Λίγο μετά τις 9.00 το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου 2008, ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε από ειδικό φρουρό των δυνάμεων καταστολής στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Μεσολογγίου, στα Εξάρχεια. Την ίδια νύχτα ξέσπασαν ταραχές και συγκρούσεις με την αστυνομία που σταδιακά επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και έμελλε να διαρκέσουν για περισσότερο από τρεις εβδομάδες. Γεγονότα όπως αυτά του ελληνικού Δεκέμβρη εκλαμβάνονται κατά κανόνα ως απλές εκδοχές ενός αδιαφοροποίητα «βίαιου» ρεπερτορίου συλλογικής δράσης. Όμως ο ελληνικός Δεκέμβρης δεν ήταν απλώς αυτό αλλά μια ειδική –και ως τα σήμερα θεωρητικά αδιερεύνητη— διεκδικητική μορφή που αποκαλούμε εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις. Σε άλλο μας κείμενο[1] έχουμε καταπιαστεί διεξοδικά τόσο με την εννοιολόγησή της —επισημαίνοντας πως κρίσιμος διαφοροποιητικός παράγοντας αποτελεί η διάχυση των συγκρουσιακών δράσεων σε ακτίνα πολύ μεγαλύτερη από την εστία της αρχικής τους ανάληψης— όσο και με τις συγκινησιακές και χρονικές της προϋποθέσεις. Στόχος μας εδώ αποτελεί η ανάδειξη της χωρικής διάστασης, παραμελημένης και αυτής όσο και οι προηγούμενες, όμως εξίσου σημαίνουσας.

Χώρος και συλλογικές δράσεις: ένας άγνωστος

Σπάνια συνειδητοποιούμε την κρισιμότητα της χωρικής διάστασης στη συγκρουσιακή πολιτική, ιδιαίτερα σε πυκνές συγκυρίες όπως αυτές των εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση για μια επαρκή ερμηνεία και επεξήγησή τους αποτελεί η ενδελεχής αποτίμηση της ειδικής επενέργειας του χώρου: για να κατανοήσουμε τις εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις απαιτείται και χωρική ανάλυση. Πανταχού παρούσα και αναπόδραστη συμπεριφορική διάσταση, ο χώρος αποτελεί κρίσιμο πόρο προς κινητοποίηση για την ανάληψη και ευόδωση μαχητικών συλλογικών δράσεων. Η ενεργός συγκρότηση χωρικών σημείων αναφοράς-πεδίων πυκνής συνύπαρξης επικουρεί τη συλλογική ανάταση που απαιτείται ώστε οι συγκρουσιακοί διεκδικητές να υπερνικήσουν το κόστος συμμετοχής σε εκ του σύνεγγυς συγκρούσεις με υλικά υπέρτερες δυνάμεις καταστολής, ενώ παράλληλα συμβάλλει στον ανεφοδιασμό της συγκρουσιακής ενέργειας μέσα από τη συγκρότηση διακριτών διεκδικητικών milieu. Οι τόποι αυτοί διευκολύνουν την πολιτική επικοινωνία συρρικνώνοντας τον χωροχρόνο, διευκολύνουν την επαφή ανάμεσα σε εξεγερσιακά φυσικά πρόσωπα και ομάδες ενισχύοντας τη μεταξύ τους αλληλεγγύη και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να αναδυθούν χωρικά προσδιοριζόμενες κουλτούρες διαμαρτυρίας.

Είναι όμως απαραίτητο να τονιστεί ότι ο χώρος δεν αποτελεί «ανεξάρτητη μεταβλητή» —παράγοντα προδιαγεγραμμένης επεξηγηματικής ισχύος εν τη απουσία ειδικών ανθρώπινων δράσεων. Αν και προφανώς εγγενής σε κάθε μορφή και όψη κινητοποίησης, ο χώρος συνιστά διάσταση που κατ’ εξοχήν «κατασκευάζεται» από εμπρόθετες πολιτικές δράσεις που αναλαμβάνονται τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της έκρηξης εξεγερσιακών δράσεων. Υπό την άποψη αυτή ο χώρος μπορεί να θεωρηθεί ότι επικουρεί —δεν αρκεί από μόνος του για να «εξηγήσει»— την εκδήλωση εξεγερσιακών συλλογικών δράσεων. Προϋπόθεση ώστε ο χώρος να επενεργήσει ως εξεγερσιακός πόρος είναι η ενεργός σημασιοδότησή του από δίκτυα συγκρουσιακών δρώντων: η αξιακή διεκδίκησή του σε αντιπαράθεση με αντίπαλες αναπαραστάσεις και πλαισιώσεις (π.χ. εξεγερσιακοί τόποι ως προμαχώνες αντίστασης vs. πηγές κοινωνικής ανομίας). Προκειμένου να επέλθουν συγκρουσιακά ευμενείς χωρικές επιδράσεις, απαιτούνται χωρικές δράσεις.

Μεταξύ άλλων, οι δράσεις αυτές περιλαμβάνουν την παγίωση χωρικών συνηθειών, οσοδήποτε άτυπων ή χαλαρών: λειτουργία ειδικών χώρων κοινωνικής συνεύρεσης όπου τα μέλη πολιτικών ομάδων μεταφέρουν τις συζητήσεις τους μετά το πέρας κανονισμένων συναντήσεών, διαμόρφωση τόπων κοινωνικής ανταλλαγής, συμμετοχή σε πολιτισμικά γεγονότα κτλ. Οι χωρικά προσδιορισμένες αυτές ρουτίνες στεγάζουν και εκτρέφουν την πυκνή πολιτική επικοινωνία επί της οποίας εδράζεται η συγκρουσιακή, δυνάμει εξεγερσιακή, κουλτούρα.

Όμως η αλληλεπίδραση χωρικών δρώντων/δράσεων και τόπων πρέπει να ιδωθεί σε δυναμική προοπτική: τα ανύσματα της επενέργειας είναι αμφίδρομα. Ο χώρος συγκροτείται ως πόρος μέσω της ανάληψης χωρικών δράσεων, όμως προϋπόθεση για να τελεσφορήσουν οι δράσεις αυτές είναι ο ίδιος ο χώρος. Η χωρική εξεγερσιακή κουλτούρα που χαρακτηρίζει τα Εξάρχεια, λ.χ., είναι απόρροια αυτόνομων αντιεξουσιαστικών και ριζοσπαστικών δράσεων που όμως, με τη σειρά τους, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν αναληφθεί αλλού. Πρόκειται για χωροχρονική αλυσίδα που, για να προσεγγιστεί με επάρκεια, απαιτεί ενατένιση σε βαθύ ιστορικό ορίζοντα. Σε κάθε περίπτωση —και αυτό είναι που η ανάλυσή μας επιθυμεί να κομίσει— ο χώρος μπορεί να αποτελέσει καταλύτη εξεγερσιακού ξεσπάσματος: ο πόρος που, αν και κατ’ εξοχήν συγκροτείται από προηγούμενη πολιτική και πολιτισμική δραστηριότητα, καθοριστικά ενισχύει και επαυξάνει την επίδρασή τους συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην εξεγερσιακή διάχυση.

Σχεδόν καθεμιά από τις χωρικές όψεις που επισημαίνουμε βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση των Εξαρχείων, της περιοχής που στα γεγονότα του Δεκέμβρη λειτούργησε ως εξεγερσιακή κρήνη. Γειτονιά συνυφασμένη με κομβικά γεγονότα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, αποτελεί τόπο διαμονής φοιτητών, καλλιτεχνών, διανοουμένων και πολιτικών στελεχών, ενώ γειτνιάζει με ιστορικά πανεπιστημιακά συγκροτήματα καθώς και το διοικητικό κέντρο της πόλης. Στεγάζει μεγάλο αριθμό «πολιτικών στεκιών», κατά κανόνα του αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, αλλά και γραφεία βουλευτών, παραρτήματα οργανώσεων καθώς και πολλούς χώρους αναψυχής και πρωτοποριακής καλλιτεχνικής δημιουργίας συχνά ασύμβατης με το συμβατικό φαντασιακό.

Στο πλαίσιο αυτό εντύπωση καταρχάς προκαλούν οι πόλεμοι σημασιοδότησης περί την ταυτότητά τους που σοβούν τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’80. Τα Εξάρχεια, περιοχή χαρακτηριστικά ασφαλής όπου οι κάτοικοι «κυκλοφορούν στον δρόμο μάλλον αμέριμνοι, ακόμη και σε προχωρημένες ώρες», παρουσιάστηκαν από επίσημους φορείς και θεσμικά ΜΜΕ ως «ανεξάρτητο κράτος –άντρο αναρχοληστών», «ανοχύρωτη γειτονιά» και κέντρο διακίνησης ναρκωτικών. Όμως προκειμένου να ανακόψει τις ριζοσπαστικές ιδεολογικές ζυμώσεις και τον ελευθεριακό πολιτικό χώρο που εγκαθιδρύουν, το κράτος επιστράτευσε και τις ειδικές δυνάμεις της Αστυνομίας —με διαρκείς «προληπτικές» (και προκλητικές) περιπολίες ένοπλων αστυνομικών που, ιδιαίτερα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και το φοιτητικό ξέσπασμα του 2006, θυμίζουν συχνά τη συμπεριφορά ενός ιδιόμορφου στρατού κατοχής. Χωρίς να είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποιες θα ήταν ακριβώς οι συνθήκες χωρίς αυτήν τη «προληπτική» καταστολή, η φορτική παρουσία της Αστυνομίας μάλλον οδήγησε σε αποτελέσματα ευθέως αντίθετα προς τα επιδιωκόμενα. Καθιστώντας το Κράτος συνώνυμο με την αυθαιρεσία (αν όχι την ανομία) δημιούργησε ένα κρίσιμο —όχι το μοναδικό— αξιακό πλαίσιο για τις χωρικές δράσεις πολιτικά ενεργών φυσικών προσώπων και οργανώσεων. Το σύνθημα «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» που δονούσε τις Δεκεμβριανές κινητοποιήσεις προσέλαβε ανέκυψε σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, ενώ η δολοφονία γίνεται «η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι» υπό το φως αυτής της συσσωρευμένης εμπειρίας καταστολής.

Όμως η συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα των Εξαρχείων δεν ανακύπτει μόνο αρνητικά, ως αντίδραση-αντίσταση στην αστυνομική αυθαιρεσία. Η συνύπαρξη ενός τόσο ευμεγέθους αριθμού αριστερών πολιτικών οργανώσεων και δικτύων δημιουργεί μια χωρική κοινωνική και πολιτική élan που διατηρεί ζωντανό το εγχείρημα της υλοποίησης ριζοσπαστικών πολιτικών οραμάτων και εναλλακτικών προτύπων οργάνωσης της καθημερινότητας. Η χωρική αλληλεγγύη που έτσι αναπτύσσεται προσομοιάζει στη διάσταση ταξικής συγκρότησης που η βιβλιογραφία αποκάλεσε «κοινές προδιαθέσεις»: γνωστικοί και ηθικοί κώδικες που χαρτογραφούν τη βιωμένη πολιτική και κοινωνική εμπειρία προσδιορίζοντας το πολιτικά και κοινωνικά εφικτό. Στην περίπτωση των Εξαρχείων η συνθήκη αυτή παίρνει ιστορικά (σε βάθος τουλάχιστον 20ετίας) τη μορφή κοινών δράσεων ενάντια στην αστυνομική παρουσία, τη λειτουργία άτυπων συνελεύσεων πολιτών και, βεβαίως, την καθημερινή πολιτικοϊδεολογική και κοινωνική ζύμωση. Η χωρική συλλογική ταυτότητα της περιοχής εκρήγνηται το βράδυ της δολοφονίας δημιουργώντας ένα αρραγές ηθικό-πολιτικό μέτωπο οργής που ακτινοβολεί και διαχέεται.

Όμως η ισχύς του εκπεμπόμενου μηνύματος αποκτά αναλυτική συνάφεια μόνο στο βαθμό που οι συνθήκες υποδοχής του είναι δεκτικές –γεγονός που οδηγεί τον προβληματισμό μας στο διευρυμένο πεδίο της αστικής συγκρότησης της Αθήνας.

Σε ένα γενικό επίπεδο είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι εμβληματική (και εμμέσως επεξηγηματική) της υφής των ελληνικών εξεγερσιακών δράσεων του Δεκέμβρη υπήρξε η ίδια η δομή της γεωγραφίας τους. Χωρίς να προσομοιάζει στο μοντέλο του αγγλοσαξωνικού inner city, το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας είναι ωστόσο αποψιλωμένο από τις ανώτερες τάξεις (με την εξαίρεση της περιοχής του Κολωνακίου), περιλαμβάνει τις προαναφερθείσες πανεπιστημιακές σχολές και διατηρεί στο ακέραιο όλες τις χωρικές μνήμες μιας μακράς και έντονης συγκρουσιακής παράδοσης. Ως χωροταξική διάταξη, το ευρύτερο Αθηναϊκό κέντρο αποτελεί, έτσι, ένα εκρηκτικό μείγμα υψηλής πολιτικοποίησης και φθίνοντος βιοτικού επιπέδου που υποστηρίζει την εξεγερσιακή διάχυση κυρίως στις υποκειμενικές της διαστάσεις, ως αποδόσεις ομοιότητας. Τμήμα του αποτελούν επίσης συνοικίες (δυτικά της Λεωφόρου Πατησίων) όπου συνωστίζονται σε κατά κανόνα άθλιες συνθήκες οι πληθυσμοί των νέων μεταναστών —τόποι και τρόποι ζωής που, σε άτυπη σύνδεση (αν όχι σύμπλευση) με τα πολιτικά κέντρα των Εξαρχείων και των πανεπιστημιακών εστιών αντιπαραβάλλονται συγκρουσιακά με το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της πόλης. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ισχύς του —εν μέρει χωρικά προσδιοριζόμενου— μηνύματος των Εξαρχείων βρήκε πρόσφορο έδαφος διάδοσης που σε ένα διαφορετικό χωροταξικό πλαίσιο θα απουσίαζε.

Βεβαίως, οι εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις του Δεκεμβρίου δεν αποτελούν απλώς συμβάν του Αθηναϊκού κέντρου. Η έννοια αυτή ενέχει ευρεία διάχυση πολύ πέραν του αρχικού της πυρήνα. Καλούμαστε επίσης να αναμετρηθούμε με το γεγονός ότι στον ίδιον ακριβώς πολεοδομικό ιστό και με χωρική επενέργεια των Εξαρχείων χονδρικά παρόμοια με αυτή του Δεκέμβρη, άλλα συγκρουσιακά συμβάντα που προκλήθηκαν από την αστυνομική βία (π.χ. η δολοφονία του επίσης 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά το Νοέμβριο του 1985) δεν οδήγησαν σε εξεγερσιακές δράσεις. Είναι συνεπώς απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας και τα όρια της χωρικής ανάλυσης: το γεγονός ότι αν οι χωρικές προϋποθέσεις στις οποίες αναφερθήκαμε αποτέλεσαν αναγκαίες συνθήκες για την εκδήλωση των εξεγερσιακών δράσεων, δεν υπήρξαν ωστόσο και ικανές. Είναι σαφές ότι για μια πλήρη ερμηνεία της ελληνικού Δεκέμβρη απαιτείται ο συνυπολογισμός μακράς σειράς συμπληρωματικών επεξηγηματικών παραγόντων αρχής γενομένης από τις βασικές υλικές συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων η χωρική επενέργεια λαμβάνει χώρα: τη νεοφιλελεύθερη οικονομική κρίση και τη γενικευμένη εργασιακή επισφάλεια, τη σοβούσα κρίση του πολιτικού συστήματος εναντίον του οποίου στρέφονται τα εξεγερσιακά υποκείμενα, την προκλητική κατασταλτικότητα του κράτους. Όμως η πραγματικότητα αυτή δεν πρέπει να μας ξενίζει. Θεωρητικός στόχος της ενασχόλησής μας με ειδικούς τροπισμούς της εξεγερσιακής διάχυσης δεν είναι η υποκατάσταση των υλικών της προϋποθέσεων αλλά η συμπλήρωσή τους.

Η προσέγγιση αυτή μας επιτρέπει να διαβλέψουμε και όσα άλλα —πολλά και σημαίνοντα— επέρχονται στο μέλλον….

Σημείωση
[1] Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης, «Στα μονοπάτια της οργής: το χωροχρονικό μιας εξέγερσης (Αθήνα, Δεκέμβρης 2008)» στο Λ. Κοτρωνάκη, Σ. Ι. Σεφεριάδης (επιμ.) Στα μονοπάτια της οργής. Εξεγερσιακές συλλογικές δράσεις και πολιτική, Αθήνα, Κριτική (υπό έκδοση).