Η επιχείρηση στην Κύπρο το 1974 αποτέλεσε και ένα σημείο καμπής για τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.

Άρθρο του Mehmet Ali Birand στην Posta

Η Τουρκία την περίοδο των ετών 1950 – 1960, κυρίως από την άποψη των εξωτερικών της σχέσεων, ζούσε σε ένα ονειρεμένο κόσμο. Πιστεύαμε ότι όλοι μάς αγαπούν και ότι ήμασταν η πλέον σημαντική χώρα του κόσμου.

Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις [ΤΕΔ] αποτελούσαν μια ισχυρή δύναμη, κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει μπροστά τους και χάρη σε αυτές είχαμε προστατευθεί από τη σοβιετική κατοχή της Ευρώπης.

Ξαφνικά, όμως, στις 20 Ιουλίου 1974 οι ΤΕΔ με δύο απόπειρες έβαλαν στο χέρι τη μισή Κύπρο. Το αιτιολογικό ήταν σύμφωνο με τους διεθνείς όρους. Το πλέον σημαντικό όμως ήταν οι συγκυρίες, οι οποίες και αυτές ήταν υπέρ της Τουρκίας. Οι εθνικιστές Ε/κ πυρπολώντας τα τουρκικά χωριά δημιούργησαν και το κατάλληλο περιβάλλον. Επειδή συνέφερε την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, για διαφορετικούς λόγους την κάθε μια, οι ΤΕΔ αποβιβάστηκαν στο νησί.

Βεβαίως, γνωρίζετε ότι η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ. Η κατοχή είναι εύκολο πράγμα. Το πλέον σημαντικό, όμως, είναι να κάνετε ειρήνη εξασφαλίζοντας και το ποθούμενο αποτέλεσμα. Όμως, την πλευρά αυτή δεν την καταφέραμε. Εμείς με την κατοχή νομίσαμε ότι θα μπορούσαμε να καθίσουμε πάνω στο μισό νησί. Οι Ελληνοκύπριοι πάλι νόμιζαν ότι, αν αντέξουν μακροπρόθεσμα, θα μπορέσουν να πάρουν πίσω όλο το νησί.

Και οι δύο πλευρές έπεσαν έξω. Εμείς μαζί με την επιχείρηση ανοίξαμε τα μάτια μας και στον πραγματικό κόσμο. Λόγω του ότι δεν μπορέσαμε να παίξουμε το παιχνίδι καλά, τιμωρηθήκαμε με οπλικό εμπάργκο από το μεγαλύτερό μας σύμμαχο, τις ΗΠΑ. Παράλληλα, μείναμε και υπό την πίεση σχεδόν κάθε διεθνούς οργανισμού. Μας χτύπησαν σαν το χταπόδι. Είδαμε ότι οι παλιοί φίλοι, όταν αλλάξουν οι όροι, μπορούν να ξεχάσουν τις παλιές υποσχέσεις τους.

Οι σχέσεις μας με την Ευρώπη φράκαραν. Ευκαιρίας δοθείσης, η αρμενική οργάνωση ΑΣΑΛΑ, δολοφονώντας τους διπλωμάτες μας, για πρώτη φορά με αιματηρό τρόπο πρόβαλε στον κόσμο το θέμα της γενοκτονίας. Όμως, και οι Ελληνοκύπριοι, παρ` όλες τις αντιστάσεις τους, αλλά και την επιμήκυνση του προβλήματος, δεν κατάφεραν να κάμψουν την Τουρκία. Έτσι, μια περίοδος 36 ετών, με ανόδους και καθόδους, έμεινε πίσω.

Ίσως, ορισμένοι να μην το έχουν αντιληφθεί. Όμως, οι θέσεις στο τραπέζι άρχισαν να αλλάζουν. Η Τουρκία είδε ότι έχασε. Τώρα η σειρά είναι στους Ελληνοκύπριοι. Στη σκακιέρα του παιχνιδιού της Κύπρου η πλευρά, η οποία είδε πρώτη τις πραγματικότητες, ήταν η Τουρκία. Είδε ότι με την πολιτική της μη λύσης, με τα ταμπού, αλλά και με τα αβάσιμα συνθήματα, δεν μπορούσε να έχει κανένα αποτέλεσμα. Στην πορεία της χώρας προς την Ε.Ε., λέγοντας «ναι» στο σχέδιο Ανάν, ο Ερντογάν κατεδάφισε και ένα σημαντικό ταμπού.

Όμως, αυτή τη φορά οι Ελληνοκύπριοι έπεσαν έξω στους λογαριασμούς τους. Άρχισαν να χρησιμοποιούν λανθασμένα «το καθεστώς του πλήρους μέλους», που τους παραχώρησε η Ευρώπη και μετά το μετάνιωσε.

Υπολόγιζαν ότι η Τουρκία, προκειμένου να καταστεί πλήρες μέλος της Ε.Ε., στο τέλος θα έκανε και τις αναγκαίες υποχωρήσεις στην Κύπρο. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να αντιστέκονται στις συνομιλίες. Όμως, υπάρχει και ένα σημείο, το οποίο δεν λογαριάζουν. Η Άγκυρα, όσο δεν μπορεί να αποκτήσει αυτό το οποίο αναμένει από την Ε.Ε., δεν πρόκειται να δώσει την έγκρισή της για μια λύση στην Κύπρο.

Εν περιλήψει, εδώ και 36 χρόνια οι Ελληνοκύπριοι είχαν δημιουργήσει μια υπόθεση η οποία έλεγε: «Εάν η Τουρκία θέλει να προχωρήσει στην Ευρώπη, πρέπει να συμφωνήσει με τους Ελληνοκύπριους». Η Ευρώπη υποστήριξε την προσέγγιση αυτή.

Σήμερα, όμως, η υπόθεση αυτή έχει αντιστραφεί. Η Τουρκία στέλνει το εξής μήνυμα: «Εάν οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν τη λύση, τότε να ανοίξει ο δρόμος της Τουρκίας προς την Ευρώπη». Όμως, κάτι τέτοιο δεν ενδιαφέρει καν την Ευρώπη.

Οι Ελληνοκύπριοι φίλοι μας ίσως να μην το έχουν αντιληφθεί, χάνουν όμως το τρένο. Ενώπιόν μας έχουμε τρία σενάρια:

• Όσο η Τουρκία μένει εκτός Ε.Ε., στην Κύπρο δεν θα υπάρξει λύση. Η Τουρκία στην περίπτωση αυτή θα αρχίσει τις εργασίες αναγνώρισης και ένα θεωρείται βέβαιο, ότι σε βάθος χρόνου θα αυξηθεί και ο αριθμός των χωρών, οι οποίες θα αναγνωρίσουν την “ΤΔΒΚ”.

• Σε περίπτωση κατά την οποία ανοίξει ο δρόμος για την πλήρη ένταξη της Τουρκίας, και μια λύση η οποία θα μείνει στο τελευταίο λεπτό δεν πρόκειται να καλύψει τις προσδοκίες ούτε των Ελληνοκύπριων, ούτε των “Τούρκων”.

• Το πλέον ευφυές είναι να βρεθεί μια λύση μέχρι το 2013. Το σχέδιο Ανάν έχει ετοιμάσει το ανάλογο υπόβαθρο. Αυτό, που πρέπει να γίνει από τούδε και στο εξής, είναι η εξεύρεση της κοινής συνιστώσας με αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Το αποτέλεσμα: Η γενική τάση των Ελληνοκύπριων είναι να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη την Κύπρο. Εάν αυτό δεν υλοποιηθεί, θα συνεχισθεί η υφισταμένη κατάσταση. Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την πραγματικότητα αυτή.

Ακόμη είναι σαν να ακούω όσα μου είχε πει ένας Ελληνοκύπριος φίλος μου: «Εμείς δεν θέλουμε να ζήσουμε μαζί με τους Τούρκους και να μοιραστούμε την Κύπρο. Την ημέρα εμείς να πηγαίνουμε στο βορρά και αυτοί να περνούν στο νότο. Όμως, όταν βραδιάσει, όλοι να επιστρέφουν στα δικά τους σπίτια. Οι Τούρκοι ας ζήσουν στις δικές τους περιοχές. Όμως, να μην συμμετέχουν στη διοίκηση της χώρας».

Η κατάσταση, λοιπόν, είναι ξεκάθαρη. Οι Ελληνοκύπριοι θέλοντας ή μη διχοτομούν την Κύπρο. Παράλληλα, οδηγούνται στο να χάσουν για πάντα και το βορρά. Αυτός είναι ο απολογισμός των 36 ετών.