Η εξέγερση της νεολαίας ανοίγει έναν νέο κύκλο εξελίξεων στη χώρα μας και ενδεχομένως στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικά του στοιχεία η ρήξη των νέων με τη μοίρα που τους επιφυλάσσεται και η ριζοσπαστικοποίηση πολλών από αυτούς, η μαζική κινητοποίηση, η πολιτικοποίηση στρωμάτων που ώς πρόσφατα λίγο ενδιαφέρονταν για τα κοινά, η εκτεταμένη και δημόσια ενεργοποίηση των μεταναστών, η ενίσχυση της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, και η σύγκρουση της αυταρχικής λογικής των ομάδων που νέμονται το κράτος με μαχητικές διεκδικήσεις εκδημοκρατισμού της κοινωνικής ζωής και προστασίας των πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι συνέπειες τούτου του σεισμού γίνονται ακόμη πιο απρόβλεπτες καθώς πλαισιώνεται από πολλαπλές κρίσεις: παγκόσμια οικονομική ύφεση που δημιουργεί ολοένα πιο εκρηκτικές συνθήκες στέρησης, ανασφάλειας και κοινωνικής πόλωσης· γεωπολιτική ρευστότητα, η οποία αποτυπώθηκε στην πρόσφατη αποτυχία του ΝΑΤΟ στη Γεωργία και την επακόλουθη παράλυσή του· και, τέλος, ιδεολογική σύγχυση αφότου κατέρρευσαν τα ακραία ιδεολογήματα που ώς χτες κυριαρχούσαν στη Δύση -- ο ψευδεπίγραφος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και η άλλο τόσο ψευδώνυμα φιλελεύθερη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» που καθαγίαζε παντού την άκρατη κυριαρχία του κεφαλαίου και τις «δομικές μεταρρυθμίσεις» υπέρ των αγορών (δηλαδή των πλούσιων).

Κινητοποιώντας ολόκληρη την κοινωνία, η εξέγερση των νέων περιπλέκει αυτό που θα είναι το κρίσιμο πολιτικό στοίχημα των ερχόμενων μηνών, δηλαδή την προσπάθεια μετακύλισης των βαρών της οικονομικής κρίσης στους ώμους των ασθενέστερων. Καθώς αναγνωρίζεται ξανά η αναγκαιότητα κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, το ποιος πληρώνει τι στο κράτος και ποιος εισπράττει πόσα από αυτό γίνεται κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Αλλά αυτά που πρέπει πια να πληρωθούν είναι πάρα πολλά, και τα δημόσια έσοδα δεν αρκούν. Ο φετινός προϋπολογισμός προβλέπει ελλείμματα που, για να καλυφθούν, δεν φτάνουν κάποια σωστά και αναγκαία μέτρα δημοσιονομικής σωφροσύνης, τα οποία άλλωστε για την ώρα ούτε καν συζητιούνται, όπως η επείγουσα επανεξέταση από μηδενική βάση των δαπανών του υπουργείου Άμυνας (προϋπολογισμός για το 2009: 6,5 δις) ή η κοινωνικά δίκαιη φορολόγηση της Εκκλησίας και των τραπεζών, ενδεχομένως με την παραδοσιακή μέθοδο των βυζαντινών αυτοκρατόρων που τόσο δημοφιλείς ξανάγιναν τελευταία, δηλαδή την επιβολή έκτακτων εισφορών (γιατί αυτό ακριβώς ήταν το λιώσιμο των δισκοπότηρων και οι δημεύσεις των περιουσιών των τραπεζιτών).

Ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια για τα ελλείμματα

Τα ελλείμματα όμως που προβλέπονται για το 2009 είναι κυριολεκτικά άλλης τάξης, τουλάχιστον 45 δις, ίσως και 50 δις. Η κυβέρνηση δεν ξέρει πώς θα βρει τα χρήματα. Ελπίζει να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό εκδίδοντας ομόλογα, αλλά οικονομικοί αναλυτές βλέπουν γι’ αυτά «ένα κακό και δύο εφιαλτικά σενάρια». Το απλώς κακό, στο οποίο προσβλέπει η κυβέρνηση, είναι να βρουν δανειστές με επαχθέστατους για το δημόσιο όρους και δίνοντας στις τράπεζες νέα προνόμια. Αν το φιλόδοξο αυτό σχέδιο αποτύχει, συζητιέται να φτιαχτεί ένας νέος μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μας επιβάλει σκληρά μέτρα περιορισμού των κρατικών δαπανών και του δημόσιου χρέους. Πού και πού, κάποιοι δημοσιογράφοι μας φωτίζουν για το τι γίνεται πίσω από τα σύννεφα αδιαφάνειας που περιβάλλουν τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Στ’ αλήθεια η Κομισιόν «περιμένει από την Ελλάδα να εφαρμόσει ένα περιοριστικό μάλλον πρόγραμμα, παρά την κρίση και την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης»;1 Πρέπει, δηλαδή, να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να μπει φυτίλι στη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές τα 41,7 δις που κρατά γι’ αυτούς ο φετινός προϋπολογισμός; Κάτι τέτοιο, βέβαια, σημαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουμε ξαναδεί από τον καιρό του Εμφυλίου.

Υπάρχει και το πιο αισιόδοξο σενάριο, ότι η Κομισιόν μάς ζητά απλώς να προσφύγουμε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο πρόεδρός του μοιάζει να έχει απαρνηθεί τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που ήταν ώς τώρα σήμα κατατεθέν του και ζητά πλέον από τις κυβερνήσεις να ξοδέψουν και να δανειστούν, τονίζοντας ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους είναι η «λιγότερο κακή λύση» στη χειρότερη οικονομική συγκυρία των τελευταίων εβδομήντα χρόνων.2 Με άλλα λόγια, η σύγχυση στις Βρυξέλλες και τη Νέα Υόρκη δεν είναι μικρότερη απ’ ό,τι στην Αθήνα. Οι ιθύνοντες, αμήχανοι και διχασμένοι, προτείνουν διαμετρικά αντίθετες λύσεις, που κυμαίνονται από έναν εμβαλωματικό κεϋνσιανισμό ώς έναν ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό παλαιάς κοπής, αλλά έχουν κοινό παρονομαστή την προστασία των συμφερόντων των δανειστών.

Μια κοινωνικά δικαιότερη λύση: προσωρινή διακοπή εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους

Ωστόσο οι λύσεις αυτές, που συζητιούνται τώρα κατ’ ιδίαν για να μας επισκεφτούν αύριο σαν αναπόφευκτες, «Δεν υπάρχει άλλη λύση!», με την ελπίδα ότι θα σκύψουμε το κεφάλι ζαλισμένοι και θα τις δεχτούμε, δεν είναι στ’ αλήθεια οι μόνες που έχουμε μπροστά μας. Στην πραγματικότητα, υπάρχει και μια άλλη λύση που μένει στα αζήτητα, μια κομψή, ιστορικά δοκιμασμένη και κοινωνικά πολύ πιο δίκαιη λύση, την οποία τα κράτη χρησιμοποιούν με αξιοσημείωτη κανονικότητα εδώ και πολλούς αιώνες, και όχι σπάνια στις ημέρες μας. Στη χώρα μας έχει εφαρμοστεί παλιότερα, με μεγάλη επιτυχία, από αστούς πολιτικούς του διαμετρήματος του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η λύση αυτή θωρακίζει τη δημοκρατία, αποτρέποντας την εσωτερική πόλωση και διασφαλίζοντας το κοινωνικό μας κεφάλαιο. Ωστόσο, λίγο συζητιέται και δύσκολα εφαρμόζεται, ακριβώς επειδή ρίχνει τα βάρη στους ώμους των ισχυρών και όχι των αδύνατων. Για τον ίδιο λόγο προϋποθέτει, για να επιβληθεί, πολιτική τόλμη, εγρήγορση του λαού και μαζική κινητοποίηση.

Μιλώ για την προσωρινή διακοπή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και την αναδιαπραγμάτευση των όρων αποπληρωμής του. Μια τέτοια κίνηση μεταφέρει άμεσα σημαντικούς πόρους από τα θυλάκια των πλούσιων στην εσωτερική κατανάλωση και επένδυση, τονώνοντας έτσι την εσωτερική ζήτηση, εκτονώνοντας την κοινωνική ένταση και θέτοντας προϋποθέσεις για ανάπτυξη την επόμενη περίοδο. Στην Ελλάδα του 2009 αυτό μπορεί να σημαίνει την ανάσυρση ενός ποσού ώς 41,7 δις από τις μαύρες τρύπες των τραπεζών για την κάλυψη άμεσων αναγκών της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας, της αποκατάστασης της οικολογικής ισορροπίας και της δημιουργίας υποδομής. Ή, εναλλακτικά, για την αποφυγή του νέου και επαχθέστατου δανεισμού.

Όπως και αν έχει το πράγμα, χάρη στην εξέγερση της νεολαίας, που έδειξε πόσο επισφαλής ήταν η κοινωνική ηρεμία που είχαμε ώς χτες, μοιάζουν να ωριμάζουν γοργά οι πολιτικές συνθήκες για την προβολή ενός τέτοιου αιτήματος. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν. Σημαντικό είναι όμως ν’ αντιληφθούμε εγκαίρως, προτού περιοριστικές πολιτικές πλήξουν ανεπανόρθωτα την κοινωνική συνοχή, πως είναι επιθυμητή, εφικτή και ίσως αναγκαία για την προάσπιση της δημοκρατίας η αναστολή της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αναδιαπραγμάτευσή του. Η κίνηση δηλαδή που ονομάζεται «πτώχευση» μιας χώρας φορτισμένα και παραπλανητικά: τα κράτη που δηλώνουν «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν!» δεν είναι εμπορικές εταιρείες ούτε έχουν τις ίδιες λειτουργίες ή τους ίδιους σκοπούς με αυτές. Από νομική άποψη, μάλιστα, βρίσκονται σε ριζικά διαφορετική θέση από τις εταιρείες που χρεοκοπούν, καθώς δεν νοείται κατάσχεση σε βάρος τους ούτε υπάρχουν δικαστήρια που να μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές αποφάσεις εναντίον τους. Αν αυτοί που κυβερνούν στ’ όνομα του λαού θελήσουν επιτέλους να προτάξουν τις δικές του ανάγκες και να βάλουν σε δεύτερη μοίρα εκείνες των δανειστών, μόνο πολιτικά μπορεί ν’ ανατραπεί η απόφασή τους.

Μια τέτοια κίνηση δεν σημαίνει βέβαια εγκατάλειψη του καπιταλισμού. Αντίθετα, συνοδεύεται πάντοτε, αργά η γρήγορα, από μια πιο ρεαλιστική συμφωνία με τους δανειστές, η οποία εγκαινιάζει μια νέα περίοδο χρηματοπιστωτικής ομαλότητας. Το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών προεξοφλείται άλλωστε σε κάθε συμφωνία δανείου, και ο δανειστής αποζημιώνεται προκαταβολικά για τον κίνδυνο που διατρέχει υψώνοντας ανάλογα το επιτόκιο· ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο το «spread» των επιτοκίων των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε σχέση με άλλα τινάχτηκε πρόσφατα στα ύψη, επειδή οι τραπεζίτες και οι επενδυτές αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι δεν είναι ουτοπικό αλλά απεναντίας άκρως ρεαλιστικό το ενδεχόμενο να μην πληρωθούν εγκαίρως και να χρειαστεί να ξανασυζητήσουν τους όρους δανεισμού. Αλλά με το κράτος δεν συζητούν από θέση ισχύος, όπως συζητούν μαζί σας και μαζί μου· αντίθετα, το κράτος μπορεί να τους μιλήσει από θέση ισχύος εφόσον συντρέχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις, αν δηλαδή βρίσκεται στα χέρια δυνάμεων που προτάσσουν τις ανάγκες της δημοκρατίας και τα συμφέροντα του λαού, και στηρίζονται στην αναγκαία μαζική κινητοποίηση.

Πολύ καλά όλα αυτά για να είναι αληθινά; Δεν έχει παρενέργειες μια τέτοια κίνηση; Οι κίνδυνοι που επάγεται, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία,3 είναι, στη δική μας περίπτωση, μάλλον θεωρητικοί. Ο βασικός είναι ο αποκλεισμός από τις διεθνείς χρηματαγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι και αλλιώς μοιάζουν πλέον να παραλύουν παγκόσμια και σίγουρα δεν είναι φέτος πρόθυμες να μας δανείσουν με λογικούς όρους. Δεύτερος είναι η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει η αναστολή πληρωμών σε χώρες με αδύνατο νόμισμα, αλλά από αυτήν το ευρώ μάς προστατεύει. Άλλα σημαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται· σαφώς μεγαλύτερους κινδύνους σημαίνει η λύση που προτείνει η Κομισιόν.

Μια λύση που εφαρμόζεται σιωπηλά

Γιατί λοιπόν, ρωτά κανείς τώρα ρητορικά, τα κράτη δεν διαλέγουν συχνότερα αυτήν τη λύση; Η απάντηση εδώ είναι: μα φυσικά την διαλέγουν, απλώς δεν συμφέρει τους δανειστές να μαθεύεται αυτό. Παραπάνω από σαράντα επεισόδια στάσης πληρωμών και αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιους χρέους σημειώθηκαν μετά το 1970. Σύμφωνα με τις παγκόσμιες αυθεντίες στο ζήτημα, «η σειριακή αναστολή της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους, δηλαδή η επανειλημμένη κήρυξη του κράτους σε πτώχευση, αποτελεί τον κανόνα σε όλες τις περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ασίας και της Ευρώπης».4 Για παράδειγμα, η αδιάκοπη οικονομική άνθηση στη Ρωσία μετά το 1998 εγκαινιάστηκε με την κήρυξη του δημοσίου σε πτώχευση. Τον μισό καιρό από το 1970 και μετά η Αργεντινή και η Βραζιλία βρίσκονται σε τούτην ακριβώς την κατάσταση, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τις οικονομίες τους ν’ αναπτύσσονται δυναμικά.5 Στην ίδια θέση βρέθηκε και το ελληνικό κράτος για παραπάνω από το ένα τέταρτο της ύπαρξής του, πενήντα χρόνια, αλλά ούτε και εμείς δεν φαίνεται να πάθαμε τίποτε.6 Αντίθετα, όπως μας εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ στην κλασική του μελέτη για τη μεσοπολεμική Ελλάδα,7 μετά την πτώχευση του 1932 (την οποία ο Βενιζέλος αποφάσισε πολύ αργά, μόνον αφού πρώτα της είχε αντισταθεί με νύχια και με δόντια, στραγγίζοντας από ρευστότητα την αγορά και χάνοντας την υποστήριξη των οπαδών του), η οικονομία ξαναζωντάνεψε. Ενεργοποιήθηκαν πόροι που νωρίτερα παραμελούνταν, η γεωργική και η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκαν γοργά φέρνοντας τη χώρα τρίτη παγκόσμια σε ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης, μετά τη Σοβιετική Ένωση και την Iαπωνία, και γενικά σημειώθηκε θεαματική ανάκαμψη, προκαλώντας έκπληξη στους (φιλελεύθερους) παρατηρητές.

Η στάση πληρωμών του δημοσίου δεν επάγεται την ηθική απαξία που επιφέρουν οι χρεοκοπίες των ιδιωτών, καθώς οφείλεται κυρίως σε παράγοντες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, και κατεξοχήν σε μεταβολές στις τιμές των εμπορευμάτων και τα επιτόκια,8 αυτό δηλαδή που συνέβη τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μάλιστα σαφής συσχέτιση, στη μακρά διάρκεια, μεταξύ ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων και εκδήλωσης καταστάσεων οι οποίες επιβάλλουν στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους,9 κάτι το οποίο θα έπρεπε βέβαια να γνωρίζουν όσοι ώς πρόσφατα εκθείαζαν τη γενική απορρύθμιση των κεφαλαιαγορών. Η περιοδική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους με αυτήν τη μέθοδο περιλαμβάνεται στην κανονική λειτουργία του συστήματος και εξασφαλίζει την επιβίωσή του. Και αν, στη δική μας περίπτωση, ένα αξιόλογο μέρος αυτού του χρέους αφορά ελληνικές τράπεζες και εγχώριους επενδυτές, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο γίνεται πολιτικά δύσπεπτο, πάντως όλοι αυτοί δεν χειμάζονται· όχι μόνον οφείλουν αλλά και μπορούν να συνεισφέρουν τον οβολό τους για τη διατήρηση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής. Είναι μάλιστα ουσιώδες να δοθεί λύση σύντομα, αφού κάθε μέρα που χάνεται σημαίνει περιττό κοινωνικό πόνο, εντάσεις και ρήξεις που δύσκολα θεραπεύονται.

Εν κατακλείδι. Η δημοκρατία και η ελευθερία, η αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας, η διατήρηση του βιοτικού επιπέδου του λαού, η μείωση της κοινωνικής ανισότητας και η εξάλειψη της φτώχειας είναι βασικοί στόχοι μιας καλής κοινωνίας, και αναγνωρίζονται ως τέτοιοι από τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Είναι, με άλλα λόγια, εθνικοί στόχοι με την ουσιαστικότερη και καθαρότερη έννοια του όρου. Πρέπει λοιπόν και ν’ αναγνωριστούν ως βασικοί στόχοι και στη χάραξη της κρατικής πολιτικής, και αυτό, στις στιγμές κρίσης που διανύουμε, έχει συγκεκριμένες συνεπαγωγές, οι οποίες ακόμη δεν έχουν συζητηθεί αρκετά. Ειδικότερα, αν αυτοί οι εθνικοί στόχοι συγκρούονται με τα συμφέροντα των δανειστών του δημοσίου, τα δεύτερα υποχωρούν. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να επιβάλει η κυβέρνηση, η σημερινή ή η αυριανή.

Ο Σπύρος Μαρκέτος διδάσκει νεότερη και σύγχρονη Ιστορία στο ΑΠΘ.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή, στις 19/04/2009