές τις δύο συνηθέστερες –ουσιαστικά τις μόνες λειτουργικές εφόσον πρόκειται για άμεση εκλογή από το λαό- μεθόδους επίτευξης της απόλυτης πλειοψηφίας είναι, σε περίπτωση που στο μέλλον η κοινωνική, πολιτική ή δημοσιογραφική πίεση καταστήσουν αναπόφευκτη μιας τέτοια εξέλιξη, να διεξαχθεί μια ευρεία ενώπιον της κοινωνίας συζήτηση για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της καθεμιάς τους. Σημειωτέον πως η σύγκρισή τους γίνεται μόνον υποτυπωδώς –σήμερα, δε, θα έλεγα: και όχι ιδιαίτερα επιτυχώς- στο μοναδικό ίσως στην ελληνική βιβλιογραφία έργο που τις αναλύει κάπως εμπεριστατωμένα, δηλαδή στο δικό μου για τα εκλογικά συστήματα (βλ Θ. Διαμαντόπουλος, Εκλογικά συστήματα, Θεωρία και πρακτικές εφαρμογές: Ανάδειξη κοινοβουλίων και Προέδρων Δημοκρατίας-Συγκριτική προσέγγιση, εκδ. Πατάκη, 4η έκδοση, Αθήνα, 2004). *** Προσωπική μου άποψη είναι πως, ως προς το ζήτημα της επανεκλογιμότητας του Προέδρου, προκριτέο θα ήταν ο εξερχόμενος κάτοχος του αξιώματος να μην είναι ποτέ άμεσα επανεκλόγιμος (ρύθμιση που υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε σε κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής όπως τη Βραζιλία και παλαιότερα την Αργεντινή). Και τούτο διότι άμεση επανεκλογιμότητα ωθεί συχνά τους φορείς του αξιώματος σε πολιτικές επιλογές βραχυπρόθεσμες και προσανατολισμένες στη διασφάλιση της επανεκλογής τους. Πλήρης, δε, απαγόρευση επανεκλογής του στο μέλλον -μετά από μια θητεία, όπως στο Μεξικό, ή δύο, όπως πχ στις ΗΠΑ- καθιστά τον Πρόεδρο, και κυρίως τους πολιτικούς του συνεργάτες, προς το τέλος της θητείας αδιάφορους για παραγωγή επίμοχθου πολιτικού έργου. Ενώ η χωρίς περιορισμούς ως προς τον ανώτατο αριθμό θητειών επανεκλογιμότητα, που δεν επιτρέπεται ωστόσο να είναι άμεση (με την έννοια της απαγόρευσης δύο συνεχόμενων θητειών) υποτίθεται ότι προσανατολίζει τον «αιρετό μονάρχη» σε παραγωγή έργου που δεν υπαγορεύεται από εκλογικίστικα κίνητρα και δεν απευθύνεται σε στοχευμένες εκλογικές πελατείες, απαιτεί αντίθετα μια χρονική ωρίμανση για την καρποφορία του και είναι μεσομακροπρόθεσμα πιο ωφέλιμο για τον τόπο. Ωστόσο στη θεσμική μας πρόταση αναφέρουμε δυνατότητα δύο συνεχών θητειών για δύο λόγους: και γιατί η μη επανεκλογιμότητα ενός δημοφιλούς Προέδρου έχει, στις χώρες όπου ίσχυσε, δημιουργήσει κάποιες φορές προβλήματα. Και γιατί, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν λογικό και σκόπιμο να υιοθετηθεί θητεία χρονικά πιο επιμηκυμένη, προκειμένου να υπάρχει επαρκής χρόνος για να εναποτεθεί το αποτύπωμα μιας πολιτικής, κάτι που θα καθιστούσε πρακτικά αδύνατον το σύγχρονο των προεδρικών με τις κοινοβουλευτικές εκλογές (ένα εξαιρετικά μακρόβιο κοινοβούλιο με θητεία σταθερής διάρκειας θα έχανε πιθανότατα προς το τέλος την κοινωνική του νομιμοποίηση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ενισχύεται ενδεχομένως η «πεζοδρομιακή αντιπολίτευση»). **** Η συγκεκριμένη περιοριστική προϋπόθεση για την υποβολή προεδρικής υποψηφιότητας προκρίνεται και προτείνεται αφενός μεν για να περιοριστεί ο αριθμός των γραφικών και προκλητικών περιπτώσεων, που θα ευτέλιζαν τη διαδικασία, καθώς και όσων θα αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην πρόκληση θορύβου, συχνά μέσα από την προβολή εξαιρετικά εξειδικευμένων θεμάτων (πχ δικαιώματα ομοφυλοφίλων), αφετέρου δε για να διευκολυνθεί η εμβάθυνση του πολιτικού διαλόγου και η πρόσληψη από τους πολίτες των διαφορών και των προτεραιοτήτων των επιμέρους προτάσεων. Παράλληλα τα προεδρικά συστήματα έχουν χαρακτηριστεί, από έναν παλιό αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, ως «self-nominations systems» και οι διεκδικητές της κορυφής της εξουσίας σε αυτά θεωρούνται περισσότερο «προϊόντα επικοινωνιακά» μάλλον παρά πολιτικά: κάποιος ευφραδής, με κεφάλαια και έλεγχο μέσων του Τύπου ή έστω πρόσβαση στους γνωμοδιαμορφωτικούς μηχανισμούς θα μπορούσε να εμφανιστεί ως σοβαρή υποψηφιότητα, έστω και αν δεν έχει ούτε καν υποτυπωδώς δοκιμαστεί στις πολιτικές διαδικασίες και δεν έχει γίνει στοιχειωδώς αποδεκτός από το πολιτικό σύστημα. Η προτεινόμενη, ως προϋπόθεση καθόδου κάποιου σε προεδρική εκλογή, αποδοχή και στήριξή του από ένα ελάχιστο τμήμα του πολιτικού κόσμου θεωρείται πως θα μπορούσε να διασφαλίσει κάποιο «φιλτράρισμα» και προαξιολόγηση των υποψηφιοτήτων, χωρίς να οδηγεί σε διευκόλυνση του πολιτικού φατριασμού αλλά ούτε σε παρεμπόδιση της εμφάνισης υποψηφίων που έχουν κάποια, όχι περιθωριακή, πολιτική δυναμική και κοινωνική στήριξη. Βεβαίως, με δεδομένο πως οι θεσμοί του περιφερειάρχη και του αντιπεριφερειάρχη είναι δημιούργημα του κοινού νομοθέτη, που θα μπορούσαν ίσως να καταργηθούν στο μέλλον από αυτόν αντικαθιστάμενοι από κάποιον άλλο θεσμό, ενδεχομένως –για να μην υποστηριχθεί ότι τους δίδεται a posteriori συνταγματική υπόσταση και κατοχύρωση- θα ήταν σκόπιμο να υιοθετηθεί μια πιο «ουδέτερη» ή γενική διατύπωση του τύπου «Δικαίωμα να είναι υποψήφιος Πρόεδρος έχει οποιοσδήποτε προτείνεται από τουλάχιστον το 1% ενός σώματος συγκροτούμενου από όσους είναι ή έχουν διατελέσει κατά την τελευταία δεκαετία βουλευτές, γερουσιαστές ή, ως μονοπρόσωπα όργανα, αιρετοί παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης σε αυτοδιοικητικές μονάδες όπου ψηφίζουν τουλάχιστον 30000 εκλογείς». ***** Παρά την αιτιολόγηση που προβάλαμε για την πρόταση του αμέσως προηγουμένου εδαφίου του παρόντος άρθρου –δηλαδή ένα είδος «κοοπτάτσιας» των προεδρικών υποψηφίων από την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα- θεωρούμε ωστόσο πως σε μια προεδρική δημοκρατία, η οποία από τη φύση της βασίζεται στην άμεση σχέση αιρετού εξουσιαστή και λαού, δεν θα έπρεπε να εμποδιστεί πλήρως η κάθοδος στις εκλογές κάποιου, ενδεχομένως πλήρως στερούμενου ερεισμάτων στο πολιτικό σύστημα, πλην όμως με αδιαμφισβήτητη απήχηση σε ένα όχι αμελητέο τμήμα του εκλογικού σώματος. Η απαίτηση 150000 «προτεινουσών» υπογραφών σε ένα εκλογικό σώμα σαν αυτό της χώρας μας –περίπου το 2% των ψηφιζόντων ή το 1,5% των εχόντων το σχετικό δικαίωμα- παρέχει, θεωρούμε, επαρκή εγγύηση πως δεν θα πρόκειται για γραφική ή περιθωριακή υποψηφιότητα, ενώ υποδηλώνεται έτσι και ο συνταγματικός σεβασμός προς την «αυτενεργούσα κοινωνία». Καθαίρεση Προέδρου Εφόσον το προβλεπόμενο στο άρθρο Χ+ν του παρόντος Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι ο Πρόεδρος παραβιάζει εκ προθέσεως τη συνταγματική νομιμότητα μπορεί να ζητήσει από τη Βουλή την καθαίρεσή του. Την ίδια πρόταση, με πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της, μπορεί να κάνει και η Γερουσία, εφόσον κρίνει ότι η προεδρική πολιτική παραβλάπτει σημαντικά τα μεσομακροπρόθεσμα συμφέροντα του τόπου. Στις περιπτώσεις αυτές η Βουλή, επιλαμβανόμενη σχετικά, μπορεί να καθαιρέσει τον Πρόεδρο με πλειοψηφία των 3/5 του συνόλου των μελών της.* Σε περίπτωση που η πρόταση καθαίρεσης προέρχεται από τη Γερουσία, μπορεί να αφορά και στον Αντιπρόεδρο, οπότε η Βουλή μπορεί να καθαιρέσει και τους δύο με μια ενιαία ψηφοφορία, εφόσον η σχετική πρόταση υπερψηφιστεί τουλάχιστον από τα 2/3 του συνόλου των βουλευτών.** Στην περίπτωση αυτή διεξάγονται προεδρικές εκλογές για το υπολειπόμενο μόνο μέρος της προεδρικής θητείας.***

Η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται επίσης σε κάθε περίπτωση που προκύψει ανάγκη αντικατάστασης του φορέα του προεδρικού αξιώματος σε στιγμή που, για οποιονδήποτε λόγο, δεν υπάρχει Αντιπρόεδρος. Σε μια τέτοια περίπτωση, έως την ανάδειξη νέου Προέδρου, προεδρικά καθήκοντα ασκεί ο Πρόεδρος της Γερουσίας, αυτού δε κωλυομένου ο Πρόεδρος της Βουλής. *Με την πρόβλεψη αυτή επιδιώκεται η ασφάλεια εξουσίας που εκ της φύσεώς του παρέχει το προεδρικό σύστημα (προκειμένου η εκτελεστική λειτουργία να μπορεί να ανθίσταται αποτελεσματικότερα στις κάθε λογής πιέσεις επιμέρους ομάδων και συμφερόντων) να μην οδηγεί σε –δυνητικά «κρισογόνο»- απόλυτη θεσμική ακαμψία. Κρίνεται, επομένως σκόπιμο να δημιουργηθούν κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες ώστε, σε περιπτώσεις θεσμικών εκτροπών ή ακραίων οιονεί «μοναρχικού τύπου» πολιτικών συμπεριφορών καθώς και επιλογών της εκτελεστικής εξουσίας που δεν διαθέτουν ούτε ένα ελάχιστο κοινωνικής συναίνεσης, να υπάρχει μια εξαιρετική δυνατότητα ενός επίσης λαϊκά νομιμοποιημένου οργάνου να δρομολογεί και να αποφασίζει την έκπτωση και αντικατάσταση του κεντρικού πυλώνα της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτονόητα, ωστόσο, αυτή η διαδικασία προβλέπεται να μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με μια ειδική, αυξημένη, πλειοψηφία, ώστε να είναι προφανές πως πρόκειται για ένα έσχατο μέσο άμυνας του συστήματος σε περίπτωση πλήρους πολιτικής εμπλοκής και προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία εντονότατων συγκρουσιακών καταστάσεων (με πιθανή εμπλοκή και της κοινωνίας), όχι δε για εισαγωγή της, ασύμβατης προς τη φύση του προεδρικού συστήματος, κοινοβουλευτικής αρχής. ** Η πρόβλεψη αυτή κρίθηκε σκόπιμη για να υπάρχει μια διέξοδος στην περίπτωση που η εναντίωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας προς την προεδρική πολιτική είναι απόλυτη, με αποτέλεσμα να θεωρείται δύσκολη η συνεργασία του δεδομένου Κοινοβουλίου ακόμη και με τον Αντιπρόεδρο. Αυτός, ως επιλογή του Προέδρου και εκλεγείς σε ενιαίο ψηφοδέλτιο με αυτόν βάσει, λογικά, μιας κοινής πολιτικής πρότασης και πλατφόρμας, είναι ενδεχόμενο να κριθεί ότι δεν παρέχει εχέγγυα ουσιαστικής διαφοροποίησης από την αποδοκιμασθείσα, με τόσο μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, κυβερνητική πολιτική. ***Δεδομένης της εύλογης προσδοκίας πως προσφυγή στη διαδικασία του συγκεκριμένου άρθρου μπορεί να προκύψει μόνο εξαιρετικά σπάνια, κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταραχθεί η κανονικότητα του πολιτικού κύκλου.

Προτεινόμενες μεταβολές εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος

  • Εισαγωγή παραλλαγής του γερμανικού εκλογικού συστήματος με απόλυτη κατάργηση του σταυρού προτίμησης.
  • Υιοθέτηση πενταετούς κοινοβουλευτικού βίου, προκειμένου να επιμηκυνθεί ο εκλογικός κύκλος και συνακόλουθα να περιοριστούν οι αρνητικές του επιπτώσεις στη λειτουργία της οικονομίας.
  • Παροχή στου εκλογείς δυνατότητας «διασταύρωσης-μείξης» των κομματικών ψηφοδελτίων στις ευρωεκλογές (ή, κάτι που είναι περίπου ισοδύναμο, δυνατότητα διακομματικής σταυροδοσίας των υποψήφιων ευρωβουλετών), ώστε να μην προσφέρονται οι εκλογές αυτές για αποδοκιμασία –και επομένως πολιτικό «ευνουχισμό» της κυβέρνησης.
  • Απεμπλοκή της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από το ενδεχόμενο πρόκλησης πρόωρων εθνικών εκλογών. Για το τελευταίο αυτό είχαμε προτείνει μια ρύθμιση η οποία, ενώ ουσιαστικά θα απέκλειε το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών λόγω αδυναμίας ανάδειξης Προέδρου, δεν θα αναιρούσε ωστόσο την, απολύτως συμβατή προς τη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος, υπερκομματική εκλογή και λειτουργία του φορέα του αξιώματος-ρυθμιστή του πολιτεύματος. (Για τις σχετικές προτάσεις, τη θεωρητική τους επεξεργασία και την αιτιολογική τους βάση βλ. Μαρίνου-Διαμαντόπουλου-Εφραίμογλου-Καζάκου-Τήνιου, Συνταγματική Αναθεώρηση: Για ανταγωνιστική οικονομία σε ένα κοινωνικό κράτος δικαίου, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα, 2007, σελ. 64επ, 69επ, 73επ και Διαμαντόπουλου, Τα πολιτικά καθεστώτα, Δημοκρατίες και απολυταρχίες: οι γρίφοι της εξουσίας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2008, σελ. 85επ καθώς και του ίδιου, Ο νέος εκλογικός νόμος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2009)

Απαντήστε στο tvxs: Εσείς από ποιον θα θέλατε να ακούσετε τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα; Στείλτε μας τις προτάσεις σας στο info@tvxs.gr με θέμα «Για το Τι πρέπει να κάνουμε;».