Σαν σήμερα, πριν από 9 χρόνια, έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος χορευτής και χορογράφος Γιάννης Φλερύ.

Αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία

Μέχρι το τέλος, μέχρι το τέλος της ζωής του ο Γιάννης Φλερύ χόρευε. Ποιος λέει ότι εγκατέλειψε μαζί με τη Λίντα Αλμα το χορό το 1974; Ανοησίες. Παρών μέχρι το τέλος. Υπάρχει κανένας άλλος σαν αυτόν, που διέσχισε σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα ελληνικού θεάτρου χορεύοντας και χορογραφώντας, από τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη μέχρι αριστοφανικές παραστάσεις για την Επίδαυρο;

Ο θάνατος βρήκε αυτόν το σπουδαίο άνθρωπο το βράδυ της Παρασκευής, σε ηλικία 87 χρόνων στο σπίτι του στο Χολαργό. Επασχε από καρκίνο, είχε χτυπηθεί και από τρία εγκεφαλικά. Αύγουστος ήταν, πριν από δύο χρόνια, όταν έφυγε από τη ζωή και η μεγάλη παρτενέρ του, η Λίντα Αλμα, το «Λιντάκι» του. Η κηδεία του έγινε σήμερα στις 11 το πρωί στο νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας του Χολαργού.

Από το 1932

Ο Φρεντ Αστέρ της Ελλάδας, ο Γιαννάκης ο Φλερύ, όπως όλοι τον λέγαμε ακόμα κι όταν έγινε γεροντάκι, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1914. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Παπαντωνόπουλος. Χόρευε από μικρός. Σε ηλικία 14 χρόνων ήρθε στην Αθήνα, τελείωσε το Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Νομική για να ευχαριστήσει τη μητέρα του, αλλά γρήγορα το μόνο πάθος της ζωής του βρήκε τρόπο να εκφραστεί. Ενας μικρός θίασος, του Χρυσοστομίδη, έψαχνε για χορευτές. Ο αυτοδίδακτος, τολμηρός νεαρός Πατρινός βγήκε το 1932 στη σκηνή.

Χόρευε ό,τι του ζητούσαν. Σε επιθεωρήσεις, σε οπερέτες, σε κωμειδύλλια. Γύρισε από θίασο σε θίασο, έκανε περιοδείες στην Ελλάδα. Ενα χρόνο στη δουλειά και ήδη ο Γιάννης Φλερύ είχε γεννηθεί, τουλάχιστον ως όνομα, αφού μια συνεργασία του με το γαλλικό μπαλέτο «Μπαλέ Φλερύ» του κόλλησε το παρατσούκλι ο «Γιαννάκης του Φλερύ». Τα πρώτα πραγματικά μαθήματα χορού τα πήρε το 1937 δίπλα στον Κώστα Νίκολς, έναν περίφημο δάσκαλο του κλασικού μπαλέτου, που είχε υπάρξει μαθητής του Φοκίν και του Μπαλανσίν. Ποτέ, όμως, σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του δεν έπαψε να ενημερώνεται, να διδάσκεται, να ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στην τέχνη του.

Με την Αλμα

Γιάννης Φλερύ - Λίντα Αλμα, στη Νέα Υόρκη, το 1948. Πρωτοχόρεψαν μαζί το 1942
Το 1940 πήγε στο μέτωπο και στην Κατοχή συνδέθηκε με το ΕΑΜ, πράγμα που μετά τα Δεκεμβριανά τού στοίχισε μια περίοδο επαγγελματικών δυσκολιών. Το άστρο του, όμως, είχε αρχίσει να λάμπει κυρίως από την εποχή (γύρω στο 1942-43) που έγινε καλλιτεχνικό ζευγάρι με τη Λίντα Αλμα, αφού είχε προηγηθεί η συνεργασία του με μια άλλη γνωστή χορεύτρια της εποχής, την Bella Smaro. Με τη Λίντα Αλμα έμειναν αχώριστοι για πάνω από 30 χρόνια. Ηταν η παρτενέρ του, η φίλη του, ο άνθρωπός του. Μαζί της ξεκίνησε το 1946 και τη διεθνή του καριέρα. Η Εντιθ Πιάφ, που ήρθε στην Ελλάδα για λίγες εμφανίσεις στο κέντρο «Μαϊάμι», όπου χόρευαν κι αυτοί, ενθουσιάστηκε τόσο μαζί τους που τους κάλεσε να την ακολουθήσουν στη Γαλλία, σε μια πανευρωπαϊκή τουρνέ που ετοίμαζε, αλλά και στις ΗΠΑ. Εμειναν μαζί της μέχρι το 1952, που επέστρεψαν γεμάτοι δάφνες και εμπειρίες στην Ελλάδα. Πρόλαβαν να χορέψουν σε ταινίες, να εμφανιστούν δίπλα σε μεγάλα ονόματα της εποχής, τον Αζναβούρ, τον Ιβ Μοντάν, τον Ζακ Μπρελ, τον Μπουρβίλ.

Η επιστροφή στην Ελλάδα και τα χρήματα που είχε κερδίσει στο εξωτερικό ήταν μια ευκαιρία να κάνει πραγματικότητα το μεγάλο του όνειρο για ένα, επιτέλους, δικό του μπαλέτο, για να ξεφύγει από τις «συνθήκες ζούγκλας» που επικρατούσαν, όπως έλεγε, στο χώρο του θεάματος. Πάντα μαζί με τη Λίντα Αλμα ίδρυσε το 1957 τα «Μπαλέτα της Αθήνας», που έδωσαν παραστάσεις στο θέατρο Κατράκη, αλλά ναυάγησαν αμέσως. Από αυτά, όμως, ξεπήδησαν μια σειρά από νέα ταλέντα, όπως ο Φώτης Μεταξόπουλος.

Χρυσή εποχή

Ο Γιάννης Φλερύ ταυτίστηκε και με τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογραφικού μιούζικαλ. Χορογράφησε και χόρεψε σε πολλές ταινίες, μαυρόασπρες και έγχρωμες (πολλές από αυτές ήταν του φίλου του Γιάννη Δαλιανίδη), αποκτώντας μία ακόμα γενιά θαυμαστών. Αψογος επαγγελματίας δεν αρνιόταν προτάσεις, πόσο μάλλον που το μεγάλο ταλέντο και η προσωπικότητά του δεν άφηναν κανένα δημιουργό θεάτρου ή κινηματογράφου ασυγκίνητο. Θα 'λεγε, μάλιστα, κανείς ότι ο Γιάννης Φλερύ έγινε μύθος, περισσότερο χάρη στους νεότερους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκε και είχαν άμεση αναγκη από τη φαντασία, το κέφι, το χιούμορ του χορού μιας εποχής που είχε σβήσει.

Το «Ελεύθερο Θεάτρο» σ' αυτόν στράφηκε όταν αποφάσισε να ανανεώσει τη γλώσσα της επιθεώρησης. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος («Νεφέλες») και ο Κώστας Μπάκας («Ειρήνη») τον κάλεσαν να χορογραφήσει κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Νίκος Κούνδουρος τον διάλεξε για ...Μπρεχτ («Οπερα της Πεντάρας»). Ο Παντελής Βούλγαρης για το ανατρεπτικό, κινηματογραφικά και πολιτικά, «Χάπι ντέι», αλλά και για τα επιθεωρησιακά νούμερα του «Ελευθέριου Βενιζέλου». Η Εθνική Λυρική Σκηνή του πρόσφερε την ευκαιρία για οπερέτες και όπερες, ο Κώστας Τσιάνος για ελληνικές κωμωδίες των αρχών του αιώνα. Ολοι υποκλίνονταν στο ταλέντο του. Ολοι τον αγαπούσαν και είχαν να λένε πόσο ακούραστος, ενεργητικός, συνεργάσιμος και νέος ήταν μέχρι το τέλος.